Pages

Tuesday, March 30, 2010

4 Μαύρα Κουστούμια ή Dust in the Wind

Η επανεμφάνιση του Ρένου Χαραλαμπίδη στην μεγαλη οθόνη μετά από άλλα πέντε χρόνια (σαν σκηνοθέτης και σεναριογράφος) δεν δικαιολογεί την παρατεταμένη αναμονή, αφού ο κακομοίρικος ελληνικός κινηματογράφος χρειάζεται οπωσδήποτε την δημιουργική του συμβολή, κάτι το οποίο μετά τα Φθηνά Τσιγάρα (2000) και την Καρδιά του Κτήνους (2005), το αποδεικνύει νηφάλια μα και σίγουρα με το '4 Μαύρα Κοστούμια'.


Χωρίς να επιδιώκει την εμπορική επιτυχία, αλλά αναγνωρίζοντας την δύσκολη πάντα ισορροπία μεταξύ των ιδεών και εμμονών του με την ανάγκη τους να τύχουν απήχησης και αναγνώρισης από το κοινό, ο Ρ. Χαραλαμπίδης πετυχαίνει ένα μεστό και οικείο αποτέλεσμα χωρίς προκαταλήψεις και υπερβολές. Δομημένο γύρω από τις βασικές ιδεές που τον ακολουθούν από την πρώτη του κιόλας ταινίας ('No Budget Story' 1997), δηλαδή τον έρωτα, τις φιλίες και τις προσωπικές σχέσεις, τη φιλοδοξία και την αποτυχία, ο Χαραλαμπίδης στήνει μια γλυκόπικρη ιστορία δρόμου και χαρακτήρων με αφετηρία την Αθήνα και τερματισμό την υπό αναστολή ρομαντική αντίσταση των ηρώων του απέναντι στις αλήθειες -προσωπικές μα και υποπροϊόντα του σύγχρονου πολιτισμού μας- που τους καταδιώκουν.


Ήρωες του οι δύο όψεις της ίδιας κάλπικης λίρας, και τι ήρωες, με τους συμπρωταγωνιστές του, όχι απλά να τον συμπληρώνουν αλλά να στήνουν μαζί του ένα όμορφα ισορροπημένο καρέ τόσο σαν ιδέα όσο και σαν εκτέλεση. Ο Γιάννης Ζουγανέλης καταφέρνει και απομακρύνεται αρκετά από τις καρικατούρες του και παραδίδει μια συγκροτημένη ερμηνεία, ενώ με τη σειρά του ο Τάκης Σπυριδάκης εξακολουθεί να μας κάνει να απορούμε γιατί δεν τον απολαμβάνουμε πιο συχνά. Φυσικά όμως, την παράσταση κλέβει ο σύντροφός του από τη Γλυκιά Συμμορία του Νικολαΐδη και 'βετεράνος' των τεσσάρων μαύρων κουστουμιών, ο ασυμβίβαστος Αλκίνοος Παναγιωτίδης ο οποίος πέρα από την σε επίπεδα καλτ ερμηνείας του, στη μοναδική πραγματικά δραματική σκηνή προκαλεί ρίγος. Άξιος μνείας και ο Δημήτρης Πουλικάκος που εκτελεί περίφημα έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.

Με αυτούς τους συνοδοιπόρους λοιπόν και με το ευρηματικό του σενάριο παρέα, ο Χαραλαμπίδης εκτελεί με απόλυτη επιτυχία τη συνταγή της μαύρης κωμωδίας, χωρίς ποτέ να γίνεται κακόγουστος, πάντα όμως με τη δική του ρομαντική άποψη και κινηματογραφικά απολαυστική αισθητική του. Όσο οι κωμικές καταστάσεις στήνουν έναν υπέροχο σκελετό με μια απλούστατη αν όχι καθαρτική κατάληξη, άλλο τόσο οι απανωτές και ξεκαρδιστικές ατάκες συμπληρώνουν τις πλούσιες σε νόημα κινήσεις των ηρώων σε ένα πολυεπίπεδο μεν αλλά ευανάγνωστο και ολοκληρωμένο σύνολο το οποίο χαίρεσαι να το βλέπεις χάρη στην ανά στιγμές εξαιρετική φωτογραφία.


