Pages

Thursday, February 26, 2009

Μπορεί...

… άραγε ένα ψέμα να αξίζει όσο χίλιες αλήθειες;


Τι και ποιος μπορεί να απαντήσει σε κάτι τέτοιο, και γιατί; Ποιος είναι αυτός που με ματιά μαγική και σοφία περίσσεια, μπορεί να σηκώνει το κεφάλι του και να κοιτάζει στο βάθος των δρόμων που ανοίγουν μπροστά του, πως μπορεί να ξέρει πως και που αυτοί τελειώνουν; Μήπως πάντα δεν είναι οι διαδρομές που βιώνουμε, αυτές που σημάδια πάνω μας αφήνουν, που λίγες φορές τις χαράσσουμε και τις περισσότερες μας χαράσσουν αυτές, αλλά μονάχα τον προορισμό ονειρευόμαστε και φαντασιωνόμαστε; Μόνο το νερό, το χώμα και η φωτιά γνωρίζουν. Και εμείς ενίοτε φυσικά, κι αν θέλουμε λίγο να γελάσουμε, χάρτες ψεύτες και απαθείς στο χρόνο σχεδιάζουμε.



Η ζωή δεν υφαίνεται από τα ερωτηματικά και τις γεμάτο με απορίες ματιές της, μα από τις λειψές απαντήσεις που της δίνουμε, άλλοτε από ανάγκη, άλλοτε με θράσος, άλλοτε καθοδηγούμενοι τυφλοί και αφελείς από την άγνοια και τη δίψα. Εκεί που μετράει πιο πολύ, εκεί που η αγωνία περισσεύει, εκεί που κοιτάς το σκοτάδι με μονάχα μερικούς μικρούς αστερισμούς να σε καλούν το ίδιο τρομακτικά όσο και γοητευτικά, εκεί μονάχα μπορείς να ελπίζεις. Σε τι όμως; Μπορείς μόνο να νοιώθεις, να καίγεσαι από τα ένστικτα, και μια χούφτα σκόνης και αέρα για λίγο στα χέρια σου να κρατήσεις, μέχρι ο χρόνος να κυλήσει (ξανά) και το θησαυρό σου να παρασύρει σε νέα μονοπάτια, μέχρι για λίγο οι κινήσεις σου να ορίζονται από μια βαρύτητα που το σώμα σου δε γνωρίζει. Εκεί πλέον δεν υπάρχει σωστό ή λάθος, δεν υπάρχει ψέμα ή αλήθεια, δεν υπάροχυν νόμοι, μα υπάρχουν λόγια φουσκωμένα από φοβία και χέρια τρεμάμενα, μέσες λύσεις, χαμένες προθεσμίες του χθες, συμβιβασμοί και σφάλματα, αμαρτίες σε μάτια ξένα.




Ίσως το να μεγαλώνεις σημαίνει να ανακαλύπτεις πως ότι σου μάθανε είναι λάθος, πως μπορείς και εσύ να είσαι κακός, πως πιθανώς πληγώνεις χωρίς καν να το θέλεις και να το ξέρεις, πως οι προσδοκίες σου είναι φτωχότερες και από χρωματιστά θεάματα του απογέματος, πως όλα είναι τυχαίοι κυματισμοί ανάμεσα σε επιθυμίες, ανάγκες και συμπτώσεις. Δεν έχει μεγάλη σημασία, όχι τώρα πια τουλάχιστον. Όσο άσκοπα οι λέξεις τρέχουν σαν αδέσποτα σκυλιά πίσω από ένα ακατανόητο τετράτροχο, τόσο χάνεται ο λίγος χρόνος που απομένει, τόσο εξατμίζεται η λίγη θέρμη που υπάρχει, ενθύμιο μιας ζωής διαφορετικής. Όποιος χάνει το χρόνο του και τα διαβάζει όλα αυτά τον λυπάμαι.



Όσες βόλτες, πορείες, διαδρομές κι αν υπάρξουν, όποιες κι αν είναι αυτές, πάντα το κεφάλι θα γυρνώ, κάπου θα στέκομαι και στο κενό θα κοιτώ, όσο εκεί που θέλω δεν φθάνω, όσο θα θα ρωτώ και θα αναπνέω. Δεν έχω κάποια φωτιά ή κάποια αρρώστια, ή ένα τέρας από τα παλιά να με κυνηγά, κάποιο κίνητρο ισχυρό να με καταδιώκει, κι αν έχω δε το ξέρω. Τα πόδια μου δεν με βαραίνουν, η αναπνοή μου δεν είναι κοφτή, ο αυχένας μου δε λυγίζει, η μέση μου δεν κοπιάζει. Δε τρέχω, δε βιάζομαι, μα με όλα τα δεκανίκια που μου ‘χουν ευλογηθεί, σκοντάφτω και παραπατώ σε μονοπάτια από τα ίχνη μου λιωμένα, κάθε φορά μια αντίστροφη πορεία, μια ανάποδη συγκυρία.



Κάποτε ένα ψέμα αξίζει όσο χίλιες αλήθειες και κάποτε όχι, δεν μπορείς να το ξέρεις παρά μόνο όταν λέξεις χιλιάδες έχουν κυλήσει, όταν ο χρόνος βλαστημά τις εποχές και την άμμο που πάντα στο μέτρημα τον κλέβουν. Κάποτε ένα ψέμα είναι προτιμότερο, αρκεί να συντηρεί χίλιες αλήθειες, κάποτε μπορεί χίλιες αλήθειες να μη φτάνουν να ξεπλύνουν ούτε ένα ψέμα. Ποτέ δε ξέρεις. Δεν χωρά λογική, ούτε λόγια, ούτε γράμματα. Μα μπορεί κάποτε, κατά λάθος, καιρό από τώρα, να ξέρεις με σιγουριά, έστω και για μια στιγμή, συνήθως κάπου απόμερα, συνήθως με το πρώτο τσιγάρο, συνήθως κάπου τελείως διαφορετικά, μπορεί να ξέρεις τότε.

