Pages

Tuesday, February 23, 2010

Ψυχολογία delivery

Τρέφομαι σχεδόν αποκλειστικά με φαγητό απ’ έξω. Η γαστρονομική μου παλέτα έχει κατατμηθεί όχι σε γεύσεις, αλλά σε μαγαζιά, διασταυρώσεις και τηλέφωνα. Τα πλούσια σε σόδα και συντηρητικά εδέσματα που απολαμβάνω με έχουν εκπαιδεύσει να διακρίνω την αφράτη ζύμη της Roma Pizza από την μαλακιά της Pizza Hut, και το νεκρό ντόνερ του Σάββα από τον πιο φρέσκο του Σεβάχ. Με μια μόνο δοκιμή μπορώ να σου πω πότε θα έχω χωνέψει την υπερβολική σάλτσα στα spaghetti paezana του Benvenutto ή πότε σφάχτηκε το κοτόπουλο στο αντίστοιχο πιάτο του Food Company με δεντρολίβανο και lemon sauce.

Για ξεκάρφωμα πηγαίνω στον θρυλικό πια Κυματοθραύστη, τίμιος αντικαταστάτης του Μπαρμπα-Γιάννη όσο αναφορά τις διατροφικές μου ανάγκες. Ένα μεγάλο για έξω, σχεδόν ποτέ σαλάτα, σχεδόν πάντα ένα κοτόπουλο κάποιας μορφής, παέγια τις Κυριακές, ποτέ επιπλέον αλάτι και πάντα μόνο μια φέτα ψωμί. Έξι ευρώ. Έχω μια παρανοϊκή συνωμοτική θεωρία πως στα φαγητά τους βάζουν μορφίνη για να πηγαίνω ξανά και ξανά. Εγώ άμα είχα μαγειρείο, αυτό θα έκανα πάντως. Τέτοιο καθίκι είμαι.

Μια από τις βασικές αρχές ενός (πραγματικά) καλού εστιατορίου είναι να έχει όσο το δυνατόν λιγότερα φαγητά στο μενού. Άμα είναι πάνω από δέκα, προσοχή, το πιο πιθανό είναι η ποιότητα να είναι χαμηλή. Ενώ άμα έχει λίγα εδέσματα στο menou, μπορείς να νοιώθεις εμπιστοσύνη πως ο σεφ τα έχει τελειοποιήσει και πως τα υλικά δεν έχουν μείνει για αναρίθμητο καιρό στα ψυγεία.

Στα delivery το σκεπτικό είναι το ακριβώς αντίστροφο. Το φυλλάδιο πρέπει να θυμίζει περισσότερο διήγημα παρά μενού, οι σελίδες του να είναι γεμάτο με ελκυστικές φωτογραφίες από θελκτικά φιλέτα και ορεξάτες γαρνιτούρες, και φυσικά το ίδιο πιάτο σε δεκαπέντε διαφορετικές παραλλαγές, κάθε φορά με ένα διαφορετικό συστατικό. Πατάτα στο φούρνο, πατάτα στο φούρνο με τυρί, πατάτα στο φούρνο με τυρί και ζαμπόν, πατάτα στο φούρνο με τυρί και ζαμπόν και μπέικον, πατάτα στο φούρνο με τυρί και ζαμπόν και μπέικον και κρέμα γάλακτος.

Η ψευδαίσθηση της ποικιλίας και της ελευθερίας της επιλογής, αυτή είναι η συνταγή της επιτυχία κάθε καλού ντελιδεράδικου. Μια γεύση για τον καθένα, γιατί είμαστε όλοι μοναδικοί, και εξαιρετικοί και μας αξίζει το καλύτερο. Και να θυμάστε,σας αγαπώ! Τα δημοφιλέστερα συστατικά, σπορέλαιο, κρέμα γάλακτος (σε μπιτόνια), φτηνό σπαγγέτι, μπέικον, αλάτι και φυσικά σόδα. Χωρίς σόδα, το στομάχι δε φουσκώνει, κι άμα το στομάχι δε φουσκώνει, οι μερίδες πρέπει να μεγαλώσουν, κι άμα οι μερίδες μεγαλώσουν, το κόστος θα ανέβει, κι άμα το κόστος ανέβει, το μαγαζί θα κλείσει. Οπότε σόδα.

Όμως η αίσθηση της χόρτασης δεν είναι αρκετή, δεν φτάνει μονάχα αυτό για να πετύχει η μπίζνα. Απαραίτητη είναι και η αίσθηση της ικανοποίησης, μια αναγκαιότητα ευρέως γνωστή από τα αμερικάνικα burger fast-food, τα οποία απολαμβάνουν τον εθισμό ορδών εθισμένων στις τεχνητές τους γεύσεις. Στο κόσμο του marketing, δεν μπορεί να είναι τυχαίο που τέτοια μαγαζιά δεν έχουν ντελίβερι. Ξεχάστε τα ναρκωτικά, τα τροχαία, τους ιούς της γρίπης, τους Τούρκους και τα χλαμύδια, ο μεγαλύτερος μας εχθρός βρίσκεται στο αλουμινένιο κυπελάκι, στο χάρτινο κουτί και στο πλαστικό πιάτο. Τα σουβλατζίδικα έχουν πάπρικα ακόμη και στη τουαλέτα, τα ιταλικά ξεχειλίζουν από κρέμα γάλακτος και τα κινέζικα έχουν μαυρίσει από τη πολλή σόγια.

Όμως αυτό που έχουν όλα σαν κοινό φυσικά είναι τα γλυκαντικά, εκεί βρίσκεται το μυστικό αγαπητές μου φιλενάδες. Ασπαρτάμη (Ε951), κυκλαμικά οξέα, ακεσουλφάμη (Ε950), και πολυόλες είναι μερικές από τις βασικότερες ομάδες τεχνητών γλυκαντικών ουσιών που μπορεί βρει κανείς σε πατάτες τηγανητές μέχρι ένα κοτόπουλο φλαμπέ με λευκή σάλτσα. Τα περίφημα και δαιμονοποιημένα από τα Μέσα Μαζικής Επανάπαυσης έψιλον. Μέσα μου διαρκώς κρύβεται και μεταβολίζεται μικρά χημικά θαύματα της μεταπολεμικής βιομηχανικής επανάστασης. Σιγά-σιγά γίνομαι χημικός, the chemical man. Κάτι ήξερα που στο μάθημα της χημείας, αντί να διαβάζω, έπρηζα τα αρχίδια του φίλου μου του Φίλιππου.

Είμαι από τους καλύτερους εκπροσώπους της καλοβολεμένης γενιάς, εκείνης που έλεγε μαλακίες σε χαζογκόμενες στο IRC και παράγγελνε σουβλάκια, της γενιάς του e-bay και του Patatafritas, Sega Megadrive, Γκάλης, Βαζέχα, συγκυβέρνηση, ιδιωτική τηλεόραση, Wendy's, Τσερνόμπιλ, Απαράδεκτοι, internet και νταουνλόαντ που έλεγε και ένας Λαρισαίος γνωστός μου, εκείνης της γενιάς για της οποίας την πάρτη έχουν κάνει εκπομπή με μανάδες και μαμούχαλους (‘Μια Νύφη για το γιό μου’). Όλα στο πιάτο, μονάχα ένα τηλέφωνο μακριά. Όχι σαν τα σημερινά παιδιά που τα έχουν όλα και δεν ξέρουν τι θέλουν.

Εγώ που θέλω μια γυναίκα να μου σιδερώνει, να μου πλένει, να μου μαγειρεύει, να μην μένει μαζί μου, αλλά να μου κάθεται πού και πού, είμαι απαιτητικός ή απλά παραδοσιακός; Ή απλά μαλάκας;

Ευτυχώς τα μηχανάκια απεργούν αύριο.

Friday, February 19, 2010

Πολλές

Είναι πολλές και σε εμένα ακατανόητες, μυστήριες, ένα ερωτηματικό με καμπύλες. Είναι πολλές, ίσως περισσότερες από ότι θα έπρεπε, περισσότερες από όσες μπορώ. Σίγουρα όμως είναι ακατανόητες. Για αυτό λοιπόν δε προσέχω και κινούμαι στα όρια των λαθών και των κακών επιλογών, πάντα προσμένοντας το χειρότερο, πάντα απολαμβάνοντας το καλύτερο. Δε σκέφτομαι, δεν υπολογίζω. Αντιδράσεις. Εκπλήξεις. Ανακαλύψεις. Απογοητεύσεις.

Με τη μια πίνουμε ποτά σε κάποιο μαγαζί. Αυτή βάφεται στη τουαλέτα. Κάποιος με παρακολουθεί. Μιλάμε, γελάμε, τίποτα το παράξενο. Κάνουμε τα τηλέφωνά μας, πληρώνουμε, βγαίνουμε, χαιρετιόμαστε και ο καθένας μας παίρνει το δικό του δρόμο.

Είναι πολλές.