Σίγουρα υπάρχουν και αδυναμίες, με το μοντάζ να προβληματίζει σε ορισμένα σημεία και την εισαγωγή των χαρακτήρων να κρατά ίσως λίγο παραπάνω σε σχέση με το υπόλοιπο έργο, ή το ένα λιγότερο πλάνο στο απότομο τέλος, και οι μερικές αυτοαναφορές του σκηνοθέτη, αλλά όλα αυτά είναι λεπτομέρειες -ακόμη και αντιπαραγωγικές επισημάνσεις- μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε να ήταν καλύτερη ή τεχνικά αρτιότερη; Σίγουρα, αλλά πόσο σημαντικό είναι εν τέλει κάτι τέτοιο; Άλλωστε, όποιες αδυναμίες και να έχει η ταινίας, δεν την υποβιβάζουν καθόλου, και του εναντίον διατηρούν το πρόσφιλο και ανθρώπινο χαρακτήρα της. Το '4 Μαύρα Κουστούμια', μεσούσης των διαφόρων ρευμάτων, κονσερβοποιημένων παραγωγών, διαφωνιών και προβληματικών κατευθύνσεων, χωρίς να διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας ή εξαιρετικής ποιότητας, στέκει σαν φάρος για το είδος του κινηματογράφου που είναι προσηλωμένος, ψυχαγωγικός, σε πλήρη επαφή με το κοινό του και εν τέλει απλά καλός. Με απλά λόγια, μια καλή και απολαυστική ταινία, πόσο μάλλον όταν η παρέα σου ανυσηχεί για το πλήθος των ψαριών σε ένα μικρό ενυδρείο...


Είναι ευχής έργον λοιπόν η διανομή που έχει πετύχει και τώρα το μόνο που του μένει είναι να αγγίξει και την προσέλευση του κοινού που του αξίζει. Άντε, και την επόμενη φορά, όχι άλλα πέντε χρόνια, ε;


(φωτό από το καλοστημένο site της ταινίας, http://www.4mk.gr)

και το trailer φυσικά:





Saturday, March 27, 2010

Έστω αυτό λοιπόν



Η μεγαλύτερη πτώχευση είναι αυτή του πνεύματος.


Τόσο σε αξία όσο και σε απογοήτευση. Τους τελευταίους μήνες η πλειοψηφία ημών πιεζόμαστε από μια διαρκή τρομοκρατία, της οποίας την άγρια επιφάνεια χρόνια αρνιόμαστε να ψηλαφήσουμε, μα τώρα σαν αντίτιμο στην δειλία και την απάθειά μας, έρχεται αυτή να μας συναντήσει στην πιο άγρια της μορφή μέχρι τώρα.


Με τρόπους δύσκολους να καταλάβεις και να αναλύσεις, τηλεόραση, εφημερίδες και ραδιόφωνα γκρεμίζουν κάθε λογική μας άμυνα, καταλαμβάνουν κάθε γωνία της κουρασμένης μας σκέψης και από ανθρώπους, μας μετατρέπουν σε κενά δοχεία που αντηχούν κύματα από ψέματα και παραλογισμούς. Με τρόπο ακατανόητο, το μυαλό μας νεκρώνει, και αρχίζουμε πια να αναμασάμε δελτία τύπου, ανακοινώσεις και πληρωμένες αναλύσεις μόνο και μόνο για να μπορούμε να συμμετέχουμε σε μια κουβέντα χλιαρή και ανασφαλής, το ίδιο θορυβώδης με το σήμα ενός πειρατικού σταθμού. Κάποτε, ήμαστε πολίτες και μετά θεατές - καταναλωτές, και πια άψυχοι πομποί.