Tuesday, February 24, 2009

Μωρέ τι μας λες;

Ο κυρ Βασίλης απέδρασε και μας έκανε ρόμπα διεθνώς και μαγκιά του. Καλά ξηγήθηκε. Από την άλλη το εποχιακό ξεφτιλομάγαζο που λέγεται κυβέρνηση έβγαλε fast food μέτρα, πολλά εκ των οποίων αφορούν τις συνθήκες πρόσληψης και αξιολόγησης των σωφρονιστικών φρουρών, αλλά και την κατάργηση της ανωνυμίας των καρτοκινητών τηλεφώνων.


Συγνώμη;


Πάμε πάλι από την αρχή. Κατάργηση της ανωνυμίας των καρτοκινητών τηλεφώνων. Περίεργο μέτρο άμα αναλογισθεί κανείς πως, από τη μια η τελευταία σύλληψη του Παλαιοκώστα ανάγεται εν μέρει στον εντοπισμό καρτοκινητών παρά την ανωνυμία τους, και από την άλλη πως φαντάζει λίγο δύσκολο να μην ήταν επιτυχής και αυτή η απόδραση άμα τα καρτοκινητά δεν ήταν ανώνυμα. Μπορεί να φαίνεται αδιάφορο και μικρό σε διαστάσεις, αλλά εν ριπή οφθαλμού η κυβέρνηση μεταθέτει ευθύνες για το νέο (ομολογουμένως διασκεδαστικό) ρεζιλίκι σε διεφθαρμένους φρουρούς και τεχνολογίες που τις παίζουν στα δάκτυλα τους δωδεκάχρονα.


Όπως και στην υπόθεση Κορκονέα, έτσι και τώρα το κράτος έρχεται δεύτερο και καταϊδρωμένο στην ανάγνωση και διαπίστωση των καταστάσεων και των πραγματικών συνθηκών, κι όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις επιχειρεί βιαστικά επικοινωνιακά κουκουλώματα για να συμμαζέψει την κατάσταση. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, αυτή η κυβέρνηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα λυκειόπαιδων που απεγνωσμένα προσπαθούν να μάθουν τα ανώμαλα ρήματα της αρχαίας ελληνικής στις τρεις η ώρα τα ξημερώματα, λίγο πριν το προγραμματισμένο διαγώνισμα.


Το ότι η κατάσταση στα σωφρονιστικά καταστήματα είναι ντροπιαστική για τους κρατούμενους όσο είναι πρόχειρα οργανωμένη για τους φύλακες είναι γνωστό σε όλους. Το πώς μπορεί αυτή η φαρσοκωμωδία της εξουσίας διαρκώς να εμπλουτίζεται σε καινούρια ρεζιλίκια και αποτυχίες άνευ προηγουμένου, παραμένει ακόμα ένα μυστήριο.


Υ.Γ. Ναι, όσο αντιπαθώ τον Παλαιοκώστα για τις εγκληματικές του ενέργειες, άλλο τόσο τον θαυμάζω για τις αποδράσεις του. Το ένα είναι παραβίαση νόμων και διάτρηση κοινωνικών και ηθικών κανόνων, και το άλλο είναι ένα πηγαίο ένστικτο για την ελευθερία.

Αυτή η πόλη μου ανήκει

Αυτή η πόλη μου ανήκει. Είναι άσχημη και βρώμικη, οι υπόνομοί είναι πιο ράθυμοι και από τους δημοτικούς αστυνομικούς που στέκονται και στέκονται και στέκονται και στέκονται και στο απόγειο του υπαρξιακού τους μηδενισμού θα κυνηγήσουν τίποτα μαύρους και θα απαλλοτριώσουν τις φθηνές τσάντες τους. Αυτή η πόλη είναι βαρετή και χωρίς εκπλήξεις, κουρασμένη από την ίδια της την ανία, αποσβολωμένη από τα λίπη και τα σάκχαρα όσο τραγουδάει ένα ρεφρέν των παλιών της χρόνων.


Είναι πνιγμένη στην υποκρισία, περικυκλωμένη από τα άγονα βουνά της, ένα τέλειο ηχείο χωρίς ούτε ένα τέμενος να της δώσει μια αναπνοή. Μα πριν τις άγνωστες κοιλότητες που την περιβάλλουν, υπάρχουν τα προάστια της, αστικοί εφιάλτες, εκτρώματα αμερικάνικων ονείρων, μικροαστικών φιλοδοξιών και ευφυών εργολάβων. Αυτή η πόλη μου ανήκει, μα και δεν την ξέρω, είναι χαραγμένη με λωρίδες μικρές και μεγάλες, Πατησίων, Γαλατσίου, Λιοσίων, Αθηνάς, Πειραιώς, Κηφισίας, Μεσογείων, Συγγρού, Αλεξάνδρας.


Αυτή η πόλη είναι σαν κι εμένα, δεν έχει μνήμη, δεν θυμάται, ξεχνά διαρκώς από πού έρχεται και που πηγαίνει. Δεν έχω χρόνο για μνήμες, δεν έχω και τη θέληση. Καθόλου δε με απασχολεί τι έφαγα την Τετάρτη (κοφτό μακαρονάκι με χταπόδι, μεξικάνικο κιμά και γιουβαρλάκια, όλα από τον Κυματοθραύστη με 5 Ευρώ) ή την Πέμπτη (καμένα κεμπάπ από το κοντινό σε εμένα σουβλατζίδικο στην Ιπποκράτους), αλλά ακόμη σημαντικότερα, δεν θυμάμαι, ούτε θέλω να θυμάμαι τι έκανα το 2005, και για να λέω την αλήθεια δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι έκανα το 2006. Ένα συνεχόμενο κενό, που στο πέρασμά του αφήνει τυχαία σημάδια.


