Pages

Tuesday, May 25, 2010

Πρώτες μέρες στον στρατό

Όσα κι αν ακούσει ή διαβάσει κανείς για τη μελλοντική του στρατιωτική θητεία, είναι εν τέλει τελείως άσχετα με την ίδια την εμπειρία η οποία βέβαια πάντα διαφέρει ανάλογα με την χρονική περίοδο και το στρατόπεδο που κατατάσσεσαι, το κόσμο που θα συναντήσεις και φυσικά από το χαρακτήρα του καθενός. Στα αλήθεια είναι όλα ένα κάρο βλακείες, πόσο μάλλον οι δραματοποιημένες στον κινηματογράφο και την τηλεόραση εκδοχές τους. Λένε όμως πως από τη πρώτη μέρα, ή την θυμάσαι για πάντα στη ζωή σου ή την ξεχνάς γρήγορα. Εγώ μάλλον ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.

Τα λίγα πάντως που θυμάμαι είναι οι ατελείωτες αναμονές και τα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο, πάφα πούφα, πάφα πούφα η ανόητη αγωνία μας. 'Το ανάβουμε;' η απορία μου σε έναν Πειραιώτη έξω από το ΚΨΜ μόλις μπήκαμε στο στρατόπεδο, που αργότερα στη διμοιρία θα κοιμάται από κάτω μου πριν γίνει μόνιμος θαμώνας του 401. Μετά ιατρούς, στρατολογία, συνέντευξη ΥΕΑ (αυτοί που δηλώνουν δεν θα μπορούσαν να διοικήσουν ούτε παιδική χαρά), εμβόλια, περιμένουμε ώρες, και δως του τσιγάρο καθόμαστε, σηκωνόμαστε, τσιγάρο. Πρώτη εντύπωση: δημόσιο. Αργότερα ένας αξιωματικός πατάει φωνές επειδή κάποιοι νεοσύλλεκτοι δε στέκονται προσοχή για τη σημαία, μετά φαγητό, πίσω για το λουκάνικο -συγνώμη, σάκος ιματισμού και εν τέλει στο λόχο. Στις περισσότερες εικόνες είναι και ο συνοδός μας, ένας παλιός (σαρανταεννιά και σήμερα), καλούλης αλλά λίγο χαζός, όπως και ένας χοντρός συνδιμοιρίτης μου που δε λέει να σκάσει. Το παίζει μαγκάκι, αλλά μάλλον φοβάται μην τα σκατώσει όπως και στο σχολείο του.

Ύπνος; Εύκολος, παρόλο που ο σουρεαλισμός δεν έχει ξετυλιχθεί σε όλο του το μεγαλείο. Το φαγητό; Μόνο υστερικές μανάδες και μικροβιοφοβικοί θα μπορούσανε να ρωτάνε κάτι τέτοιο. Οι μέρες περνάνε, μαθαίνουμε τις υπηρεσίες, ρημάδες νυχτερινές στα μαγειρία και θαλαμο-dog, ανακαλύπτουμε τις σκουριασμένες μπασκέτες και το εγκαταλειμμένο γήπεδο ποδοσφαίρου. 'Έχουνε απαγορευτεί τα αθλήματα γιατί τραυματίζονταν κάποιοι και ζήταγαν αποζημιώσεις από τον στρατό'. Εν γένει μερικές ατάκες σου μένουνε όπως το 'δούναι και λαβείν' όταν πρόκειται για τη σχέση σεβασμού και πειθαρχικού ελέγχου μεταξύ αξιωματικών και φαντάρων ή 'ο στρατός είναι η αντανάκλαση της κοινωνίας'. Από ατάκες άλλο τίποτα, είναι σαν καραμέλες για τα βραχνιασμένα μας λαιμά.

Μετά έρχονται τα νοσοκομεία και η αντίστοιχη τρέλα. Και παρανυχίδα να δηλώσεις, μια επίσκεψη δε τη γλυτώνεις τόσο που φοβούνται, ενώ άλλες κλινικές περιπτώσεις τους πηγαινο-φέρνουν σαν τις άδικες κατάρες μέχρι να πάρει κάποιος την ευθύνη να τους δώσει αναβολή για δύο χρόνια –ούτε καν απαλλαγή. Κάποιοι απογοητεύονται που δεν είναι τα παλικάρια που νομίζανε και ντρέπονται για το Ι2 ή Ι3 που πήρανε, ενώ άλλοι έχουνε μάθει απ' έξω το στρατολογικό κώδικα προσπαθώντας να βγουν Ι5, όσο άλλοι βγαίνουν τηλεγραφικά. Ή έστω με SMS. Ανάμεσά τους και διάφοροι ανεπιθύμητοι, γύφτοι και πρεζάκια. Δημόσιο.