Όσο κι αν κλείνω τα μάτια, δεν αλλάζω. Δεν θυμάμαι πως ήταν όταν ήμουν τυφλός.

Περιμένω στο καφέ την άλλη, αλλά από το δρόμο εμφανίζεται μια άλλη. Κάποιος με παρακολουθεί. Της γνέφω, με πλησιάζει και τελικά κάθεται μαζί μου. Μιλάμε, γελάμε τίποτα το παράξενο. Μπορεί και να φλερτάρουμε. Δεν έχω ξεχάσει αυτή που έρχεται, απλά επιμελώς δεν το σκέφτομαι. Έρχεται, πληρώνω, φεύγουμε και αφήνω την άλλη πίσω. Ακόμα και η απέχθεια είναι καλύτερη από την άγνοια. Περπατάμε προς τα κάτω. Στο τέλος του δρόμου με δέρνουν τρείς μηδενιστές.

Βλέπω ντοκιμαντέρ από τις σαβάνες, τις ερήμους και τις ζούγκλες.

Είναι πολλές οι άτιμες.

Έχω ξεχάσει να πονώ. Μην ξεχάσω να θυμηθώ να ξεχάσω. Με βήματα προς τα πίσω, τα γυμνά μου πόδια σκαλίζουν στο δρόμο με τα χαλίκια την πορεία προς την επόμενη. Στο τέλος της κάπου, νομίζω υπάρχει ένα τσίρκο που το έχει σκάσει από μια παλιά ξεθωριασμένη φωτογραφία.

Είμαι στο κρεβάτι μπανταρισμένος, με γάζες και αίματα. Μια άλλη με φροντίζει και με προσέχει. Αυτός που με παρακολουθεί, κάθεται πιο δίπλα. Αυτή φεύγει, κουράστηκε. Η σκιά μου, αυτός που με παρακολουθεί, μου προσφέρει ένα ποτήρι whisky. Ανάβει τσιγάρο, και το μοιραζόμαστε.

Είναι πολλές και τις στεναχωρώ. Τις απογοητεύω, μα κάτι είναι κι αυτό, σημαίνει πως κάποτε τις γοήτευα. Αυτό μονάχα ξέρω να κάνω, τα λάθη είναι ο κώδικας επικοινωνίας μου, ραδιοκύματα σε μια ηλεκτρονική θύελλα. Τη διαδρομή μου την ξέρω καλά, σε κάθε γωνία της έχω σκοντάψει.

Είναι πολλές και είμαι άκλαφτος.

Τα πλάνα του καφέ για την video-ιστορία ‘Πολλές’ θα γυριστούν την Κυριακή 21/02/2010. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Είσοδος ελεύθερη.

Friday, February 05, 2010

Αγαπητή Jacqueline...

Αγαπητή Jacqueline,

Σου γράφω από την αγαπημένη σου βρώμικη Αθήνα, από το γεμάτο στάχτες και λεκέδες γραφειάκι μου. Είναι ένα ακόμη κρύο πρωινό σε αυτόν τον γυμνίο χειμώνα και πλέον έχω σταματήσει να μετράω τις τρύπες στη βράκα μου. Καλά διάβασες γλυκιά μου, η κατάσταση μου πλέον έχει φτάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, τόσο που δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα με βρει την επομένη. Αρνούμαι πεισματικά στις γενικές συνελεύσεις να μπει πετρέλαιο στην πολυκατοικία, κλέβω αναπτήρες σαν να μην υπάρχει αύριο, ζηλεύω τους άστεγους στα συσσίτια και προσπαθώ να περάσω την αξυρισιά μου σαν στυλ και έχω να βάλω πλυντήριο τουλάχιστον τρεις εβδομάδες. Οι γκόμενες αντί να αγοράζουν σκισμένα στο κωλομέρι jean και φουστάνια, γεμίζουν τα συρτάρια τους με κολλάν των τριών ευρώ, ενώ πλέον δεν υπάρχει κιλοτάκι που να μην είναι προκλητικό χάρη στην οικονομία στο ύφασμα. Εκεί στη Γαλλία, ποιά είναι η τελευταία μόδα στα εσώρουχα; Χθες άκουσα στις ειδήσεις πως χρεοκοπούμε και έκλεισα τα φώτα.

Μην πηγαίνει ο νους σου στο κακό, δεν θέλω δανεικά. Έχω ήδη βάλει την λεπίδα στο λαιμό μου καταφεύγοντας στα μικρομάγαζα της Αθηνάς και ανταλλάσοντας τα τελευταία μου Ευρώ για ένα τσουβάλι γουάν από έναν αδίστακτο σχιστομάτι. Τώρα πια ξέρεις γιατί τόσο καιρό δεν έχω πάρει το τραίνο –πόσο μάλλον το αεροπλάνο- να έρθω να σε επισκεφθώ στο όμορφο Παρίσι σου. Η γάτα σου πως είναι, την ταΐζεις καλά; Εγώ διαπίστωσα πως ο Τζίμης, το σκυλί του γείτονα που κάθεται στη δική μας πολυκατοικία, είναι κατατονικό. Άτιμο πράμα η ζωή Jacqueline μου, μέχρι και τα σκυλιά μας έχουν ψυχολογικά προβλήματα.

Όμως, δεν μπορώ να έχω παράπονο, δεν είμαι κλεισμένος στο καβούκι μου. Τα τηλέφωνα εξακολουθούν και βαράνε χωρίς σταματημό, και μιλάω με πολύ κόσμο. Διαφημιστές και πωλητές προσπαθούν επίμονα να με πείσουν για τη μια και την άλλη προσφορά και για τις τελευταίες κρυφές εκπτώσεις, αλλά εις μάτην και έτσι ανοίγουμε κουβέντες για τον καιρό και την άσχημη αγωνιστική κατάσταση του Ολυμπιακού. Εκεί όμως που πραγματικά ιδρώνει το αυτί μου στο ακουστικό είναι με τις έρευνες αγοράς, κι ας μην υπάρχει αγορά. Δεν ξέρω τι ψάχνουνε - καλύτερα να βάζανε την Νικολούλη- αλλά με ρωτάνε για τις προτιμήσεις μου, τι κανάλια βλέπω, τι ποτά πίνω, τι τσιγάρα καπνίζω, τι καπότες φοράω. Σπυριάρηδες φοιτητές της ΑΣΟΕ και της Νομικής καταχωρούν τα προσωπικά μου στοιχεία στα ψηφιακά συστήματα του Μεγάλου Αδερφού με τη παραμικρή λεπτομέρεια και τις αναρίθμητες στατιστικές προεκβολές. Πλέον δεν τα ξέρει όλα η Ασφάλεια, αλλά οι δημοσκόποι.

Αγαπημένη μου Jacqueline, δεν θέλω να σε στεναχωρώ, αλλά δυστυχώς έτσι είναι η πραγματικότητα, αρχίζω να νομίζω πως τα πράματα είναι χειρότερα από ότι νομίζω. Σκέφτομαι να αρχίσω να πουλάω στο e-bay όλα εκείνα τα υπέροχα δώρα που μου έχεις κάνει –το κόκκινο φουλάρι του πατέρα σου που φορούσα στις πορείες, ένα αποξηραμένο φύλο πορτοκαλιάς με τα ονόματά μας χαραγμένα, έναν αναπτήρα που έκλεψες από εκείνον τον μπουφετζή που γούσταρες, και το ‘Σεξ για αρχάριους’ που μου χάρισες στον ένα μας μήνα. Μακάρι μονάχα η χρηματική τους αξία να ήταν τόση όση η συναισθηματική τους! Μα δυστυχώς γλυκιά μου, μπορεί στο χρηματιστήριο της αγάπης να έχω κάνει limit-up μαζί σου, αλλά το χρηματιστήριο αξιών Αθηνών πλήττεται συνεχώς από αδίστακτους κουρσάρους της υπεραξίας, κερδοσκόπους και νταβατζήδες του spread.

Αγαπητή μου Jacqueline, είμαι αναγκασμένος όμως να σταματήσω τώρα, πρέπει να προλάβω να ανακυκλώσω 157 μπουκάλια μπύρας για μερικά δεκαρικάκια τα οποία θα δώσω αμέσως για να αγοράσω λίγο επιστολόχαρτο ακόμη. Βλέπεις, πρέπει να γράψω και στην καλή μου Carla στο Μιλάνο, και μετά στην γλυκιά μου Steffi στο Βερολίνο. Αχ, αγαπημένες μου εταίρες, δεν σας προλαβαίνω μες στη φτώχεια μου.

Σε φιλώ.

Αθλητικοί συσχετισμοί εν τη Αλβιώνα τη γραία

Είναι φοβεροί αυτοί οι Άγγλοι. Πίνουν μπύρες από τις δώδεκα και εφευρίσκουν σπορ στα οποία δεν μπορούν να κερδίσουν.