Καταραμένα ταξίδια. Μια λογική λύση θα ήταν να ταξιδεύω πολύ πιο συχνά από εδώ κι από εκεί, κάθε φορά και ένα νέο μέρος, μια νέα εμπειρία, camping, hostels, Interail, και δεν συμμαζεύεται. Κάθε χρόνος, ή καλύτερα κάθε εποχή θα σημαδεύεται και από ένα εκπληκτικό ταξίδι γεμάτο νέες εμπειρίες, συναρπαστικές γεύσεις και αξέχαστους ανθρώπους. Έτσι το ημερολόγιο της μνήμης μου θα ήταν ένα πολύχρωμο και βαθιά χαραγμένο κολλάζ, ένα προσωπικό μου δίκτυ απλωμένο στον παρελθόντα χρόνο.


Μα όχι φυσικά. Δεν είμαι τέτοιος τύπος. Όχι μονάχα όλοι αυτοί οι περιβόητοι αξέχαστοι άνθρωποι υπάρχουν εδώ, γύρω μου, μα αρκετούς τους έχω ήδη γνωρίσει. Είναι όμως και κάτι ακόμη. Αυτή η πόλη είναι σαν κι εμένα, αρνείται να μεγαλώσει. Έχω μάθει να πηγαίνω κόντρα, να αντιδρώ συνεχώς. Έχω μάθει να μην πουλάω όταν το έχω ανάγκη, και να μην αγοράζω όταν θέλω, να λέω ότι σκέφτομαι και να κάνω ότι νοιώθω, να δρω με τη λογική και να αντιδρώ με το ένστικτο, να λέω συγνώμη πιο συχνά από το παρακαλώ, να φοράω φουλάρια το καλοκαίρι και φανελάκι το χειμώνα. Και να δικαιολογώ ότι δεν κάνω φυσικά, ότι δε λέω, ότι αγκιστρώνεται πάνω σε αυτά τα δίκτυα που σαρώνουν τις ημέρες μου.


Πείτε ότι θέλετε. Για μένα τα ταξίδια είναι διασκέδαση ή φυγή, και όχι κάποια απίστευτη μεταφυσική εμπειρία ή βιωματικά κουπόνια σε τιμή ευκαιρίας ή κάτι σαν τα αυτοκόλλητα της Panini τα οποία απαραίτητα πρέπει να μαζέψω για να συμπληρώσω την εθνική ομάδα της διαδρομής μου. Μα τα ταξίδια δεν είναι το θέμα, πάλι στροβιλίζομαι, ούτε η πόλη φυσικά, ποιος ασχολείται με κάτι τόσο άσχημο; Δεν έχω ανάγκη από μνήμες για τώρα.


Μέχρι και τα φυτά γνωρίζουν που να στραφούνε, αναζητούν την ημέρα τον ήλιο, και αυτός για να ανταποδώσει τη λατρεία τους προς αυτόν, τους χαρίζει φως και ζωή. Από πάνω προς τα κάτω ας πάμε. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, οι σπόροι των φυτών ξέρουν προς τα πού να κινηθούν και να μεγαλώσουν επειδή μπορούν και αναγνωρίζουν προς που ασκείται η βαρύτητα, μια ιδιότητα που στα αγγλικά λέγεται geotaxis. Μα το πιο σημαντικό από όλα είναι πως μια ομάδα ανθρώπων έχει αγοράσει ένα εργοστάσιο της Polaroid στην Ολλανδία και φιλοδοξεί να αναπτύξει ένα νέο είδος φιλμ που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τις υπάρχουσες Polaroid μηχανές. Επιχειρηματικές συγκινήσεις.


Όταν δύο άνθρωποι κοιτάνε ένα καθρέφτη, βλέπουνε δύο διαφορετικές εικόνες.


Επιτέλους κάνει κρύο σήμερα. Αυτή η πόλη μου ανήκει, μπορώ να κάνω ότι θέλω, απλά θέλω λίγα.

Monday, February 16, 2009

Intro

I see ugly monsters ….. they are coming from everywhere, I know them, they wear their hypocrisy capes, blabbing lies and wishes incoherently from their foul mouths. They are ugly and sly, they retreat just as they are about to eat me, they push me further taunting me. Their weak trembling hands fall off, replaced by new ones, they reach out to grab me, always missing, always trying. Their hollow promises evaporate in whiffs of separation and distance, but their mouths keep on working on the same horrible tempo. Black water stems from their ears and eyes, it fills the room, from the waist up, reaching my neck, it is drowning me. They are coming, they are coming, they are coming…


Dude relax, that’s just your reflection in the mirror.

Friday, February 13, 2009

Παγκόσμια Μαθήματα

Αυτή τη στιγμή η Αυστραλία προσπαθεί να λογαριάσει και να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής από τις πρόσφατες πυρκαγιές οι οποίες αποτέφρωσαν σχεδόν 4,5 εκατομμύρια στρέμματα δασικής έκτασης και ευθύνονται για το θάνατο τουλάχιστον 181 ανθρώπων. Από μόνη της φυσικά η περιβαλλοντική καταστροφή είναι δυσνόητη και η σημασία της θα φανεί στα επόμενα χρόνια, αλλά όπως πάντα, ο βίαιος θάνατος τόσων ανθρώπων αφυπνίζει απότομα την λαϊκή οργή, με τους Αυστραλούς να ζητάνε ταχύρυθμα τις συλλήψεις των εμπρηστών (εκ των οποίων κάποιες ήδη έχουν πραγματοποιηθεί). Την ίδια στιγμή, έχει ήδη εγερθεί η πάντα απαραίτητη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών συντονισμού και καταπολέμησης των πυρκαγιών, ενώ από την άλλη έχει ήδη ξεκινήσει ένας τηλεμαραθώνιος για την ενίσχυση των πληγέντων. Σας θυμίζουν τίποτα από όλα αυτά;