Δεν έχει αξία να προσπαθείς να εξηγήσεις την οικονομική κρίση της Ελλάδος και όποια πιθανή ανάκαμψής της, ούτε να σκιαγραφήσεις τα γεωπολιτικά και οικονομικά παιχνίδια που διαδραματίζεται τις τελευταίες μέρες στις Βρυξέλλες, με την κατά τα φαινόμενα κορύφωση τους την Παρασκευή. Όλα αυτά ωχριούν στη προσωπική μας πτώχευση και εγκατάλειψη, στην προσωπική μας εξαθλίωση. Πως αλλιώς να περιγράψεις τον αναιμικό τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας καταπίνει αδιαμαρτύρητα όχι μονάχα τις ποικίλες δέσμες μέτρων, αλλά ακόμη και τον επικοινωνιακό εμπαιγμό ο οποίος τις ακολουθεί. Δημοσκοπήσεις με στημένες ερωτήσεις και κατευθυνόμενες απαντήσεις προσπαθούμε να μας πείσουμε πως ‘τα μέτρα είναι άδικα μα αναγκαία’. Πότε το δίκιο δεν ήταν αναγκαίο, και πότε το άδικο έγινε αναγκαίο; Κι όμως, αυτή την ύβρις την αποδεχόμαστε, την υιοθετούμε και την αναπαράγουμε σε ένα θέατρο χυδαιότερο κι από αυτό του παραλόγου.


Δεν είναι κακό να νοιώθεις μικρός και αδύνατος απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα πολιτικών, μέσων και κεφαλαίου. Είναι λογικό, και πολλές φορές άλλωστε απαραίτητο λόγω των αναγκών και των προτεραιοτήτων σου. Σχεδόν πάντα η φιλοδοξία είναι προνόμιο των άπληστων και όπλο τους η καταπίεση και ο αποπροσανατολισμός. Μα πάντα υπάρχουν όρια, διότι τα ίδια τα θεμέλια της ζωής σου –αξιοπρέπεια, παιδεία, ανθρωπιά- πλέον ξεγυμνώνονται καθημερινά όσο επιτρέπεις τη συστημική κλοπή του υλικού σου κεφαλαίου να μεταλλάσσεται σε ασέλγεια πάνω στη ψυχή και το νου σου.

Μήπως να φταίει πως η μεθοδικότητα αυτού του άθλιο μηχανισμού χειραγώγησης είναι πέρα από αποτελεσματική και προσεκτική σε βαθμό υπνωτισμού; Φαντάσου πως κάθεσαι στο τραπέζι σου να φας, πως είσαι με φίλους σου ή με την οικογένειά σου, πως αυτός που μαγείρεψε δούλευε από το πρωί, και μετά τη δουλειά πήγε και ψώνισε τα υλικά, γύρισε στο σπίτι, μαγείρεψε, και αφού ετοίμασε το φαγητό, το σέρβιρε στα πιάτα. Φαντάσου πως ακριβώς τη στιγμή που είστε όλοι καθισμένοι στο τραπέζι και χαμογελάτε με την αδημονία του ζεστού φαγητού, κάποιος, άγνωστος έρχεται και παίρνει ένα πιάτο χωρίς λόγο, με το έτσι θέλω. Όταν τον ρωτάς γιατί, σου λέει κάτι αόριστο, δήθεν πως άμα δεν φάει κι αυτός, θα ‘ρθει μια μέρα που δεν θα μπορείτε να ξαναφάτε. Όταν προσπαθείς να αντικρούσεις τη λογική του, απλά επαναλαμβάνεται αλλάζοντας διαρκώς προσωπείο και φωνή, μα διατηρώντας αναλλοίωτα τα κίνητρά του.


Θα πεις πως δεν συμβαίνει έτσι ακριβώς, πως τα πράματα δεν είναι τόσο απλά, πως ένα οικονομικό σύστημα διέπεται από πολύπλοκους κανόνες και μηχανισμούς, πως η ανθρώπινη συμπεριφόρα πάντα θα καταφεύγει στην πιο απαραίτητη και ιδιοτελής πράξη, πως η επικρατούσα λογική δεν είναι τόσο διεστραμμένη. Σίγουρα, για τα ίδια γεγονότα και τις ίδιες συνθήκες, υπάρχουν πολλές αλήθειες και λογικές, όλες δόκιμες και λειτουργικές, όλες συμβατές κατά το δοκούν. Το νόημα είναι δεν είναι ποια (αλήθεια, λογική, όπως θες πες το) αποδέχεσαι με κατεβασμένα τα χέρια ή σε ποια υποχωρείς από φόβο, και πρόσκαιρη ανάγκη αλλά ποια επιλέγεις για να αντιπροσωπεύει και να σε εκφράζει, ποια επιλέγεις να υπερασπιστείς, σε ποια επιλέγεις να συμμετέχεις με τη φωνή σου και τη κριτική σου, σε ποια εναποθέτεις τις ευθύνες και τις ελπίδες σου. Και εμείς, αυτούς τους καιρούς, αποδεινυόμαστε δυστυχώς γνήσια τέκνα της ηθικής μας ταπείνωσης και πνευματικής μας φτώχειας.