Τρανότερο παράδειγμα είναι φυσικά το αγαπημένο σε όλους μας ποδόσφαιρο όπου ναι μεν έχουν το καλύτερο πρωτάθλημα στο κόσμο, αλλά σε εθνικό επίπεδο το καλύτερο που έχουν να επιδείξουν είναι ένα παγκόσμιο κύπελλο το 1966 με το γνωστό γκολ φάντασμα για το οποίο μέχρι και καθηγητές φυσικής ασχολούνται. Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε ‘επίσημα’ το 1863 στην Αγγλία με την δημιουργία της Αγγλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Football Association), αλλά οι ρίζες του απαντώνται στον Μεσαίωνα με χαρακτηριστικότερες αναφορές τις συνεχείς απαγορεύσεις του αθλήματος από τους βασιλιάδες της Αγγλίας (με πρώτο τον άχρηστο Εδουάρδο τον 2ο, γνωστός από το κέρατο που έφαγε από τον Mel Gibson στο Braveheart) πριν και κατά τη διάρκεια του εκατονταετούς πολέμου. Από τη μια η βασιλική αριστοκρατία ενοχλείτο από τη φασαρία και την ασχήμια του λαϊκού αθλήματος στους δρόμους των πόλεων, και από την άλλη εθεωρείτο απαράδεκτο το προλεταριάτο της εποχής να ασχολείται με τέτοια ζητήματα και να μην εξασκείται στην τόσο απαραίτητη για τον εθνικό ιμπεριαλισμό τοξοβολία!


Αιώνες μετά, το ποδόσφαιρό παραμένει το ίδιο λαοφιλές και συγκινητικό, και πλέον έχει την επιχορήγηση και στήριξη του κεφαλαίου με κάθε πιθανό τρόπο με τους καλύτερους παίχτες του να διαφημίζουν αντιπυτιριδικά σαμπουάν και πανάκριβα εσώρουχα. Όσο για τους Άγγλους, έχουν καταφέρει και έχουν εγκαθιδρύσει το καλύτερο και ακριβότερο πρωτάθλημα του κόσμου, χάρη κυρίως στην ίδια τους την τρέλα για τη στρογγυλή θεά. Χαρακτηριστικό αυτής της εκπληκτικής μανίας, είναι πως φέτος, μέχρι στιγμής και μεσούσης οικονομικής κρίσης, η Premier League καταφέρνει και έχει μέσο όρο πληρότητας γηπέδων 91%, ένα ποσοστό ονειρικό σε επίπεδα ονείρωξης για την ταπεινή πλην βαμμένης στα πράσινα δικής μας Superleague. Οι Άγγλοι σίγουρα αγαπάνε το άθλημά τους, και αυτό με τη σειρά του τους επιβραβεύει με θέαμα και συγκινήσεις, αλλά κάθε καλοκαίρι έχουν πάντα εκείνο το ίδιο γλυκόπικρο παράπονο στα χείλη τους εξαιτίας των αλλεπάλληλων απογοητεύσεων που τους προσφέρει η εθνική τους ομάδα.


Ευτυχώς για αυτούς, το καλοκαίρι παίζεται το προσωπικά πολυαγαπημένο μου κρίκετ, του οποίου οι πρώτες αναφορές ύπαρξης χρονολογούνται στις αρχές του 16ου αιώνα στη νότιο Αγγλία εν μέσω κάποιας καλοκαιρινής απογευματινής ραστώνης. Το ακριβώς αντίθετο του ποδοσφαίρου, το κρίκετ παίζεται τις καθημερινές σε ώρες που ο φυσιολογικός κόσμος δουλεύει, σταματάει με την πρώτη ένδειξη βροχής, και διαρκεί άπειρες ώρες μέχρι μέρες. Η ομορφιά του αθλήματος βέβαια δεν έγκειται στο να το παίζεις, αλλά στο να το παρακολουθείς από την κερκίδα με ένα παγωμένο Pimm’s και να σχολιάζεις ανέμελα φορώντας ένα αστείο καπέλο όσο οι περισσότεροι από τους παίχτες στο γήπεδο κάνουν πάνω κάτω το ίδιο άκριβως πράμα με εσένα. Ίσως το πιο μποέμ άθλημα που θα μπορούσε να διανοηθεί ανθρώπινος νους, οι Άγγλοι πρόλαβαν και το διέδωσαν στις αποικίες τους, οι οποίες με τη σειρά (με κύριους πρωταγωνιστές την Ινδία και το Πακιστάν) τους ξεπληρώνουν τις ιμπεριαλιστικές διαθέσεις της παλαιάς αυτοκρατορίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν είναι πως δεν έχουν επιτυχίες τους οι Άγγλοι, αλλά συνήθως το να παρακολουθείς ένα τουρνουά κρίκετ που συμμετέχει και η Αγγλία, είναι σαν να παρακολουθείς έναν φιλόδοξο πολεμάρχη να οδηγεί αργά αλλά σταθερά τον στρατό στην ολοκληρωτική σφαγή, ή κάποιον να ετοιμάζεται ενδελεχώς για ένα ραντεβού, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει πως έχει αργήσει λίγο λιγότερο από μια ημέρα. Αν μη τι άλλο, το κρίκετ είναι από εκείνα τα αθλήματα το οποίο αποδεικνύει, ότι δεν έχει σημασία ούτε η νίκη, ούτε η συμμετοχή, αλλά το να διασκεδάζεις χωρίς να πολύ - καταλαβαίνεις γιατί. Κάπως δηλαδή όπως και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι Άγγλοι το παρελθόν της Αυτοκρατορίας και το παρόν της Κοινοπολιτείας.


Το κρίκετ βέβαια δεν είναι τόσο γνωστό σε εμάς, όσο για παράδειγμα το water polo (γουότερ πόλο ή υδατοσφαίριση ελληνιστί) το οποίο, ναι, καλά καταλάβατε είναι κι αυτό άλλη μια αγγλική αθλοπαιδιά η οποία ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα σαν επίδειξη κολυμβητικής ικανότητας, αν και πολύς κόσμος πιστεύει πως ήταν ένας ακόμη τρόπος για τους ομοφυλόφιλους Άγγλους να αλληλοτραβάνε τα βρακάκια τους. Ή και όχι. Αν και στα υπόλοιπα ομαδικά αθλήματα που έχουν εφεύρει, είναι κάπου στο μέσο του ανταγωνισμού, σχετικά με την επιτυχία τους στο συγκεκριμένο άθλημα, οι Άγγλοι ήταν εντυπωσιακά απόλυτοι. Κερδίσανε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1900, το 1908, το 1912 και το 1920 και ύστερα αποφασίσανε πως ήταν ιδιαίτερα κουραστικό και ενοχλητικό να ανταγωνίζονται τις υπόλοιπες ανάγωγες χώρες (παραδόξως όχι πρώην αποικίες ή χώρες της Κοινοπολιτείας, αλλά χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία και η Ουγγαρία φυσικά) που όχι μόνο αποφασίσανε πως θα παίζανε κι αυτές το ίδιο άθλημα, αλλά θα κερδίζανε κιόλας. Παρόλο που οι Άγγλοι έχουν περισσότερες κλειστές πισίνες από ότι δημόσιες τουαλέτες, η τύχη του αθλήματος στην Αγγλία αγνοείται μεταξύ ανυπαρξίας και αστειότητας. Λογικό λοιπόν οι φίλτατοι Εγγλεζάδες να επιστρέψουνε στο ακόμη πιο δύσκολο και επίπονο rugby.

Το rugby έχει κοινές ρίζες με το ποδόσφαιρο, τόσο ως προς τους τη φιλοσοφία και τους κανόνες όσο ως προς και την απήχηση. Άλλο ένα άθλημα του λαού δηλαδή, του οποίου το όνομα το οφείλει στην πόλη του Rugby, από όπου και έλαβε τους πρώτους του επίσημους κανόνες το 1845. Την σημερινή εποχή έχει δύο μορφές (το κλασσικό Rugby Union και το πιο άγριο και θεαματικό Rugby League) οι οποίες και οι δύο είναι χίλιες φορές ανώτερες από το αηδιαστικό παραγωγό του, το πνιγμένο στην ντόπα αμερικάνικο football, ενώ είναι και το μοναδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίχτες φοράνε ταινία στα αυτιά τους για … να μην  τους ξεκολλήσουν. Μπορεί να φαίνεται βάρβαρο και ακανόνιστο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα ιδιαίτερα τεχνικό και απαιτητικό άθλημα. Παρόλο τη δημοφιλία του σε διάφορα μέρη του κόσμου (κυρίως στην κεντρική Ευρώπη και στην Ωκεανία, αλλά ακόμη και σε χώρες όπως η Πορτογαλία), η Αγγλία καταφέρνει και περισώζει λίγο από την αξιοπρέπειά της, κερδίζοντας ένα παγκόσμιο κύπελλο το 2003 στο Rugby Union και 3 στο Rugby League - τα οποία κι αυτά με τη σειρά τους ωχριούν στα 9 της Αυστραλίας. Συμπερασματικά, είναι ένα ακόμη άθλημα το οποίο αν και γεννήθηκε στα σπλάχνα της πατρίδας τους, οι ίδιοι οι Άγγλοι μόλις που καταφέρνουν να είναι σχετικά καλοί σε αυτό. 