Πίσω στο στρατόπεδο, γρήγορα αποκτάς αλλεργία για το θάλαμο ο οποίος υπάρχει μονάχα για να κοιμάσαι -όταν σε αφήνουν οι φλύαροι φυσικά- και για τίποτε άλλο. Άμα είσαι σοβαρός αποφεύγεις και το ΚΨΜ, τη μαύρη τρύπα του στρατοπέδου, εκεί που ο ελεύθερος χωροχρόνος τρέχει σαν χείμαρρος και εξαφανίζεσαι στο σιφώνι της πραγματικότητας. Μαθαίνεις γρήγορα να τελειώνεις τις υποχρεώσεις σου -καθαριότητες, προσωπική υγιεινή, γυάλισμα, τακτοποίηση κρεβατιού κι άλλες μπούρδες- άμεσα και χωρίς πολύ χαβαλέ για να προλάβεις να χαλαρώσεις με τσαγάκι ή καφέ από το μηχάνημα έξω από το λόχο, πάντα με ένα τσιγαράκι. Εκεί βλέπεις παρέες και παρεούλες, αναπροσαρμοσμένες κλίκες και λίγους μονάχους τους, που σε ανησυχούν. Μερικοί όντως δεν την παλεύουν κι ας είναι κατασκήνωση, τους λείπουν γυναίκες, γονείς, φίλοι, δεν αντέχουν την πειθαρχία, λίγοι φοβούνται κιόλας, τι δεν ξέρω ακριβώς, ίσως τους υπολοίπους μας. Άλλοι πάλι ίσως και να έχουν λόγους που να προτιμάνε να είναι μέσα. Εν τω μεταξύ, αλλονών τα βύσματα είναι πιο φανερά και από τον εκνευρισμό στη ματιά μας, προκαλώντας με την αδιαφορία τους. Στον ελεύθερο χρόνο τα κινητά παίρνουν φωτιά, με τους περισσότερους αφελώς να προσπαθούν να συντηρήσουν σχέσεις κι άλλους να γκρινιάζουν στους γονείς τους, όσο άλλοι σχολιάζουν τις νέες τσόντες και τα ποδοσφαιρικά τέλματα. Ανιαρή βαβούρα, επαναλαμβανόμενη μέχρι αηδίας.