Η ίδια ηθική που μας οδηγούσε στα γκισέ των τραπεζών για να πάρουμε διακοποδάνεια, τώρα μας προστάζει να μιλάμε για την αποδοτικότητα των δημοσίων υπαλλήλων και να δεχόμαστε σφυρίζοντας αδιάφορα τη μείωση συντάξεων συνανθρώπων μας. Το ίδιο μυαλό το οποίο μας έλεγε να γεμίσουμε με ενθουσιασμό τα καθίσματα του ΟΑΚΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και να αποθεώνουμε τα θαύματα της βιοχημείας, το ίδιο ακριβώς μυαλό, τις ίδιες σχεδόν μέρες μας κράτησε μακριά από τις ίδιες ακριβώς κερκίδες για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Το ίδιο λοιπόν πνεύμα όμως είναι εκείνο που μας έσπρωξε στους δρόμους την 7η Δεκέμβρη του 2008, όταν η βαλβίδα του ενστικτώδες θυμικού μας εξερράγη και βρήκε πεδίο εκδήλωσης η συσσωρευμένη οργή, αγανάκτηση και απελπισία του περίφημου πια ‘μέσου ‘Έλληνα’, αυτός ο τόσο άγνωστος και αλλοπρόσαλλος.


Δεν απορώ με την έλλειψη κάποιας δυναμικής αντίδρασης (και όποια σύγκριση με τον Δεκέμβρη του 2008 θα ακροβατούσε στα όρια του γελοίου) αλλά με την απουσία των γενεσιουργών στοιχείων αυτής. Απορώ με την έλλειψη αυτοκριτικής, σκέψης, ηθικής συνέπειας, με την έλλειψη έστω κάποιου εγωισμού. Απορώ και φοβάμαι με το ολοκληρωτικό μούδιασμα, από την υποβάθμιση του νου και της ψυχής. Λίγο να μην ίσχυαν αυτά, θα μπορούσες τουλάχιστον να έχεις την αξιοπρέπεια να αποδέχεσαι την πραγματικότητα εν πλήρη γνώση αδικίας της.


Έστω αυτό λοιπόν.

Sunday, March 21, 2010

Λυπάμαι...

... που δεν είχα το θάρρος να σε παρασύρω στη λίγη μα ειλικρινή μου ομορφιά μωρό μου.


Είμαστε μια σειρά παρεξηγήσεων, που διαρκώς αλλάζουν, πότε καθόλου δεν ταιριάζουν και πότε μαζί μπορούν να κάτσουν, μα υπάρχουν και φορές που τόσο αρμονικά τα λάθη μας και οι αφέλειες μας τραγουδούν το τραγούδι της προσδοκίας, έτσι όπως γίνεται ένα αθώο χαμόγελο στα ηλιοβαμμένα στάχυα της ζωής για εμάς να μοιραστούμε. Είμαστε νότες μιας μελωδίας χωρίς μουσουργό, μια ορχήστρα χωρίς μαέστρο, χρώματα και σκιές σε ένα καμβά χωρίς ζωγράφο.


Είμαστε μια συγκυρία την οποία μοχθούμε να εξουσιάσουμε. Το πιο ζωντανό και φωτεινό μας παράδειγμα, ο εξαθλιωμένος τζογαδόρος που έχει εγκαταλείψει παιδιά και γυναίκα για να πέσει θύμα των τοκογλύφων στη διαδρομή του τελεφερίκ. Οι σοφιστείες των αρχαίων δραματουργών άλλοτε βγαίνουν αλήθεια και άλλοτε σκουπίδια τις κάνουμε, τσαλακώνοντάς τες με το θράσος μας, γλεντώντας με την αφέλεια μας. Όποτε μπορούμε, προσπαθούμε, μήτε από υποχρέωση, μήτε από επιθυμία, μα από ανάγκη. Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε άλλωστε;