Μέχρι στιγμής, έχουμε ήδη τέσσερα ομαδικά αθλήματα χωρίς καν να υπολογίζουμε το πόλο (το απλό με τα αλογατά) ή το curling (το οποίο για να ακριβολογούμε προέρχεται από τη Σκωτία) και αρχίζει να γίνεται αρκετά σαφές πως τελικά οι Άγγλοι είναι αρκετά … παιχνιάρηδες. Ή αυτό, ή οι γυναίκες τους είναι τρομερά άσχημες, κάτι το οποίο θα μπορούσε να εξηγήσει και το μαζικό φαινόμενο μετανάστευσης των Εγγλεζάδων στις παραλίες της Ισπανίας. Αντίθετα, εμείς οι Έλληνες έχουμε τουλάχιστον εννιά διαφορετικούς καφέδες, και δεν θα γράψω τίποτα παραπάνω.

 

Tuesday, January 26, 2010

Mην φοβάσαι

Όταν δεν ξέρεις που βαδίζεις και μονάχα τις κουβέντες των άλλων σκέφτεσαι, μην φοβάσαι. Όταν όσο και να προσπαθείς την αποφύγεις, η επιθυμία σου είναι από παλιά ειλημένη, μην φοβάσαι. Όσο κι αν νοιώθεις τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σου, όσο κι αν θέλεις να ουρλιάξεις αλλά ούτε ψίθυρος δεν βγαίνει από τα κουρασμένα σου πνευμόνια, μην φοβάσαι. Όσο κι αν το δωματιο πλυμμηρίζει με νερό, όσο κι αν το φως σβήνει σίγουρα και σταδιακά, μη φοβάσαι. Ακού με όταν σου μιλάω, μην φοβάσαι όλα αυτά που σε φοβίζουν, είναι όλα τόσο μικρά μπροστά στο τι μπορείς να μου κάνεις. Μην φοβάσαι λοιπον. Δεν αξίζει τον κόπο. Μην φοβάσαι όταν φεύγουν τα συναισθήματα, μη φοβάσαι όταν το άδειο σου κέλυφος γεμάτο ανούσιες σκιές είναι, μην φοβάσαι όταν επιπλέεις, μα ακόμη περισσότερο μη φοβάσαι όταν βυθίζεσαι, όταν πνίγεσαι.

Μη φοβάσαι τις σκιές, μα ούτε και το σκοτάδι. Μη φοβάσαι, όταν ψάχνεις τον εαυτό σου να βρεις σε παλιά στέκια, και κλειστά τηλέφωνα, σε γωνίες που όσο κρύες παλιά φαντάζονταν, εσύ πάλι ζεστές τις αναπολείς. Μη φοβάσαι όταν τον εαυτό σου χάνεις, μη φοβάσαι όταν τα μάτια σου κρατάς σφαλιστά και δεν θες να τα ανοίξεις. Μη φοβάσαι όταν έχεις ξεχάσει να αγαπάς, όταν έχει ξεχάσει να θυμάσαι. Μη φοβάσαι όταν ζεστασιά πια δε νοιώθεις ακόμα και όταν το κορμί σου ιδρώνει, όταν σταματήσεις τις φωνές σου να ακούς, μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά. Μην φοβάσαι όταν πρέπει να αλλάξεις, αλλά δεν θέλεις. Άκουσε με που σου μιλάω, πρόσεξέ με. Με ακούς; Ακόμα και όταν δε με καταλαβαίνεις, ακόμα και όταν δεν καταλαβαίνεις τον εαυτό σου, μη φοβάσαι.

Όσο κι αν προσπαθείς να μην πληγώνεσαι, μη φοβάσαι, θα συμβεί. Μη φοβάσαι, όταν προσπαθείς να μην πληγώσεις, κι αυτό θα συμβεί. Μονάχα μη φοβάσαι. Όταν όλα αλλάζουν, και χάνουν το νόημα τους, όταν τα μάτια σου βλέπουν διαφορετικά, όταν δεν ακούς με την καρδιά, όταν πια δε ζαλίζεσαι, όταν πια δεν έχεις πυρετό, μη φοβάσαι. Πίστεψε με, μη φοβάσαι. Ακόμη και όταν η μουσική δεν είναι ίδια, και οι χορδές έχουν λυθεί, ακόμη και τότε, όταν σε ρωτάνε γιατί, και δεν έχεις τι να απαντήσεις, ακόμη και τότε μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι, όταν για το σπίτι ο δρόμος όλο αλλάζει, μη κουράζεσαι με σκέψεις και μη φοβάσαι.

Πόσο μου αρέσουν τα συγκρουόμενα.

Friday, January 22, 2010

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση και η ... Πανάθα


Αρκετά κουρασμένο πια, αλλά στη βαρεμάρα μας διαρκώς ανακυκλώμενο, είναι το πολιτικό αστείο περί των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν κάποτε μεταξύ τυρού και αχλαδιού γελάγαμε με την υπεραριθμία απόψεων και ρευμάτων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, πλέον έχει καταντήσει εκνευριστική η στείρα κριτική ανθρώπων συνηθισμένων σε ηγεμονικά σε επίπεδο σκοταδισμού συστήματα λήψης σύνθεσης πολιτικής και λήψης αποφάσεων. Σίγουρα, η σύντομη ιστορία του πολιτικού μορφώματος της αριστεράς είναι γεμάτη από παλινωδίες και έριδες άσχετες με την κοινωνίας και τις αξίες που υποτίθεται πως αντιπροσωπεύει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά είναι αφελές να κατηγορείται η διαδικασία όταν τα μέλη της δεν την εξυπηρετούν ως προς τον σκοπό της.

Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και σε μερίδα της επικοινωνιακής αντιμετώπιση του κυβερνητικού μοντέλου του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Η δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση υπό τη σκεπή του OpenGov χλευάζεται από το ΚΚΕ όσο οι αντιπολιτευτικές εφημερίδες αναζητούν ανώμαλες εκφράσεις όπως εκείνες που ήρθαν στην επιφάνεια με το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια, τα ανοιχτά υπουργικά συμβούλια αντιμετωπίζονται ως τηλεοπτικές χαριτωμενιές επιπέδου Λαμπίρη, ενώ φυσικά όταν οι βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κάνουν το τύποις αυτονόητο, δηλαδή να ασκήσουν κριτική και έλεγχο, Κασσάνδρες με περούκες μουχλιασμένες κάνουν λόγο για έλλειψη κεντρικής πολιτικής γραμμής και συντονισμού αποφεύγοντας επιμελώς να εμπλακούν σε πραγματικό πολιτικό διάλογο. Η νέα κυβέρνηση σίγουρα δεν διέπεται από αξίες και αρχές μιας ιδανικής και ανοιχτής αμεσοδημοκρατίας, ενώ παράλληλα τα παραπάνω ανοίγματα μπορούν πάντα να ερμηνευτούν ως κινήσεις εντυπωσιασμού προς ένα μικρό αφελές μερίδιο της ‘πληροφορημένης’ αστικής τάξης.

Από την άλλη, ο Παναθηναϊκός στο ποδόσφαιρο απολαμβάνει μια από τις καλύτερες χρονιές των τελευταίων ετών και από τις 24/1, το πρωτάθλημα έχει λάβει χαρακτήρα περιπάτου παρόλο που ορθώς ο προπονητής του Ν. Νιόπλιας ζητά σοβαρότητα και επαγγελματισμό. Επί του παρόντος επικρατεί ηρεμία και απόλυτη συνεννόηση στον πράσινο πάγκο. Το σύστημα είναι το 4-5-1 (κλειστό ή ανοιχτό, πάντως 4-3-3 δεν είναι), με κορυφή τον Σισέ και άγιος ο θεός, κρυφό φορ ο Κατσουράνης, κρυφό δεξί μπακ ο Σαλπιγγίδης, ότι να 'ναι αρκεί να έχει κωλοτούμπα το πρόγραμμα ο Καραγκούνης, και κρυφός κεντρικός αμυντικός ο Καντέ (γιατί φανερός σίγουρα δεν είναι). Φανταστείτε τώρα να κάνανε ότι θέλανε οι παίχτες του Παναθηναϊκού. Να στριμωχνόταν η νύμφη του Θερμαϊκού, ο Σαλπιγγίδης με τον ζωντανό καμβά περίεργων tribal tattoo Τζιμπρίλ στην κορυφή, ο Δάρλας να ήταν στην ενδεκάδα (απλά), ο Βύντρα να γύρναγε στο κέντρο της άμυνας και να κουνούσε περίλυπος μαντήλι στο Βάσκο σύντροφό του και ο Τζόρβας να έκανε εξόδους ανάλογες του Σούπερ Μάριο. Ούτε στους πέντε πρώτους δεν θα ήταν η Πανάθα, και ίσως για πρώτη φορά οι παίχτες της, ειδικά οι παλιοί, συνειδητοποιούν πως πρωταθλητισμός σημαίνει μεταξύ άλλων να υπάρχει πειθαρχία και σοβαρότητα. Και μια μεταγραφή 10 εκατομμυρίων στην κορυφή της επίθεσης, αλλά άλλη κουβέντα αυτή.