Οι ομοιότητες φυσικά με τις δολοφονικές πυρκαγιές του 2007 στην Ελλάδα είναι πολλές και σχεδόν τραγικές, αλλά ευτυχώς για τους Αυστραλούς δεν έχουν υπάρξει ακόμα πολιτικοί που να εμφανίζονται με αεροπορικά jacket ή να ρίχνουν σφαλιάρες στον άνεμο. Όμως αναπόφευκτα, όταν επιτέλους οι φωτιές κοπάσουν και το πρώτο κύμα σοκ περάσει, ο κόσμος της Αυστραλίας θα πρέπει να ακολουθήσει μια δύσκολη και αναλυτική ενδοσκοπική διαδρομή την οποία εμείς αποφύγαμε συστηματικά, μια διαδρομή η οποία θα προϋποθέτει ειλικρίνεια, ευθύνη και εξοστρακισμό οποιασδήποτε μικροπολιτικής ή επικοινωνιακής σκοπιμότητας. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω για το καλό τους.


Το ‘φαίνεσθε’ είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, αρκεί να θυμάσαι πάντα ποιος είσαι και να το χρησιμοποιείς με σύνεση. Το 2007 αρκετοί από εμάς ακολουθήσαμε την εύκολη λύση και πέραν των αποστολών τροφίμων και ρουχισμού, προσφέραμε χρηματικές δωρεές για τις πυρόπληκτες περιοχές προς το ειδικό ταμείο το οποίο είχε συσταθεί, ενώ την ίδια στιγμή η διάθεση πυροσβεστικού υλικού στο δημόσιο ήταν στη κορυφή της λίστας των προγραμμάτων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης τραπεζών κι άλλων μεγάλων επιχειρήσεων. Εν τέλει το σχετικό ταμείο το οποίο είναι υπό τη διαχείριση του πρώην υπουργού κ. Μολυβιάτη, συγκέντρωσε 205 εκατομμύρια Ευρώ εκ των οποίων όμως μόλις τα 60 εκατομμύρια έχουν διατεθεί για τον σκοπό τους, δηλαδή την επισκευή ή την ανασκευή των σπιτιών. Τα υπόλοιπα απλά κάθονται, και είναι αμφίβολο άμα έστω αυγατίζονται. Ταυτόχρονα υπάρχουν και κονδύλια του δημοσίου, δηλαδή από τον κρατικό προϋπολογισμό, τα οποία εισρέουν στις πυρόπληκτες περιοχές, με κυριότερη αυτή της Ηλείας, για την αποκατάσταση των ζημιών και την σχετική ανακούφιση των κατοίκων. Κατά τραγική ειρωνεία, η δημοτική αρχή της Ζαχάρως επιμένει να διαθέτει τα 1,8 εκατομμύρια Ευρώ που έστειλε η Αυστραλιανή κυβέρνηση για την κατασκευή νέου δημαρχείου, παρόλο τις πολλές αντιδράσεις και ενστάσεις που έχουν προκύψει ακόμη και από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό ο οποίος διαχειριζόταν το ποσό.


Όσο αναφορά τις οργανωτικές δομές, ξέρουμε μονάχα πως το υπουργείο εσωτερικών απορρόφησε το υπουργείο τάξης, κι άρα και το Πυροσβεστικό Σώμα, ενώ στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας αλλάξανε ορισμένα πρόσωπα. Αν και λογικά θα πρέπει να υπάρχει κάποιος απολογισμός όλων των εγκληματικών αμελειών του 2007, και κάποιος επιχειρησιακός ανασχεδιασμός που θα αποτρέψει ανάλογες καταστροφές, φυσικά το κοινό δεν έχει γνώση αυτών. Φυσικά υπάρχει πληθώρα απόψεων – στην Ελλάδα πάντα υπάρχουν αρκετές απόψεις αρκεί να καλυφθούν οι 5 ώρες με τον φραπέ μέχρι να δημιουργηθεί μια νέα πιο συνταρακτική είδηση– για το τι έπρεπε να γίνει και το τι πρέπει να γίνει, αλλά το σίγουρο είναι πως δεν ξέρουμε. Πως το κοινό κινείται στο σκοτάδι και σκέφτεται εν αγνοία. Τόσο απλά.


Ευτυχώς το 2008 οι τοπικές κλιματολογικές συνθήκες απέτρεψαν να αναγκασθούμε να δοκιμάσουμε κατά πόσο όντως μάθαμε το μάθημά μας και κατά πόσο είμαστε έτοιμοι. Θα ήταν ευχής έργο ποτέ να μη χρειαστεί να δοκιμαστούμε κατά αυτό τον τρόπο, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως όντως θα βρεθούμε σε μια ανάλογη περίπτωση -και το πιθανόν είναι πολύ σύντομα- και θα ήταν τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε πως θα την αντιμετωπίσουμε με πλήρη επιτυχία. Δυστυχώς όμως, ενάμιση χρόνο μετά τις φωτιές που μας σόκαραν και ξεγύμνωσαν, ακόμα δεν γνωρίζουμε με στοιχεία και αποδείξεις τι κάναμε λάθος και τι διορθωτικά μέτρα έχουμε λάβει για να προστατεύσουμε τον εναπομείναντα δασικό πλούτο (;) της χώρας. Μακάρι η έλλειψη ενημέρωσης και πληροφόρησης της κοινής γνώμης να μην αντικατοπτρίζεται σε έλλειψη προετοιμασίας των κρατικών και θεσμικών μηχανισμών, γιατί σε αυτή τη περίπτωση επιτρέπουμε ένα αποτρόπαιο έγκλημα να συνεχίζεται στο διηνεκές.