Μα το κυριότερο που σου κάνει εντύπωση είναι η αφομοίωση και η ομοιογένεια που προκαλεί η πειθαρχία, ο κώδικας ένδυσης και παρουσίασης. Το βασίλειο του μέσου όρου, η απεραντοσύνη της μετριότητας, όλοι το ίδιο πράμα, η σύνθεση του συνόλου από τον όχλο, 'δεν υπάρχει το εγώ, μόνο το εμείς'. Πέντε μέρες μετά την κατάταξη σου, ίσα που θυμάσαι έξι-εφτά ονόματα και μπερδεύεις διαρκώς τα πρόσωπα. Ρωτάς 'δεύτερος;' για το λόχο, 'τρίτη;' για τη διμοιρία μπας και βγάλεις άκρη, αλλά εις μάτην. Μόνη λύση η κουβεντούλα, δώσε ένα τσιγάρο εδώ, πάρε φωτιά από εκεί, να ανταλλάξεις τρεις αλήθειες βρε αδερφέ κι όχι μια λοβοτομημένη ανακύκλωση κάποιας πληρωμένης άποψης στην τηλεόραση. Είναι και αυτό μέσα στη διαδικασία της αποβολής περιττών βαρών που άμα ήταν άσχετα στη πολιτική σου ζωή, πλέον είναι δυσάρεστα στη στρατιωτική. Μια λογική ανάλυση όμως γρήγορα ανακαλύπτει τον πλούτο αυτής της αγγαρείας που λέγεται θητεία, δηλαδή το πλήθος και το βάθος των προσώπων γύρω σου, όσο κι αν προσπαθούν οι αξιωματικοί να σε καυλώσουν με το λόχο σου. Όλοι άνθρωποι είμαστε ρε μαλάκα. Εκατοντάδες χαρακτήρες και ιστορίες δίπλα σου, άλλοι πιο γραφικοί και άλλοι πιο κοντά σου, μα όλοι ουσιαστικά το ίδιο απέναντι στην υποχρέωση που πρέπει να διεκπεραιωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Μερικές φορές, ειδικά τις πρώτες μέρες, κάποιος λέει για πλάκα, ''Ελα, θα κάνουμε όλοι ένα μπραφ και θα βγούμε από την πύλη σαν κύριοι. Τι μπορούν να μας κάνουν;'. Γρήγορα αυτή η ρομαντική φαντασίωση αντικαθίσταται από τη τυπική λειτουργικότητα, να 'σαι δηλαδή κυριούλης με το λιγότερο δυνατό έξοδο και να μην στα πρήζουν οι από πάνω. Μεγαλύτερη αρετή από όλες αναδεικνύεται ο σεβασμός και η αλληλεγγύη για τους συναδέλφους σου. Όταν βάζουν όλοι από ένα χεράκι, η διμοιρία βγαίνει λάδι, ενώ όταν μαλακίζονται κάποιοι την πληρώνουν όλοι και ο αχρείαστος εκνευρισμός αυξάνεται. Απλά. Ηλίθιες νόρμες τις οποίες ακολουθείς είτε από επιλογή, είτε από ένστικτο και έτσι οι ώρες κυλάνε ελαφρύτερα. Μετά τις πρώτες μέρες, η υστερία της παρέλασης και της ορκωμοσίας διαδίδεται σαν τον τυφό μέσα στο στρατόπεδο. 'Ένα το αριστερό' και άγιος ο θεός, με τους αξιωματικούς να κάνουν σαν μικρά παιδιά και τους φαντάρους ακόμα μικρότερα. Μετά από έξι συνεχόμενες αποτυχημένες διελεύσεις, η διμοιρία γεμάτη με ένα τσουβάλι πτυχία, προσωπικότητες, εμπειρίες, αρχές και ιδρώτα μέχρι τη κωλοράχη αναπτερώνει το ηθικό της με ένα μπράβο από το λοχαγό της. Εμετός.

Όπως και να 'χει, όσο και να το επαναλαμβάνεις στο νου σου, η εννοιολογική του βαρύτητα δεν αλλάζει. Χάσιμο χρόνου. Απλά και κάτσε βγάλε άκρη. Όμως τώρα ήρθε ο καιρός να φύγω, να γυρίσω στο στρατόπεδο, να γνωρίσω καλύτερα τους συναδέλφους μου όσο θα αρχίσουν και τα γέλια με τις καμπάνες. Χάσιμο χρόνου δηλαδή.

Sunday, May 23, 2010

Εκεί

Ψάχνω σε τζάμια λεωφορείων που στρίβουνε, ραγδαίες αντανακλάσεις πιθανών εκδοχών, πιθανών στιγμών. Πόσο όμως να κάτσω σε μια γωνία και γιατί; Πόσο να αφήσω τον Διαβάτη και τον Σταμάτη να εναλλάσονται πάνω στον φωτεινό σηματοδότη;

Άσκοπες νησίδες σχηματίζουν τον θολό αστερισμό των διαδρομών μου, και στη πορεία, λίγες μα τόσες λίγες στήλες άλατος χαραγμένες από έναν τυφλό γλύπτη, τον αιώνιο αναπολητή, τον γέροντα που περιμένει τον χρόνο να τον προλάβει, τον σιωπηλό. Οι λέξεις, γράμματα, σκέψεις, αναμνήσεις, οι φαντασιώσεις, τα ψέματα, ότι γεμίζει το κεφάλι μου, είναι χαλίκι και άμμος στα πόδια μου, τα οποία σέρνοντας κι αυτά το αναιμικό μου βάρος υφαίνουν μια μονότονη διαδρομή. Έχω δει τόσες φορές την άσχημη πλευρά, ώστε να ξέρω πως εκεί υπάρχει μονάχα η ομορφιά, εκεί στις υδροφόρες σχισμές ανάμεσα στα πλήθη των αδυναμιών μας και στην οχλαγοή των λαθών μας. Ένα μεγάλο παζλ πάντα αντέχει να του λείπουν αρκετά κομμάτια, αρκεί να το κοιτάς από μακριά.