Όμως η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική.

Παρόλο τις δυσκολίες και την αντικειμενική του αναποτελεσματικότητα, το μοντέλο εσωτερικής λειτουργίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι παράδειγμα προς μίμηση δημοκρατικής οργάνωσης ενός κόμματος. Δεν υπάρχουν διευθυντήρια και γενικοί γραμματείς εν είδη τύραννων και λογοκριτών, αλλά όλες οι απόψεις, όπως και οι εκφραστές τους, λαμβάνονται υπόψη ισότιμα και δίκαια. Οι ιδεολογικοί χώροι δεν πολτοποιούνται σε μια κοινή τοποθέτηση, αλλά διατηρώντας την πολιτική τους ταυτότητα καλούνται να μορφώσουνε ένα κοινό πεδίο δράσης, ασχέτως άμα αυτό δυστυχώς δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Το πρόβλημα εσωτερικής λειτουργίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν προκύπτει από την απουσία μιας ισχυρής προσωπικότητας ή από ένα αδύναμο καταστατικό, αλλά από την έλλειψη σοβαρότητας και υπευθυνότητας όλων των μελών του. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., μπορεί να μην κάνει πρωταθλητισμό, αλλα αυτό επουδενί δεν μπορεί να σημαίνει πως μπορούν τα μέλη του να αναλώνονται σε εσωτερικές διαμάχες παιδικού επιπέδου οι οποίες τον αποπροσανατολίζουν από τα αντιπολιτευτικά του καθήκοντα και από την όποια πιθανότητα να αρχίσει να χτίζει προτάσεις και όχι ενστάσεις.

Από την άλλη, μπορεί ακόμη και κάποιος με την διανοητική ικανότητα ενός στραγαλιού και την πολιτική σκέψη ενός αστούλη, να καταλάβει πως τα μικρά δημοκρατικά βήματα της νέας κυβέρνησης είναι προς μια σωστή κατεύθυνση. Και όσο κι αν φαντάζει ανώριμο, η παραδοχή λαθών -εφόσον δεν είναι προϊόν αποπροσανατολισμού φυσικά όπως η διαβούλευση του Ζαππείου- είναι ένα ελάχιστον σημάδι πολιτικού πολιτισμού μπροστά στη ασυδοσία παρελθόντων κυβερνήσεων. Στον αντίποδα, αναμφίβολα όταν οι κουβέντες σταματάνε και οι διαφωνίες καταλαγιάζουν, όταν χρειάζονται ξεκάθαρα διαχωριστικά όρια, μια φωνή πρέπει να δίνει την πολιτική γραμμή, και αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη του πρωθυπουργού. Όχι επειδή είναι συνετό να επιστρέψουμε σε εποχές 'αποφασίζω και διατάζω' όπου η προσωποπαγής εξουσία ήταν η χαρά του κάθε ραγιά, αλλά επειδή αυτό ακριβώς αρμόζει στο ρόλο του πρωθυπουργό. Ο ρόλος του δεν είναι αυτός του μαέστρου ο οποίος πρέπει να συντονίσει την ορχήστρα και να της δώσει τον τόνο, αλλά εκείνος του προπονητή ο οποίος όχι μόνο υποχρεούται να κρατάει τα μπόσικα στα αποδυτήρια, αλλά και να ορίζει το σύστημα και το βάθος των γραμμών, να βάζει τις φωνές και να επικροτεί τις καλές κινήσεις, να δίνει το σύνθημα για το στυλ παιχνιδιού και να κάνει όπου χρειάζεται και τις απαραίτητες αλλαγές.

Έτσι επιστρέφουμε στην Πανάθα, η οποία σίγουρα θα πάρει το πρωτάθλημα, αλλά όχι βέβαια με διαφορά μεγαλύτερη των 5 βαθμών, ελέω του δύσκολου προγράμματος που την περιμένει (μην ξεχνάμε και τις επικείμενες ψυχολογικές σφαλιάρες από Ρόμα) και του καλύτερου Σάντος της τελευταίας δεκαετίας. Όταν όμως το πάρει, καλά θα κάνουμε όλοι να ευχαριστήσουμε τον τόσο γρήγορα λησμονημένο και καθόλου αξιαγάπητο Τεν, ο οποίος ουσιαστικά έκανε όλη τη δουλειά για τον συμπαθή Νιόπλια. Η προπονητική αλλαγή του Παναθηναϊκού θυμίζει εκείνη ενός αρχιμάγειρα ο οποίος αφού παρήγγειλε όλα τα υλικά, τα καθάρισε, τα έκοψε και τα μαγείρεψε. Το μόνο που έκανε ο νέος προπονητής του τριφυλλιού, ήταν να βάλει λίγο παραπάνω μπαχάρια για να αρέσει το αποτέλεσμα στα παιδιά. Οι πειραματισμοί και οι εκκεντρικότητες σε βαθμό καλλιτεχνικού οίστρου (χωρίς αριστερό χαφ στη Μαδρίτη να θυμίσω...) σταμάτησαν, ενώ πλέον οι παίχτες μπορούν να ανασαίνουν λίγο παραπάνω στα αποδυτήρια από τη στιγμή που ο Ολλανδός νταής πήρε την άγουσα, ο οποίος από την άλλη σίγουρα άφησε ένα καλό στον Παναθηναϊκό. Την ιδέα πως την τελική κουβέντα την έχει ο κόουτς και κανείς άλλος, κι ας έφτανε σε υπερβολές.

Όλα τα παραπάνω έχουν βέβαια την απροσδιόριστη κατάληξη του πουθενά, όμως άμα θες να είσαι ψείρας, άλλο είναι το συμπέρασμα, κι αυτό δεν είναι άλλο παρά την αφέλεια των πρώτων εντυπώσεων και των εύκολων σχολιασμών. Λίγα πράματα μπορούν να συνδυαστούν στη μονοσήμαντη σχέση αιτίου και αιτιατού. Πάντα υπάρχουν μικρές ή μεγάλες συνεισφορές που απαιτούν την προσοχή μας, ειδικά στην διαμόρφωση άποψης. Όμως στην εποχή που υπάρχουν περισσότεροι αναλυτές και σχολιαστές από ότι κωλοτρυπίδες (παραποιώντας τη γνωστή αμερικάνικη ρήση), και το συμφέρον των υποκειμένων είναι πάντα ανώτερο των συνόλων τους, μάλλον κάτι τέτοιο ακροβατεί μεταξύ του δύσκολου και του ακατόρθωτου.


Saturday, January 09, 2010

Με τη δική της φωνή

Πρόσφατα, ένας φίλος μου χάρισε το «Louise Michel - ‘‘σας γράφω από τη νύχτα μου’’ – γράμματα από τις φυλακές των Βερσαλλιών 1870-1871 », μια φιλότιμη εκδοτική προσπάθεια από τη συντεχνίαπλην (http://www.disobey.net/syntexniaplhn/), με επιλεγμένες επιστολές της Louise Michel (και ορισμένων ανταποκρίσεων σε αυτές) από την περίοδο λίγο πριν την παρισινή κομούνα και τον εγκλεισμό της, μέχρι και λίγο μετά την εκτέλεση των Ferré, Bourgeois και Rossel. Ενδιαφέρον βιβλίο είπα, μα το πρώτο πράμα που σκέφτηκα όταν άρχισα να το ξεφυλλίζω και να μυρίζω τις σελίδες του, ήταν πως όταν με το καλό θα το τελείωνα θα το έδινα και εγώ με τη σειρά του σε κάποιον άλλο, για κάποιο λόγο ταίριαζε πολύ.