Πλουτίζουμε με τα λάθη μας, είναι το συνάλλαγμα των ψυχών βλέπεις, και ο έρωτας μια πράξη αντίστασης, μια ληστεία, μα πολύ πιο επικίνδυνη από ‘κείνες που ξέρουμε. Για αυτό και αθώα παιδιά δεν έχουν ελπίδα καμιά σε αυτόν. Πλουτίζουμε με τις αδέξιες κινήσεις μας, μέχρι κάποτε σωστά να περπατήσουμε με σιγουριά και καμάρι σε μια διαδρομή ευθεία. Ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Οι χάρτες των επιθυμιών μας, ένας θησαυρός που μονάχα άλλοι μπορούν να βρουν.

Είμαστε απίστευτες συμπτώσεις σε ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο του συνόλου μας, τυχαίες σημειώσεις σε ένα θέαμα φαντασμαγορικό, για μικρά παιδιά και μόνο. Μα δεν προλάβαμε καλά να εκπαιδευτούμε σε δρόμους ξένων πολιτειών και σε πλατείες μικρές, και όλο μας πέφτουνε τα αυγά και γινόμαστε γελοίοι και ακόμα πιο τραγικοί στη φτώχεια μας. Είμαστε γλυκές αποτυχίες που πασχίζουμε να κάνουμε παρέα η μια στην άλλη, χωρίς να μιλάμε πολύ, μονάχα να μοιραζόμαστε τη σιωπή μας και την κατανόηση όλων των πραγμάτων μικρών και μεγάλων, σημαντικών και ασήμαντων, όλα μια υποσημείωση σε μια στιγμή γαλήνης, η συνήθεια ο πιο γλυκός μας σύντροφος.


Είμαστε εικόνες, πολλές και επάλληλες που τίποτα δεν συνθέτουν. Είμαι αυτό που θα ήθελες, είμαι αυτό που δεν είμαι στα μάτια σου, είσαι αυτό που νομίζω, είσαι αυτό που θέλω να βλέπω, είμαι αυτό που κάποτε θα μπορούσα να είμαι, είμαι αυτό που θέλω να γίνω, είμαι αυτό που θέλεις να βλέπεις. Πως με ειλικρίνεια και λογική να αναταποκριθούμε στις ψευδαισθήσεις; Τα μάτια μας, ένα αδιάφορο όργανο, που όμως με τρόπο ειρωνικό τη φαντασία μας γεφυρώνουν, ποτέ σωστά μα πάντα συγκινητικά. Και στον ύπνο μας ζωντανεύουν, κι άμα το θέλουν, ιστούς πλέκουν, θαυμάσια μεταξωτά μηνύματα που ανοίγουν πόρτες και παράθυρα, πλανώνται στο ύψος των μπαλκονιών μας, πάνω από τη βρώμική μας πόλη, πάνω από τους δρόμους της ημέρας. Ένα πλέγμα με το λευκό της νύχτας, μια ιδέα αληθινή με παγίδες μα και προσκλήσεις. Μα με το φως του πρωινού σβήνουν και εξαϋλώνονται, αφήνοντας μας άτσαλα να σκιαγραφήσουμε την περασμένη τους παρουσία.


Δεν υπάρχουν ούτε ανοιχτά, ούτε κλειστά χαρτιά, δεν υπάρχουν καν χαρτιά. Υπάρχουν όμως γράμματα, τόσα πολλά γράμματα που ποτέ τους δεν στάλθηκαν, κι άλλα, ακόμη περισσότερα που ποτέ τους δεν γράφτηκαν. Εκεί που εγώ βλέπω μια αλυσίδα από χέρια που δεν απλώθηκαν και λόγια που δεν ειπώθηκαν, εσύ βλέπεις σημεία επαφής, βλέπεις ανατολές εκεί που βλέπω δύσεις. Η ειλικρίνεια δεν κατάφερε ποτέ της τίποτα, παρά μόνο να γκρεμίσει υπέροχα ψέματα τα οποία ελάχιστή τους επιθυμία είναι να ομορφαίνουν εμάς και τη ζωή μας. Πίστεψε με, η αλήθεια είναι φοβερά υπερτιμημένη, η δικαιολογία των αναίσθητων.