Tuesday, February 03, 2009

The φ ω λ κ story

Θα καταθέσω μια ιστορία, μια ιστορία αποτυχίας όπως το συνηθίζω άλλωστε, και τις αποτυχίες και να τις καταθέτω. Θέλω να πιστεύω πως οι άνθρωποι με τους οποίους κάνω παρέα και συνανστρέφομαι, διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους τόσο στις απόψεις τους όσο και στην αισθητική τους. Αναπόφευκτα λοιπόν σε αυτή την παλέτα υποψηφίων θυμάτων της φλυαρίας μου και των επιμέρους σατανικών μου ιδεών να κατακτήσω τον κόσμο, υπάρχουν και εκείνοι (bless them) που μου γεμίζουν το inbox μου με φωτογραφίες από διάφορες γκόμενες από τα περιοδικά του είδους, όπως π.χ. Maxim, FHM, Playboy, Penthouse και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως φυσικά κι άλλες αδιευκρίνιστες πηγές. Ταυτόχρονα, κι ως γνωστόν διακατέχομαι από μια αντιδραστική φύση και μια εμμονή να μ’ αρέσει το άγνωστο, οπότε είναι φυσικό για μένα στα είκοσι έξι πενιχρά μου χρόνια να έχω βαρεθεί αυτού του είδους τις φωτογραφήσεις και να με ενδιαφέρει κάτι παραπάνω από την τυπικά κονσερβοποιημένη και δεσμευμένη από κάποιες αναλογίες γκόμενα σε χαρτί illustration.


Οι πόζες και οι στάσεις είναι τυποποιημένες, ο φωτισμός είναι πάντα ο ίδιος, κι όσο για τις γκόμενες, ε αυτές όλες σχεδόν ενσωματώνονται σε ένα κανονιστικό καλούπι καύλας, που εξυπηρετεί μονάχα μια πλαστικοποιημένη σεξουαλικότητα με μπόλικη σιλικόνη, σαλαμοποιημένα κρέατα και άπειρες ώρες στο Photoshop, ενδιάμεσες παραστάσεις στις πολυάριθμες διαφημίσεις ακριβών ρολογιών και αυτοκινήτων. Δεν υπάρχει καμία φαντασία, ιδέα ή τουλάχιστον κάτι το οποίο να εξάπτει τη δική σου φαντασία, δεν υπάρχει κάποια ιστορία από πίσω, δεν υπάρχει κανένα προσωπικό στοιχείο από πίσω, κάτι το οποίο να αναδεικνύεται, κάτι το οποίο να μην φαίνεται εκ πρώτης όψεως, κάτι το οποίο μέχρι την έκθεση του να είναι άγνωστο. Μην νομίζετε πως εννοώ μια φωτογράφηση που να έχει κάποιο θέμα, ή κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο σαν αντίδραση στα τυπικά, αλλά κάθε φωτογραφία είναι και μια ιστορία, και μια γυναίκα έχει να πει πάρα πολλές ιστορίες, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.


Με το λέγε-λέγε και τις διάφορες κουβέντες περί γκομενών και φωτογραφήσεων, καθιέρωσα έναν όρο ο οποίος καλύπτει όλες τις γυναίκες που δεν ανήκουν στην κατηγορία της γκόμενας που είτε από τύχη (άτιμα γονίδια) ή θέληση (φράγκα, μακιγιάζ, πλαστικές και γυμναστήρια) κατάφεραν να έχουν ένα απίστευτο σώμα και ένα υπέροχο πρόσωπο, όλες τις γυναίκες που έχουν παραπάνω από μια ατέλεια, τέλος πάντως τις γυναίκες που δεν θα φωτογράφιζαν ποτέ τα πιο πάνω περιοδικά ανεξαρτήτως των δικών τους κριτηρίων. Ο όρος αυτός ήταν ‘φωλκ’ - χωρίς φυσικά να σημαίνει άσχημη - και σαν κάθε καλός αστός τον χρησιμοποιούσα όποτε ήταν δυνατόν σε κάθε δυνατή περίσταση σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον καθιερώσω. Όπως είναι φυσιολογικό λίγες εβδομάδες αργότερα, μια από τις σατανικές μου ιδέες ξεπρόβαλλε στην σαχάρα του μυαλού μου, όπως πάντα την πιο άσχετη στιγμή. Φαντάστηκα λοιπόν πως άμα έβαζα μια μικρή σπίθα, τότε θα φούντωνα μια ολόκληρη πυρκαγιά γύρω από την ιδέα και την πραγματοποίηση ενός φωτογραφικού φάνζιν το οποίο θα κάλυπτε το κενό το οποίο υπάρχει, ένα φανζιν με ‘φωλκ’ φωτογραφίες και γυναίκες, και ελάχιστα κείμενα ανάλογου περιεχομένου, ύφους και αισθητικής. Το ‘φ ω λ κ’ δηλαδή, όπως το βαφτίσαμε.


Έτσι λοιπόν άρχισα να στέλνω email σε φίλους, έστησα και ένα google group, έγραψα και το μανιφέστο του ‘φ ω λ κ’, πιθανούς τρόπους προσέγγισης των φωτογραφήσεων, βρήκα και παραδείγματα στο internet που αντιπροσωπεύουν ή πλησιάζουν την μονοδιάστατη ιδέα που είχα, μέχρι που έβαλα και ένα από τα θύματά μου (δηλαδή φίλο μου) που είχε κάτι άκρες στη Σχολή Καλών Τεχνών να ψάξει την δυνατότητα για ανεύρεση μοντέλων και τα λοιπά. Τα ερωτηματικά εμπόδια φυσικά ήταν πολλά. Ποιος θα βγάζει τις φωτογραφίες; Τα μοντέλα θα πληρώνονται ή θα λειτουργούσε το ‘φ ω λ κ’ με μια εθελοντική βάση; Θα έχουμε και άντρες μοντέλα; Πως θα ξεχωρίζει από το στερεότυπο γυμνό; Θα είναι λάγνο ή ‘αθώο’; Που θα κάνουμε τις φωτογραφήσεις και τι σκατά ξέρουμε εμείς από φωτογραφία; Θα τα βρούμε όλα στο δρόμο σκεφτόμουνα και έτσι δεν έδινα και πολύ μεγάλη σημασία, ακόμα και στις διάφορες ενστάσεις του στυλ 'έλα, τσόντα είναι' και 'το κάνατε για να βρείτε γκομενάκια'. Βέβαια, όπως κάθε καλή ιδέα (λέμε τώρα), σύντομα κι αυτή έχασε την υποστήριξη και την δυναμική της, φαίνεται προέκυψαν κι άλλα πράματα στην πορεία και το μόνο που απέμεινε ήταν τα διάφορα ψηφιακά της απομεινάρια, διάφορα email που είχαμε ανταλλάξει μεταξύ μας και διάφορα βιβλία που είχα αγοράσει για την σχετική έρευνα του θέματος. Κοινώς ήταν άλλη μια αποτυχία από τις πολλές που ξεχειλίζουν από τη φαρέτρα μου, κάτι σαν τις εφευρέσεις του Κύρου Γρανάζη στην πάντα γεμάτη αποθήκη του, μια ιστορία που θα έχω να λέω στα εγγόνια μου όταν θα τρέχουν τα σάλια μου από τα πολλά εγκεφαλικά.