Ανεξαρτήτως πολιτικών προκαταλήψεων και τοποθετήσεων, η συγκεκριμένη έκδοση έχει ξεχωριστή σημασία, διότι δίνει την δυνατότητα της προσωπικής και απόλυτα υποκειμενικής ματιάς σε ένα ιστορικό γεγονός ξεχασμένο μα συνάμα ιδιαιτέρως σημαντικό για την προϊστορία των εργατικών κινημάτων του τέλους των 19ου αιώνα και της αρχής του 20ου. Άλλωστε η επιστολογραφία της δεν είχε κάποιο ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε και αποτελεί ακόμα πηγή έμπνευσης και εμψύχωσης εκατομμυρίων. Πέρα όμως από τις περιβάλλουσες ιστορικές συγκυρίες και την πολιτική δράση, οι προσωπικές της μαρτυρίες μπορούν να αντιμετωπισθούν ως πραγματικά έχουν, δηλαδή αμέτρητα ανθρώπινες, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Λογικά λοιπόν, διαβάζοντάς το, πολύ γρήγορα έρχεσαι αντιμέτωπος με μια αμηχανία απέναντι στις προσωπικές εκμυστηρεύσεις της Louise Michel, αγχώνεσαι καθώς κρυφοκοιτάς παρά μόνο ελάχιστα ψήγματα της ζωής της. Πολύ γρήγορα όμως, εξοικειώνεσαι με το αδιάκριτό σου βλέμμα και πλέον δε σε απασχολεί η κινηματική της δράση ή οι κατά σημεία ακραίες παροτρύνσεις της, αλλά γοητεύεσαι και μαλακώνεις από το ρομαντισμό, στα όρια της παιδικής αφέλειας, τον ενθουσιασμό και εν τέλει τον πλούτο των συναισθημάτων που μετά βίας προσπαθεί να μην περιορίσει (‘Δεν ξαναδιαβάζω το γράμμα μου γιατί χωρίς αμφιβολία δεν πρόκειται να το στείλω…’), συγκινείσαι με τα λόγια που με κόπο βγάζει στο χαρτί προσπαθώντας να κρατήσει την αξιοπρέπειά της. Μέσα από την αγωνία της να σώσει τους συντρόφους της και να διατηρήσει την ακεραιότητά της, γινόμαστε μάρτυρες όχι τόσο των σωματικών της δοκιμασιών (οι οποίες δεν ήταν και λίγες), όσο φυσικά των ψυχικών της κυκεώνων τις ώρες εκείνες που προσπαθεί σε μικρές δύσκολα γραμμένες λέξεις να αποτυπώσει τις ανάγκες της και να σκιαγραφήσει τον ψυχισμό της, ενώ πάντα ελλοχεύει και ο κίνδυνος της δικής της καταδίκης και εκτέλεσης που με τόσο θάρρος αποζητούσε.

Πέρα όμως από τις προσωπικές της μαρτυρίες, προκύπτει και μια γενικότερη, ίσως και σπουδαιότερη ανάγνωση. Χάρη στην ειλικρίνειά της, προσφέρεται στον αναγνώστη μια σπάνια ευκαιρία, και πιο συγκεκριμένα, η αποκαλυπτική για αυτόν συμπάθεια προς τον φυλακισμένο, ανεξαρτήτως του εγκλήματός του και της ποινής του. Ανά στιγμές πιάνεις τον εαυτό σου να προσπαθήσει να ταυτιστεί όχι τόσο με την ίδια (που είναι και πολύ δύσκολο άλλωστε), αλλά με τους κύριους αποδέκτες των επιστολών της, σαν να είναι ένας από αυτούς. Όπως με την πατρική φιγούρα του Victor Hugo που αποδέχεται τον θαυμασμό της και νοιάζεται για την τύχη της, ή με τον ιερέα των φυλακών των Βερσαλλιών που με στωική συντροφικότητα και καλοσύνη λειτουργεί σαν έμπιστος αγγελιοφόρος και παρηγορητής της μητέρας της, ή τελικά με τον Théophile Ferré, που με νεανικό θράσος και άξια υπευθυνότητα κοιτάζει την ιστορία στα μάτια, και παράλληλα προσπαθεί να προετοιμάσει την Louise Michel για το αναπόφευκτο. Μέσα από τις διάφορες ανταποκρίσεις, ο αναγνώστης καλείται να εγκαταλείψει την τυπική και απομακρυσμένη αντιμετώπιση που μπορεί να έχει απέναντι στους έγκλειστους ανθρώπους, και να αναγνωρίσει ή ακόμα και να συμπάσχει με τα βασικότερες των αναγκών. Όπως λέει και η ίδια ‘εάν ο φυλακισμένος διατηρεί ένα δικαίωμα, τότε αυτό είναι να κρατάει την τιμή του ανέπαφη.’ Και ο τρόπος που το επιτυγχάνει είναι το ίδιο θαυμαστός.

Βέβαια όσο κι αν προσπαθώ να συμμαζέψω τούτες τις γραμμές σε μερικές κατανοητές προτάσεις τις εντυπώσεις μου, μου είναι ακόμη δύσκολο να μεταφέρω το αίσθημα της φιλοξενίας που μου προσέφερε η Louise Michel, λίγο ντρέπομαι που δεν έχω τον αυθορμητισμό, την απλότητα και την ειλικρίνειά της.

Κατά κάποιο τρόπο, η επιστολογραφική αυτή συλλογή, θυμίζει πως πίσω από οποιοδήποτε γεγονός κρύβονται άνθρωποι, μικροί ή μεγάλοι, αλλά σίγουρα πάντα τεράστιοι στη πραγματικότητά τους, και όχι ονόματα – υποσημειώσεις σε μια σύντομη αφήγηση ενός ιστορικού γεγονότος. Θυμίζει πως η απόσταση μεταξύ κριτών και κρινόμενων είναι ευτυχώς πολύ μικρή, και πως ακόμη και στις χειρότερες στιγμές μας, δεν είμαστε μόνοι. Είναι εν τέλει, η διαπίστωση πως ο άνθρωπος σαν ιδέα και σαν μετουσίωση αυτής, είναι ένα αέναο αχαρτογράφητο τοπίο το οποίο ευτυχώς ακόμα και στις πιο δυσπρόσιτες πλαγιές του βρίσκει τη δύναμη και μας εκπλήσσει ευχάριστα.

Monday, December 21, 2009

Αλληλεγγύη στον σύντροφο Βασίλη, έγκλειστο στα χρωματιστά κελιά της διαφήμισης

Οι εφήμερες ταχύτητες της καθημερινότητας την οποία ανεχόμαστε, μας κάνει πολλές φορές να ξεχνάμε τα σημαντικότερα γεγονότα, χωρίς να γίνεται λόγος βέβαια για ονομαστικές εορτές φίλων. Για αυτό λοιπόν, επαφίεται σε ανθρώπους απεγνωσμένα βαρεμένους -σαν κι εμένα λόγου χάρη- να αναζωπυρώνουμε τη σκέψη, να βγάζουμε από τα σκονισμένα χρονοντούλαπα τα γεγονότα και να ξεδιπλώνουμε την αλήθεια σαν φρεσκοπλυμένο με Γκαβλοντίν σεντόνι από γαμοκρέβατο τσιγγάνικου γάμου.

Απλά τα πράματα και ξάστερα. Ο Αγιοβασίλης (Μπίλλυς από τούθε και στος εξής) υπάρχει, όντως σύμφωνα και με ρεπορτάζ του φον Pretender, και είναι έγκλειστος στα υγρά μπουντρούμια της ΓΑΔΑ. Αλλά καλύτερα ας ξεκινήσω ως είθισται από την αρχή, αν και πολλοί προτιμούν να αρχίζουν από πίσω ή από πάνω, αλλά γούστα είναι αυτά, και περί ορέξεως McDonald’s άλλωστε.

Ο Μπίλλυς ξεκίνησε να εργάζεται ως μεγαλοστέλεχος της Coca-Cola στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στον τομέα Marketing, Διαφήμισης, Προαγωγής και Λοβοτομής με εκπληκτική επιτυχία, προκαλώντας φθόνο στους συναδέρφους του και τύφλωση στον εγωισμό του. Υπήρχε μια ομολογουμένως μεγάλη περίοδος κατά την οποία βαυκαλιζόταν στα ηδονικά πελάγη της επιτυχίας του, πίνοντας την μισή Κολομβία και πηδώντας την άλλη μισή (είχε μια αδυναμία στις μελαψές βλέπετε), όσο τα δολλάρια κυλούσαν στους λογαριασμούς του, όπως κυλά και η ρετσίνα λαρύγγια των αλκοολικών, διατηρώντας ανέπαφο το προφίλ του καλού γιάπη με τα ολόλευκα δόντια. Όμως λίγο τα πολλά χρόνια, λίγο η ανεβασμένη πίεση από τα πολλά Viagra και Cialis, λίγο η αγωνιστική ξεφτίλα της ΑΕΚ, λίγο η εξάντληση του φετιχισμού του πλούτου, λίγο οι μπλοκαρισμένες αρτηρίες του, άρχισε να τα βλέπει λίγο αλλιώς τα πράματα ο Μπιλλάκος. Τον έπιασε που λέτε ένα mid-life crisis στα βαθιά γεράματα (τώρα μιλάμε για περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 90, στην πρώτη white period του MJ, οπότε τα 120 τα ‘χει καραπατημένα) και αφού είδε και απόειδε με το ψάρεμα και τα απίθανα εκτρώματα της εργονομίας του Telemarketing, το ‘ριξε στο διάβασμα, ειδικά στα απαγορευμένα, τόσο πολύ μάλιστα που έπαθε και πρεσβυωπία, ενώ από ένα σημείο και μέτα η βιβλιοθήκη του ήταν τόσο πλούσια, που ο Chomsky που την έχει και μικρή, έγραψε γράμμα διαμαρτυρίας στον Μπακούνιν γιατί καθυστερεί το επόμενο best seller.

Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς και μερικοί ακόμη, ο Μπίλλυς τη σιχάθηκε την προηγούμενη ζωή του σε απίστευτο βαθμό. Δεν μπορούσε να το διανοηθεί ο νους του πόσο κόσμο είχε κοροϊδέψει (πάρε Coca-Cola! πάρε Coca-Cola! πάρε Coca-Cola!), ειδικά τα μικρά παιδάκια που πιπίλιζε το μυαλό τους με υποσυνείδητα μηνύματα από τότε που εγκατέλειψαν το ροδιασμένο και κρεμασμένο από τον θηλασμό βυζί της μάνας τους. Ενώ οι καλοξυρισμένοι (σε διάφορα σημεία) συνάδερφοι του χαριεντιζόντουσαν με γραμματείς δικηγόρων και σερβιτόρες σε γκλαμουράτα μαγαζιά σε ουρανοξύστες, ο Μπίλλυς καθόταν μερικές φορές μέχρι και πολύ αργά το βράδυ, ακούγοντας στα κρυφά συνεντεύξεις του Michael Moore, και κοιτούσε τις παλαιότερες διαφημιστικές καμπάνιες, από τις πρώτες αμήχανες αφίσες, μικρά προγουορχωλικά αριστουργήματα μέχρι τις ολοκληρωτικές τηλεοπτικές υπερπαραγωγές που θα ζήλευε ο Cameron με ψηφιακούς τάρανδους και κλωνοποιημένα ξανθά παιδάκια, θύματα πλαστικών γονέων, φανατικών της ευγονικής και της Arsenal. Όσο ξεφύλλιζε τα γκλος φύλλα των ντοσιέ, τόσο έτρεμαν τα ρυτιδιασμένα από τις καπιταλιστικές καταχρήσεις χέρια του, αλλά όχι από κούραση, αλλά από ντροπή και θυμό. Το μυαλό του –ελέω και τριών μίνι εγκεφαλικών- φούντωνε και αγωνιούσε, έψαχνε διέξοδο και τρόπους να επανορθώσει για τα ανομήματά του, σηκωνόταν όρθιος, περπατούσε πάνω κάτω λιώνοντας το γρανιτένιο δάπεδο υπό το βάρος των ενοχών του, ξανακαθόταν, δεν τον χώραγε ο τόπος. Πολύ σύντομα σταμάτησε να πηγαίνει και στον πανάκριβο ψυχολόγο του, συστημένος από τον άνθρωπο που πήδηξε την θετή του κόρη και των πληρώνουν 100 Ευρώ για να φαλτσάρει στο κλαρίνο του, τον Woody Allen, αναγνωρίζοντας την διαιώνιση της καταναλωτικής κουλτούρας ακόμη και στην αντιδραστική αμφισβήτηση της.

Υπήρξε και ένα διάστημα που αποτόλμησε να περπάτησει στα ίχνη του Unabomber, νοιώθοντας μια ανεπαίσθητη ταύτιση λόγω της γενειάδας και του γοτθικού περιβάλλοντος, αλλά βαθιά ειρηνιστής όπως τότε πίστευε, εγκατέλειψε αυτή τη πρακτική. Άσε που τα χέρια του δεν πολυπιάνουν, θα έσκαγε και κανα γκαζάκι των 70 λεπτών στα χέρια του και θα έτρεχε μετά να ανασύρει από τις ελβετικές καταθέσεις χρυσές λίρες του πολέμου για βιονικό χέρι Playmobil. Αναπόφευκτα λοιπόν, βυθίστηκε σε βαθιά κατάθλιψη σαν εκείνες που παθαίναμε δεκαέξι χρονών όταν βλέπαμε ένα μπούστο και ερωτευόμασταν και μας έφτυνε το κορίτσι, πήρε και αναρρωτική μέχρι νεωτέρας χωρίς φυσικά η προπαγανδιστική γραμμή παραγωγής να πάθει τίποτα, να ‘ναι καλά τα ψηφιακά εφέ, εδώ κοτζάμ Beowulf γυρίστηκε και δεν πήραμε μυρωδιά. Στην αρχή σκέφτηκε να κάνει τις συνταγές των γιατρών ευαγγέλιο και να κυλίσει στο γνώριμο μονοπάτι των χημικών, όπως παλιά που είχε τα παράπονα για πλάκα. Σε μια στιγμή διαύγειας όμως, μάλλον το τέταρτο εγκεφαλικό θα ήταν, είπε όχι σε όλα αυτά και νοίκιασε δυάρι στα Κάτω Πατήσια να την ακούσει με τον νεοελληνικό σουρρεαλισμό με την Γκερέκου βουλευτή (προ Γιώργου του 2ου τώρα αυτά που λέμε). Μεγαλεία σαν να λέμε.

Όλα αυτά όμως μέχρι τον καταραμένο Μάιο του 2005, χρονιά η οποία αντιδραστική όπως ήταν, ξεμπρόστιασε τον Νοστράδαμο (hardcore παλαιοημερολογίτης) κατά 7 χρόνια. Δύο τα μεγάλα δεινά εκείνης της εποχής, μια που ο Πάπας πήρε μετάθεση στα ιδιαίτερα του μεγάλου αφεντικού απογοητεύοντας πενηντάρες λυσσάρες μοναχές με δονούμενους σταυρούς διακοσμημένους με σβαρόφσκι, και μια που η Liverpool βίασε οποιαδήποτε ποδοσφαιρική λογική και αξία κατακτώντας χάρη σε μια διεστραμμένη χωροχρονική καταιγίδα το Champions League μέσα στην Κωνσταντινούπολη εις βάρος της καλύτερης Milan έβερ. Ε, δεν άντεξε ο Μπίλλυς, το ‘φαγε το πέμπτο εγκεφαλικό, και σάλταρε για τα καλά. Ακολούθησε τις κακοτράχαλες από τον καιρό του Ζαχαριάδη διαδρομές του ένοπλου αγώνα και εντάχθηκε σε διάφορες μεταδεκαεπτανοεμβριανές ομάδες, όπως οι Εξεγερμένες Πετούγιες, τα Χειμερινά Τανγκό της Καταστροφής, τα Πυρωμένα Τηγάνια (με στενές σχέσεις με τις πρωτοβουλίες μαγείρων), Μετανοιωμένοι Λούμπεν Μικροαστοί και ο Λεωνίδας Φιλούσε Υπέροχα, (μια gay ομάδα με έδρα το Γκάζι κατά του σεξισμού) συνδιαλεγόμενος φυσικά με ασφαλίτες, κυπατζήδες, γόνους εφοπλιστών και εικοσάχρονες διψασμένες για σπαίρμα (ουδέν ορθογραφικό λάθος). Επιπλέον χάρη στις νέες του γνωριμίες, επιτέλους ανακάλυψε την απάντηση στο ερώτημα ‘τι σημαίνει Φεντεραλισμός’ ενλω ρίγος είχε προκαλέσει η τοποθέτηση του σε γιάφκα στη Μύκονο για το αν ο Τρότσκι έχεζε κόκκινα. Για λίγο καιρό ήταν μέχρι και στην Αντικαπιταλιστική Κίνηση 3ου Δημοτικού Εκάλης ο αδίστακτος, αλλά φοβήθηκε μην τον κατηγορήσουν για παιδεραστικές προεκτάσεις στο όνομα του ερωτικού ιμπεριαλισμού οι σύντροφοι, και αποχώρησε από την σχετική κατάληψη διακριτικά ένα κρύο βράδυ θυμάμαι του Φλεβάρη.

Μέσα στην ιδεολογική του αναγέννηση και τον ψυχικό του παλιμπαιδισμό όμως έγινε απρόσεκτος (ακυρώνοντας αυτόματα την συνδρομή του στο περιοδικό ‘Αντάρτικο Πόλεων for dummies’ από τις εκδόσεις DeAgostini) και κατέβαινε αδιακρίτως σε πορείες, αποκτώντας γρήγορα το παρατσούκλι ‘Κόκκινος Κουκουλοφόρος’, προσφέροντας φυσικά αδρό θέαμα για τα φθηνά κρύσταλλα των εξημερωτικών προγραμμάτων της τηλεόρασης. Τέτοια η μανία του, που μια φορά τον πέτυχε γνωστός κουλουρτζής του Συντάγματος (πρώην μεγαλοεισαγωγέας κασετών Betamax με τα γνωστά πλέον αποτελέσματα) να πορεύεται μαζί με κάτι ρασοφόρους, αδελφάτα ολκής, που τα είχαν βάλει με τη παρουσία του αριθμού 666 σε βιβλία μαθηματικών. Όπως και να έχει, παρόλο τα παιδικά του ατοπήματα, ο ρομαντισμός και ο αυθορμητισμός του συγκρινόταν μονάχα με εκείνη του Hulk Hogan όταν εισέρχεται σε κατάσταση φρενίτιδας, τη γνωστή και ως Hulkmania, με αποτέλεσμα να ανατείλει μια νέα περίοδο στη ζωή του, να ανοίξουν τα μάτια του όπως του Αποστόλου Παύλου και να βιώσει αισθήματα αχαλίνωτα, και άγνωστα σε αυτόν στα προηγούμενα του χρόνια, όπως ο έρωτας, το πάθος, η αλληλεγγύη και εκείνο το αίσθημα απόγνωσης όταν τρως χαλασμένο γύρο από τον Σάββα. Τι Ντε Σαντ και κουραφέξαλα, άμα δεν χέσεις καφεκόκκινο χυλό, δεν έχεις ιδέα να πούμε.