Μα στην φτηνή ευγλωττία της δειλίας, όχι, εκεί δεν υπάρχει κάτι όμορφο, μήδε στη γνώση που τόσο κακό σπέρνει στον άπειρο νου και τη χαμένη καρδιά. Είναι βλέπεις που τα λόγια είναι περιττά, έτσι όπως μολύνουν τις πράξεις και τα αισθήματα με τον θόρυβό τους. Τον θυμάσαι εκείνο τον θόρυβο που είχαμε παλιά, όταν μας έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ, με τις παλιές βιντεοκασέτες και ξυπνούσαμε νωρίς το πρωί με τον στατικό λευκό θόρυβο της τηλεόρασης; Έτσι είναι και τα λόγια, οι λέξεις, οι ματαιόπονες σκέψεις. Αρκετά.


Άπλωσε λοιπόν το χέρι σου στο νέφος των σκέψεων, κούνησε το και σκόρπισε τα λόγια, προχώρα και ψάξε να βρεις εκεί που οι υδρατμοί του πρωινού κάθονται σε μια επιφάνεια ζεστή, εκεί που εξατμίζονται, στις παρυφές μια σπηλιάς που κρύβει μια φωνή και μια ψυχή. Και όταν φτάσεις, μονάχα μη φοβηθείς ένα σπίρτο να ανάψεις και μέσα να μπεις.


Μετά από τόσα χρόνια, φίλε ΚΒ ξέρω τι ήταν το παζλ που κοιτούσες στον αέρα.

Wednesday, March 10, 2010

Αγαπητή Brittany...

(Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αυτή μου η επιστολή προορίζεται για την Brittany, φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης -ή έτσι έχει πει στη μάνα της δηλαδή- στο Brooklyn από την Arizona,και όχι στη Brittany από τη Minessota, που μου κρατάει μουτράκια.)


Χαιρετίσματα από το προτεκτοράτο καλή μου, σου έχω ευχάριστα νέα, μα καλύτερα να αρχίσω από την αρχή. Ώπος ξαίρις γληκυά μου, αιδό ζούμαι αιπωχαίς που θα ζίλαιβαι και ω Μπωστ, έτσι όπως έχουμε γίνει με το μισό βρακί στο κώλο μας και το άλλο μισό στο στομάχι του σκώρου, άσε που άλλες το βγάλανε και τελείως. Άτιμο πράμα ο σοσιαλισμός, κάτι ξέρετε εσείς οι ιμπεριαλιστές.

Όμως όλα αυτά κατόπιν μιας σειράς γεγονότων πήραν την ανηφόρα της ανατροπής, της εκ του πράσινου σοσιαλισμού ταγμένης. Επληροφορήθη από τον σύντροφο Πρέκα –εν μέσω της υπεράσπισης της γραμμής Ρούπελ από τους Γερμαναράδες πιστωτές της Deutsche Bank- πως ο σύντροφος Σειρηνάκης είναι πράκτορας της ΕΥΠ, στον οποίο ανατέθηκε αποστολή από τον σύντροφο GAP να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη για τα εισαγόμενα από τα διευθυντήρια επιβαλλόμενα οικονομικά μέτρα. Έκαστος στο είδος του και ο σύντροφος Σειρηνάκης στη τσόντα, ο οποίος επιστράτευσε τη συντρόφισσα Julia και έναν πρώην οικολόγο νυν μετριοπαθή Γάλλο, και γίναν’ μαλλιά κουβάρια, πουτάνες και παλικάρια με τα γνωστά επακόλουθα.

Φαίνεται όμως πως αναρχοδεξιοί προβοκάτορες υπάρχουν παντού, και αφού πέταξαν τους φραπέδες και τα φρεντοτσίνο στο γνήσιο τέκνο του Λένιν Παναγόπουλο, έριξαν τις καρφωτές τους στον Αντονιόνι του μουνιού και το ΣΔΟΕ (ή όπως διάολο το λένε) πλάκωσε στα γραφεία της Sirina. Κατάλαβες χαριτωμένη μου Brittany, μην δουν έναν άνθρωπο να προκόβει, αμέσως να πέσουν τα κομπλεξικά όρνια να τον φάνε αντί να ασχοληθούν οι άχρηστοι με τα διαφυγόντα κέρδη που προκύπτουν από τις ‘μαύρες’ κόπιες και τα άπειρα download. Έτσι ο σύντροφος GAP αναγκάστηκε να επιστρατεύσει τα μεγάλα όπλα και πλήρωσε μια επίσκεψη (paid a visit) στο δικό σας τον Μπαρμπα-Θωμά στο λευκό του το καλυβάκι. Έμαθα του πήγε ένα ταψί μουσακάm και δύο καραφάκια ούζο μπας και το γλυκάνει τον μαυρούκο σας. Αλλά μάντεψε τι έγινε!