Γιατί το αναφέρω λοιπόν; Φυσικά φταίει το email μιας φίλης που χαρακτηριστικά μου λέει ‘ήταν όλα μάταια;’ ‘όνειρο απατηλό’, 'ενθουσιασμός της στιγμής' κι άλλα τέτοια ενθαρρυντικά. Ε ναι λοιπόν, ήταν. Όπως κι τόσα άλλα, έτσι και το ‘φ ω λ κ’ ήταν μια ιδέα λοξή που δεν είχε κανένα στήριγμα και κανένα πάτημα, μια ιδέα τελείως ανώριμη, ασχημάτιστη, τίποτα παραπάνω από μερικές εξυπνάδες για να γελάσουμε.


Χάπυ νάου;

Γκούχου γκούχου

Δεν έχω κανένα πρόβλημα να γίνομαι ρόμπα (κανονική, όχι από τις άλλες τις ξεκούμπωτες), και έτσι θα το ομολογήσω. Έχω τρύπιες κάλτσες. Ναι ρε, έχω τρύπιες κάλτσες το κέρατό μου. Όχι όλες φυσικά, αλλά με τον ρυθμό με τον οποίο ξετυλίγεται αυτή η σιωνική (ή μήπως μασονική;) συνωμοσία, σε λίγες μέρες πάλι πρέπει να πηγαίνω για νέα ζευγάρια. Πείτε με παρανοϊκό (μαλάκα και ηλίθιο για να ακριβολογώ), αλλά κόβω το κεφάλι μου (ή καλύτερα τα μαλλιά της κεφαλής μου για περισσότερη ασφάλεια) πως το θέμα της κάλτσας είναι αντίστοιχο με του λαμπτήρες που έχουν ορισμένη διάρκεια ζωής ενώ θα μπορούσαν να διαρκούν για πάντα. Οι άτιμοι οι καλτσοποιοί, θα μπορούσαν να έχουν διπλή και τριπλή ραφή στο συγκεκριμένο σημείο – στο μεγάλο δάκτυλο btw – και έτσι θα λυνόταν το ολίγον εξευτελιστικό πρόβλημα. Αλλά βλέπετε υπάρχει η άτιμη η κερδοσκοπία στη μέση, το κεφάλαιο, ο καπιταλισμός, σε βάζουν επίτηδες οι παλιοχαρακτήρες να παίρνεις καινούριες για να τα ‘κονομάνε αυτοί. Αλλά για αυτά δεν τολμάει να μιλήσει το Zeitgeist, μόνο τα προφανή για την δουλεία του επιτοκίου και για κάτι αστρολογίες ξέρουν να λένε αυτοί οι θολοκουλτουριαδοαναρχικοί.


Φυσικά το λυσαλλέο κεφάλαιο υπάρχει παντού, όπως και η εξυπηρέτησή του φυσικά. Λαμπρό (ατυχής χρήση της λέξης) παράδειγμα το έγκλημα που συντελέστηκε από το Δήμο Αθηναίων στο παρκάκι στη διασταύρωση Κύπρου και Πατησίων με το ξεριζωμό και κουτσούρεμα δεκάδων δέντρων υψηλού πρασίνου. Όταν πρόκειται για λαδιά, το κράτος δουλεύει άψογα, αλλά κι περίεργο πράμα όμως, κάθε φορά που ο δήμος θέλει να κάνει υπόγειο παρκινγκ επιλέγει πάντα να απαλλοτριώνει πλατιές και όχι ιδιόκτητους χώρους. Πιο εύκολο, βολικό και φθηνό θα μου πείτε. Ακριβώς, τα ίδια είπαν και οι εργολάβοι στου Νικήτα το αυτάκι και αυτός κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, ενώ την ίδια ώρα κακοπληρωμένοι μπάτσοι με καύλες μέχρι το πηγούνι ρίχνουν δακρυγόνα, σφαλιάρες οικολογικές και χημικά. Έτσι όπως το πάει ο δήμαρχος με τα ατυχή καρό πουκάμισα, ο Νικήτας (ο Κακλαmoney όπως εύστοχα τον λένε οι Κυψελιώτες) θα καταφέρει η δεξιά να χάσει και την δημαρχία της Αθήνας, ε τότε θα έχει επιτύχει έναν άθλο πραγματικό. Από την άλλη φυσικά, το πάρκο είναι στο 6ο δημοτικό διαμέρισμα, οπότε εντάξει δεν πολυσκάμε κι ας τα τρώμε εμείς όλα τα αέρια. Πρώτο δημοτικό διαμέρισμα for evah, innit.