Σε κάθε αύριο λοιπόν, μια μυρωδιά του χθες να με κυνηγά, διαρκώς να με σπρώχνει στις ζεστές αγκαλιές των αναγκών μου, αυτές τις πιο καθάριες στιγμές του εαυτού μου. Εκεί θα βρίσκομαι στο τέλος, κάθε φορά εκεί θα βρίσκομαι, εκεί που με συναντά το ψιλόβροχο των τόσων απογευμάτων μακριά σου.

Sunday, May 09, 2010

Δεν θέλω να φοβάμαι

Δεν θέλω να φοβάμαι. Δεν θέλω να φοβάμαι που δεν κοιμάσαι τα βράδια. Δεν θέλω να φοβάμαι να σηκωθώ το πρωί. Δεν θέλω να φοβάμαι την αλήθεια, δεν θέλω να ανέχομαι τα ψέματα. Δεν θέλω να φοβάμαι τα λάθη που θα κάνω. Δεν θέλω να φοβάμαι τα επιτόκια που ανεβαίνουν, και τις ηθικές που πέφτουν. Δεν θέλω να φοβάμαι μην χάσεις τη δουλειά σου. Δεν θέλω να φοβάμαι την ανασφάλεια σου, δεν θέλω να φοβάμαι την ανασφάλεια μου. Δεν θέλω να φοβάμαι τα μικρά βράδια και τις μεγάλες μέρες. Δεν θέλω να φοβάμαι τις σιωπές. Δεν θέλω να φοβάμαι τα κακόγουστα αστεία. Δεν θέλω να φοβάμαι τις σκιές και τη μαζική υστερία. Δεν θέλω να φοβάμαι τον θυμό μου. Δεν θέλω να φοβάμαι πως θα φοβάσαι. Δεν θέλω να φοβάμαι.

Όλοι μου οι φόβοι θα βγουν αληθινοί, μα δεν θα φοβηθώ.

Thursday, May 06, 2010

Τι θέλετε να σας πω;

Τι θέλετε να σας πω; Μήπως πως όταν παίζεις με τη φωτιά πρέπει να είσαι έτοιμος να καείς και να κάψεις; Ή μήπως καλύτερα να συγκαλυφθώ υπό τη σκέπη της ενοχικής σιωπής των κινηματικών σωμάτων που αμήχανα μια βολική στάση επιζητούν; Θέλετε άραγε να επισέλθω σε αίολες τεχνικές λεπτομέρειες και να ζητώ λογαριασμούς από συγκυρίες; Ίσως θα έπρεπε να αναζητώ με δανεικά πυροφάνια ηθικούς αυτουργούς και άλλες απαιτήσεις πεντάχρονων παιδιών, ή για μεγαλύτερο εντυπωσιασμό να αρχίσω να μιλώ για πιθανότητες, για το πόσο τυχεροί κατά τα πρότυπα των οπαδικών επεισοδιών είμαστε. Μα άμα θελήσω πιο φτηνός να γίνω, μπορώ συγκρίσεις χυδαίες να ξεκινήσω να κάνω και μάταια ένα συλλογικό θυμικό να αναζητώ. Μήπως τάχα μου το μανδύα του a la carte δικαστή να φορέσω και κατά βήμας και ριπάς ευθύνες να αποδίδω; Κι ακόμη πιο σοβάρος να γίνω, και την υποκρισία να χτυπώ και για βολικούς και άβολους θανάτους να μιλώ. Πιο καλά όμως μπορεί, το συναίσθημά μου να αφήσω να τρέχει και να ζητώ αίμα για το αίμα, κι ας ξεχνώ πως πάντα είναι το αίμα του αδίκου. Κάλλιστα βέβαια, μπορώ στις αγκαλιές της μαζικής υστερίας να πέσω και τη ζεστή θαλπωρή της να 'υχαριστηθώ. Δεν θα έπρεπε όμως και ποτέ να ξεχνώ και την ικανότητα του τυχαίου μα και την απολυτότητα του αναπόφευκτου. Όχι. Όχι άλλες μαλακίες.

Θα σκάσω και θα αναλογιστώ, όπως τόσοι άλλοι θα έπρεπε.