Θυμάσαι που η Και-Τώρα-Ντόρα (εκείνη μωρέ η αψηλή που έκανε σταζ στο υπουργείο εξωτερικών) είχε πετύχει την άρση της προϋπόθεσης της έκδοσης VISA για ταξίδια στην αχανή σου πατρίδα, αλλά ποτέ η υπόθεση δεν προχώρησε; Ε, τώρα ο GAP πέτυχε ακριβώς το ίδιο! Ναι Brittany μου, για τους επόμενους τρεις μήνες μπορείς να συντηρείς ακόμα τις απατηλές ελπίδες πως θα πουλήσω το κορμί μου στη Συγγρού –την καλή πλευρά, ξέρεις εσύ- για να πληρώσω το εισιτήριο μου για μια απευθείας πτήση στα υπόγεια Guantanamo που συντηρούν κρυφο-αδερφές μέλη της Skull and Bones.

Από την άλλη όμως, υπάρχει ένα στοιχείο που μπορεί να δώσει μια γερή πλίνθινη βάση στις ελπίδες σου. Βλέπεις ζαχαρένια μου Brittany, ίσως τελικά η άρση της ταξιδιωτικής VISA να είναι απαραίτητη για την προσοδοφόρα επικοινωνία μεταξύ του προτεκτοράτου και της προστάτιδας (κάτι σε τσατσά, αλλά στο πιο γεωγραφικά προσδιοριστέο) δύναμης. Τώρα ειδικά που ο πράκτορας των Μουτζαχεντίν Obama θα βάλει τις ομάδες ΦΩΚΙΑ (SEAL) και τον James Bond να κυνηγήσουν τους μασόνους κερδοσκόπους που έβαλαν στο γυάλινο μάτι τους την Ελλάδα, αυτός ο ομφάλιος λώρος πρέπει να γίνει ακόμη ισχυρότερος. Εισιτήριο 800 Ευρώ, διεθνής ξεφτίλα priceless.

Τώρα βέβαια τροφαντό μου marshmallow, δεν ξέρω κατά πόσο πρέπει να πιστέψουμε πως πλησιάζει η στιγμή που το σκυλί θα δαγκώσει το χέρι του αφέντη που το ταΐζει αλλά εσείς οι δεξιοτέχνες του καπιταλισμού κάτι θα ξέρετε παραπάνω. Αντίθετα, εδώ εμείς οι γεροξεκούτηδες του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και του τρίτου shortcut έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας σαν βοοειδή σε χασάπικο μετά από σεισμό επτά παρά κάτι Ρίχτερ (μεγάλη η χάρη του και η λογαριθμική του κλίμακα) και δεν ξέρουμε πια τι να πρωτοκάνουμε, τόσο που μας έχει πιάσει η απελπισία με τα τζίνια του Δημοκρίτειου και του Πλανητάριου να επενδύουν σε μπουρδέλα και καζίνο.

Άμα έχεις καμιά καλή ιδέα ή ένα πλούσιο hedge fund να διαθέσει μερικά δισεκατομμύρια Ευρώ για να αγοράσει τη Ρόδο (αντιπαθώ τους Ροδίτες – sorry) σε παρακαλώ πες μου. Έως τότε, εγώ θα κάνω ότι μπορώ για να καταπολεμήσω τη διεθνή τρομοκρατία, να προάγω το δολάριο και τέλος πάντων ότι μπορώ για να ευχαριστήσω το μουστακαλή το μπάρμπα σου τον Σαμ μπας και με αποκαταστήσεις.

Σε ασπάζομαι καπιταλιστικά, το τσολιαδάκι σου.