Ο πούστης ο καπιταλισμός χτύπησε πρωινιάτικα σήμερα και τους αγρότες από την Κρήτη (τα φιλιά μας στην υπέροχη Κρήτη που θα έλεγε και η Μενεγάκη) που ήρθαν να μας υπενθυμίσουν πως η αγροτική πολιτική της Ε.Ε. και ο αστικός πολισμός μας έχει φέρει τα πάνω κάτω, έχει κάνει το μαύρο άσπρο και έχει ξεφτιλίσει μια από τις αρχαιότερες και σπουδαιότερες ενασχολήσεις του ανθρώπινου είδους – την αγροτιά ντε, όχι τις τέχνες βρε ηλίθιοι. Την ίδια ώρα ο αρμόδιος υπουργός ταξίδευε σαν κλασσικός Ελληναράς επαίτης στας Βρυξέλλες να πείσει τους βασανισμένους από σκολίωση γραφειοκράτες πως το πεντακοσάρικο δεν είναι αναλγητικό λάδωμα από το πλάι αλλά απόλυτα δικαιολογημένες αποζημιώσεις. Βέβαια, για να τις πείσεις αυτές τις κουφάλες καλύτερο θα ήταν να μποϊκοτάρουμε την εξαγωγή φέτας και λαδιού εις τας Ευρώπας, και να αρχίσουν να πέφτουν σαν τις μύγες από τις καρδιοπάθειες. Για να γλυτώσουμε των επιτρόπων την καταστροφή, μονάχα μεσογειακή διατροφή. Πίσω στα δικά μας, εισαγγελείς και φαρισαίοι διέταξαν κατά ζώνες αποκλεισμούς των αγροτών και των τρακτέρ στο γαυρολίμανο (τι φοβήθηκαν δηλαδή, μην ορμήξουν τα τρακτέρ στη βουλή;), ενώ οι εύθραυστοι ματάδες απάντησαν στις πατάτες με πλούσιο μενού από γκλομπιές, ασπιδιές, χημικά και δακρυγόνα, ‘τα πως τα λένε’ που είπε και ο Μαρκογιαννάκης στη Βουλή(!). Και τα δακρυγόνα χημικά είναι, αλλά υπερθεματίζω για εφέ, όπως και στην προηγούμενη παράγραφο. Δε λέω, άμα φας πατατιά θα έχουμε ένα μικρό θέμα, αλλά μέχρι στιγμής στην αντιπαράθεση πλαστικής ασπίδας και πατάτας, το βασισμένο στο βαμμένο με αίμα πετρέλαιο υλικό κερδίζει τον με μόχθο βγαλμένο καρπό της γης. Πως τα λέω ο άτιμος, όχι πείτε μου πως τα λέω. Πάντως παντού ΜΑΤ ανά την επικράτεια, πόσα είναι πια τα ατιμούλικα;


Βέβαια δε νομίζω πως για όλα φταίει ο κεφαλαιολάγνος (I claim this word in the name of eloquence) πολιτισμός μας, υπάρχουν κι άλλα χαρακτηριστικά που τριγυρνάνε μέσα στο μυαλουδάκι πολλών που προκαλεί προβλήματα. Η εξουσία για παράδειγμα. Με περίσσεια πονηριά και θράσος η Νέα Δημοκρατία δια του αρμόδιου υπουργού της Π. Παυλόπουλο (aka Πάκης) δίνει assist την διακυβέρνηση της χώρας στο ΠΑΣΟΚ προωθώντας τον εκλογικό νόμο που εξασφαλίζει βουλευτική αυτοδυναμία. Ταυτόχρονα η Χαριλάου Τρικούπη (και Ιπποκράτους μαζί σύντομα) από τη μια αρνείται την αύξηση της πριμοδότησης από 40 βουλευτές σε 50, και από την άλλη το παίζει δίπορτο συνομιλώντας με Αλαβάνο που έχει πάθει λουμπάγκο από το πολύ πάνω κάτω των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ στα τρομογκάλοπ. Για να ακριβολογούμε δηλαδή, ο George έμαθε τα κόλπα τα Πολίτικα και εμείς γυρνάμε ταχέως στην τουρκοκρατία με ραγιάδες, κοτζαμπάσηδες, φιρμάνια, χρυσόβουλα, σουλτάνους και σουλτανάτα. Και για όσους δεν πολύ-καταλαβαίνουν, αντί να οδεύουμε προς την απλή αναλογική, κατρακυλάμε σε μια ακόμη πιο ενισχυμένη πλειοψηφική, ώστε στο τέλος το ένα πέμπτο του πληθυσμού να καθορίζει ποιοι κυβερνάνε, όσοι οι υπόλοιποι μας κοιτάμε τα αρχίδια μας και λέμε ‘τι έγινε πάλι;’. Αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά παραπλανητική, όλα στο όνομα της ομαλότητας και κάτω από τη σκιά της ακυβερνησίας, λες και είχαμε κάποια κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια, αλλά τέλος πάντων. Πλατειάζω και θα κάνω ψωμάκια (καλό, ε; αλλά μην φοβάστε, έχω ήδη προνοήσει για τη σαμπρέλα μου για το καλοκαίρι). Η ουσία είναι μια, χεστήκαμε για την ακυβερνησία, όχι άλλο νοθεία.


Άντε, κι αύριο μέρα είναι.


Υ.Γ. 1 Όσοι είναι υπέρ της αυτονομίας της λεβεντογέννας και φουντοκαπνιστής Κρήτης, να σηκώσουν περήφανα τις ρακές τους (όχι τα κουμπούρια, αυτά είναι επικίνδυνα πράματα).


Υ.Γ. 2 Εγώ τελικά με τις κάλτσες μου τι θα κάνω;


Sunday, February 01, 2009

Τόποι Μαγικοί

Κλείνει ο μήνας Ιανουάριος σε λίγες ώρες, επιτέλους θα πάρει τις βαρετές του μέρες και θα φύγει. Ο Γενάρης είναι για τον χρόνο ότι και η Δευτέρα για την εβδομάδα, είναι μια περίοδος που δεν έχει τίποτα ποτέ της να επιδείξει, και το Ιουλιανό ημερολόγιο είναι τόσο φιλεύσπλαχνο που ο επόμενός του, ο Φλεβάρης, είναι κουτσουρεμένος από ημέρες σαν ελάχιστη αποζημίωση.