Sunday, March 07, 2010

Που είσαι;

Έλα να κάτσουμε λίγο, έχουμε καιρό να τα πούμε. Το ξέρω πως με αποφεύγεις, μα κι εγώ το ίδιο κάνω, και εγώ το ίδιο θα έκανα στη θέση σου δηλαδή. Μα πρέπει να μιλήσουμε, γιατί έχουμε χαθεί, πρέπει να μιλήσουμε γιατί σε λίγο δεν θα αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Έλα ,κάτσε.

Ξέρω πως σκέφτεσαι, έτσι νομίζω δηλαδή. Μα αυτό δεν βοηθά και πολύ, άλλωστε έχεις χάσει τον έλεγχο από καιρό, δεν έχεις συναίσθηση, ούτε εσύ ο ίδιος ξέρεις πως σκέφτεσαι πια. Είσαι ένα χάος, οι σκέψεις και ενέργειες σου μια τυχαιότητα, χωρίς σχέδιο ή σκοπό, μια ρουλέτα που δεν έχει σταματημό. Κάποτε χανόσουνα, και τώρα είσαι παντού, μα πουθενά δεν έχεις να σταθείς. Είσαι σαν σκόνη απλωμένη, που σβήνει στο σκοτάδι. Δε με καταλαβαίνεις μάλλον, είναι βλέπεις που προσπαθώ να σου θυμίσω. Δεν θυμάσαι ε; Τουλάχιστον σε βάζω σε σκέψεις; Δεν γίνεται όμως να σου πω, πρέπει μονάχος σου να θυμηθείς και να βρεθείς.

Μην λιγοψυχάς, δεν θέλει τόλμη, λίγο μονάχα να ντραπείς, να μπορέσεις να κοιτάξεις τον εαυτό σου στο καθρέφτη και να θυμώσεις τόσο ώστε να χτυπήσεις το γυαλί μέχρι αυτό να σπάσει. Μπορείς να κάνεις έστω αυτό, σου απομείνει καθόλου αξιοπρέπεια ώστε να ντραπείς; Νοιώθεις πλέον τίποτα ή έχεις μουδιάσει τελείως; Μπορείς τουλάχιστον να απαντήσεις σε αυτό; Μπορείς να πεις ή να κάνεις οτιδήποτε πια; Σου ‘χει μείνει τίποτα μέσα σου ή έχεις στερέψει εντελώς;

Σε θύμωσα, τώρα υποχωρείς και κλείνεσαι. Συγνώμη αν σε αποπήρα, παρασύρθηκα, πίστεψα βλέπεις πως άμα σε ταρακουνούσα θα μπορούσα να σε πείσω, θα μπορούσα να ξυπνήσω κάτι μέσα σου. Κάποτε αυτό δούλευε και για μένα. Αφέλεια. Φαίνεται έχω αρχίσει να ξεχνώ κι εγώ. Λογικό είναι άλλωστε, ίσως για αυτό να προσπαθώ τόσο πολύ. Φοβάμαι μάλλον. Θέλω να νομίζω πως είναι καλό αυτό, είναι ένα κάποιο σημάδι, κάτι από το οποίο μπορώ να κρατηθώ. Άμα φοβάμαι κι άμα πεινώ, ακόμα μπορώ να ελπίζω. Ίσως ο φόβος να είναι ο πόνος της ψυχής. Εσύ έχεις κάτι από το οποίο μπορείς να κρατηθείς;

Ακόμα δεν καταλαβαίνω, δεν είμαι σίγουρος άμα φοβάσαι ή άμα πλέον δεν το καταλαβαίνεις καθόλου, άμα έχεις χάσει κάθε συνείδηση, πασαλειμένο με γλυκά. Δεν είσαι σε κάποιο ταξίδι, μονάχα γύρω γύρω πας σαν ένα χαζό παιδί σε κάποιο λούνα παρκ. Μια ανατριχιαστική μουσική παίζει, μια πυξίδα που διαρκώς κατεύθυνση αλλάζει. Όλα γύρω σου δεν είναι πια το ίδιο. Ακόμα και να ξέρεις την απάντηση, να θυμάσαι πως πάντα υπάρχει μια μεγάλη απόσταση μεταξύ του να ξέρεις και να παραδέχεσαι.

Ξέρεις λοιπόν; Κι αν ξέρεις, μπορείς να το παραδεχτείς;