Ποτέ δεν είναι ο τόπος, αλλά οι άνθρωποι, χωρίς όμως να αποκλείεται κι ο χρόνος. Θυμάμαι ένα αστειάκι που είχε κάνει ο Ζαμπούνης σε μια εκπομπή που παρουσίαζε πριν σταφιδιάσει ακόμη περισσότερο. Έλεγε τάχα μου πως οι ζεν πρεμιέρ δεν φοράνε ποτέ κάλτσες γιατί πάντα είναι σε ζεστά κλίματα, δηλαδή Ελλάδα το καλοκαίρι και Αργεντινή τον χειμώνα. Τι μέρη μυστήρια και εξωτικά είναι αυτά που πηγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι, το ‘χω αγωνία αν και τα έχω δει σε μεταγλωτισμένες σειρές. Έχω τα μάτια μου ανοιχτά και κοιτάω να θυμάμαι ποιοι πιστοί είναι τώρα στην Αθήνα – άμα δω κάποια άγνωστη φάτσα το καλοκαίρι το πρώτο που θα κοιτάξω είναι αν φοράει κάλτσες και τότε θα ξέρω.


Αλήθεια όμως δεν υπάρχουν τόποι μαγικοί, μονάχα στιγμές. Κι αυτές τις βρίσκεις, άλλες φορές τυχαία κι άλλες φορές ηθελημένα, κι άλλες φορές τις κυνηγάς και δεν έρχονται ποτέ, μα σίγουρα δεν χρειάζεται να κλείσεις ένα αεροπορικό εισιτήριο και να διασχίσεις τον Ατλαντικό ωκεανό. Δε μετριέται, ούτε λογαριάζεται, και το χειρότερο είναι πως μερικές φορές μπορεί να μην το καταλάβεις καν, συμβαίνει και το προσπερνάς με αφέλεια, χαζομάρα ή αλαζονεία Και μετά θυμάσαι, ή προσπαθείς δηλαδή, προσωπικά δεν έχω καλή μνήμη και αυτοσχεδιάζω. Μαζεύω όσα κομμάτια θυμάμαι ή βρίσκω και τα μπαλώνω όπως μπορώ, σαν εκείνες τις κουβέρτες που φτιάχνουν οι ινδιάνοι και κάθε πλεχτό λέει και μια διαφορετική ιστορία.


Ίσως βέβαια να τα λέω τόσο χαριτωμένα (λες ε;) μιας και δεν ταξιδεύω τόσο όσο θα ήθελαν άλλοι. Η κουλτούρα των ταξιδιών είναι εν μέρει πλασματική, ένα κομμάτι της αποκύημα της δυσκολίας που είχαν κάποτε τα ταξίδια και της περιπέτειας που εμπεριείχαν αρκετά από αυτά, κι ένα άλλο μέρος φυσικά το μάρκετινγκ των ταξιδιωτικών πρακτορείων και των αεροπορικών εταιρειών. Το Παρίσι η πόλη των ερωτευμένων, η Βαρκελώνη η πόλη της αρχιτεκτονικής, το Λονδίνο η πόλη των τεχνών (ή των μουσείων ή κάτι άλλο), το Μόναχο η πόλη της μπύρας, το Βερολίνο η πόλη με τις δύο όψεις, Λατινική Αμερική και Καραϊβική οι προορισμοί με τα γραφικά χωριουδάκια, τα φτωχικά εδέσματα και τις εξωτικές παραλίες. Λίγα ταξίδια έχω κάνει και μάλλον μου βγαίνουν διάφορες συμπλεγματικές σκέψεις σαν μηχανισμός άμυνας ή κάτι τέτοιο ψυχολογικό τέλος πάντων. Από την ανάποδη φυσικά περιοδεύω το κορμί μου στην Αθήνα την πόλη των ηλιθίων, την ξέρω πολύ καλά – την Αθήνα, όχι τα σαλαμοποιημένα προάστια της – κι ακόμη την μαθαίνω, την γνωρίζω χωρίς οδηγούς και χάρτες, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.


Τώρα βέβαια που είναι πρώτη Φλεβάρη και ο Γενάρης επιτέλους, έφυγε μου ήρθε μια πάρα πολύ καλή ιδέα σχετική με τα παραπάνω. Θα αγοράσω καρτ ποστάλ της Αθήνας, από τις πιο γελοίες με την Ακρόπολη και τους τσολιάδες μέχρι τίποτα γραφικές που δείχνουν τις γραμμές του τραμ και τους καφενέδες της δεκαετίας του ’30, και θα τις στέλνω σε φίλους εδώ στην Αθήνα. Πάνω τους θα γράφω διάφορα περίεργα, αρκετά ώστε να μην τις πετάνε.


Πάντως μετά τα e-mail και τις ψηφιακές μηχανές όποιος ασχολείτο με την βιομηχανία των καρτ ποστάλ πρέπει να καταστράφηκε. Το βλέπω κι από τη δουλειά, που τα παλιά τα χρόνια τις πουλάγαμε δέκα – δέκα και τώρα μονάχα κάποιοι μεθυσμένοι Νορβηγοί και φοιτητριούλες επιμένουν με αυτή την αναχρονιστική πρακτική. Λίγη σημασία έχει αυτό τώρα βέβαια. Οι τόποι οι μαγικοί δεν βρίσκονται στην μπροστινή πλευρά της καρτ ποστάλ, δεν βρίσκονται στη πλευρά της φωτογραφίας, αλλά στα γράμματα. Αυτο φυσικά άμα πιστεύεις στα λόγια, γιατί είναι και πολύς κόσμος που δεν του αρέσουν καθόλου οι καρτ ποσταλ.


Καλό μας μήνα ε;