Στη διάρκεια λοιπόν της αγωνιστικής του δράσης, ο Μπίλλυς βρίσκεται καταμεσής των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008, και γρήγορα συνειδητοποιεί τις ιστορικές του ευθύνες συμμετέχοντας ενεργά, εν αντιθέσει με τις παθητικές αστές αδερφές μοναχές του κομπιούτερ. Καταφέρνει, με τρόπο ακόμη ανεξήγητο, να βρίσκεται ταυτόχρονα στις καταλήψεις του Πολυτεχνείου, της ΑΣΟΕΕ, της Νομικής και της Μέλπως που είχε κατσικωθεί στο ρετιρέ του Δημήτρη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αναβολή ρομαντικής εκδρομής στην Αράχωβα επειδή δήθεν ήταν fully booked από ΔΑΠιτες μελλοντικούς γενικούς γραμματείς. Παράλληλα, απαλλοτριώνει μαζί με ένα γκρουπ δεκαεξάχρονων emo κοριτσιών με δοκτορά στις πίπες, i-Phone κινητά τα οποία εν συνεχεία εκτοξεύει σε αμούστακα ΥΜΑΤ με την ελπίδα να βραχυκυκλώσουν τα ελαττωματικά κινέζικα τσιπάκια και να εκραγούν πάνω από τα φασόν λευκά κράνη των δυνάμεων καταστολής. Όμως, εκεί που πραγματικά θα ξεχωρίσει, είναι φυσικά στην πυρπόληση του δέντρου του Νικήτα (γνωστό και ως Γκαζόδεντρο) στις 8 του Δεκέμβρη. Αντιλαμβάνεστε φυσικά το μεγαλείο και τη συσσώρευση των συμβολισμών την σημαντική εκείνη τη στιγμή. Σαν άλλος Willem Dafoe στο Platoon, ο Μπίλλυς έπεσε στα γόνατά του, χτυπώντας τόσο βίαια στα φθηνά πλακάκια των πεζοδρομοεργολάβων της πρωτευούσης αποκλείοντας κάθε πιθανότητας μεταγραφής του στον Μονοκοιλιακό, και σήκωσε τα χέρια του στον αέρα όσο μπροστά του το κτηνώδες φαλλικό σύμβολο του καπιταλιστικού παρελθόντος του αναλωνόταν στις κατακόκκινες εξεγερμένες φλόγες του παρόντος του. Ήταν λεύτερος. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, ένοιωθε πραγματικά ελεύθερος και απαλλαγμένος από υλική και άυλη εξάρτηση και ανάγκη, με τον ομφάλιο λώρο της από μέσα εξουσίας κομμένο, είχε φτάσει σε μια ψυχική νιρβάνα, σε μια ηρεμία που του επέτρεπε να παρακολουθεί την ζωή του σαν τρίτος

Σαν άλλος χουντικός φοίνικας αναγεννημένος από τις στάχτες του, λοιπόν συνέχισε αδιάλειπτα την επαναστατική του δράση μέχρι την δεύτερη εβδομάδα του Γενάρη, τότε που μπήκαν και οι στοκατζίδικες εκπτώσεις , οπότε και τον επισκέφθηκαν δύο σύντροφοι, ο Λευτέρης ο Στουμπής και ο Πάνος ο Πετράδης με τα σιδερένια τα βραχιόλια. Στην αρχή, έτσι όπως ήταν και οι δύο ντουλαπάτοι, νόμιζε πως γουστάρουν τριγωνικές πουστροανωμαλίες και σκέφθηκε πως μετά από τόσα χρόνια θα θυσίαζε την κωλοτρυπίδα του στον βωμό του ελευθεριακού έρωτα. Για καλή του τύχη όμως, τον ενημερώσανε πως ήταν ασφαλίτες και πως οι μέρες του τελειώσανε και έπρεπε να τους ακουλουθήσει στη ΓΑΔΑ.

Εκεί, στον περίφημο πια δέκατο όροφο που έχουν τουαλέτες από χρυσάφι και θερμόλουτρα με θειάφι, τον κεράσανε πορτοκαλάδα Έψα στο όνομα της εθνικιστικής πρωτοβουλίας μείωσης του εμπορικού ισοζυγίου, και τον βάλανε να υπογράφει διάφορες ομολογίες. Ο Μπίλλυς, αυθόρμητος όπως πάντα, σκέφτηκε πως για όσα περισσότερα ομολογούσε, τόσο καλύτερα για τους υπολοίπους που θα γλυτώνανε τις κατηγορίες. Είχε δει κάποτε το Double Jeopardy σε DVD, ένθετο στο Πρώτο Θέμα, ήξερε από τέτοια.

Έτσι λοιπόν, είχε πιαστεί το χέρι του να υπογράφει. Με τα πολλά, τον είχανε σε ομολογίες για μολότωφ, πετράδια, εμπρησμούς, εξύβριση κατά της αρχής και εξ’ αρχής, την δολοφονία του Παναγούλη(επιτέλους λύνοντας άλλο ένα αριστερό μυστήριο) τα Greatest Hits του Νταλάρα, το σεισμό του 2000, τα οφσάιντ που σφυρίζονται στον Cisse και την ασχήμια του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έκτοτε, είναι καταγεγραμμένος ως προφυλακιστέος, αλλά τον κρατάνε στη ΓΑΔΑ σε stand-by μήπως και ομολογήσει σε πιο πρόσφατα εγκλήματα, όποτε αυτά ξεπερνάνε σε θεαματικότητα τις βυζάρες της Ελεωνόρας Μελέτη που ασφυκτιούν για λευτεριά κάτω από τα καταπιεστικά σουτιέν της.

Αυτή λοιπόν είναι η πραγματική ιστορία του Άγιου Βασίλη, που αξίζει της προσοχής μας, ειδικά αυτές τις άγιες μέρες –που γίνονται και τα μεγαλύτερα όργια, τα ξέρω εγώ αυτά, τα διαβάζω στην Espresso- που ο πρωτόγονος εγκεφαλικός μας προγραμματισμός μας οδηγεί στην ψυχική αγαλλίαση των φίλων και συντρόφων μας με τα πάντα απαραίτητα στον τζίρο της παγκόσμιας χρεοκοπίας καταναλωτικά δώρα. Ο τύπος είναι πέρα για πέρα αληθινός, όπως ο Batman, ο Ρομπέν των δασών, ο Jeffrey Lebowski, ο Άρης Βελουχιώτης, η Lola, ο Καραγκιόζης, o Conan ο βάρβαρος, ο στρατιώτης Σβέικ και ο Σαραβάκος, όλοι αυτοί οι φανταστικοί ήρωες που τους έχουμε ανάγκη για να την παλεύουμε από την μια μέρα στην άλλη, σαν το λεπτό λαδάκι των γραναζιών του παλιού ρολογιού του παπού μας.


Άντε μωροί λινάτσες, Μαίρη Κρίστμας σε ούλους μας.

Saturday, December 19, 2009

Ανιχνεύοντας έναν γνώριμο

Γνωστό πολύ το σύνδρομο της Στοκχόλμης, από ταινίες, εφημερίδες και ανεκδοτολογικές ιστορίες στο διαδίκτυο. Μέχρι και τραγούδι από τους πολιτικοποιημένους πια Muse έχει γίνει. Λιγότερο γνωστό είναι το αντίστροφό του όμως, δηλαδή η συμπάθεια των απαγωγέων προς το πρόσωπο και την ψυχολογία των απαχθέντων, το σύνδρομο Lima όπως λέγεται. Άγνωστο και σε μένα φυσικά μέχρι σήμερα, αφού δεν είναι τόσο σύνηθες. Πιο σωστά, είναι σπανιότατο και αμφισβητούμενο μάλιστα από την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Λογικό βέβαια θα σκεφτεί κανείς. Διότι είναι πολύ περισσότερο στη φύση του ανθρώπου να είναι σαδιστής παρά συμπονετικός, να σκαλίζει τις τα τραύματα παρά να τα επουλώνει, διότι είναι στη φύση του ανθρώπου όταν δεν μπορεί να επιβληθεί και του επιβάλλονται, να γίνεται συγκαταβατικός, δουλικός και παρήγορος. Διότι είναι στη φύση του ανθρώπου να κινείται στα άκρα , να ακροβατεί και να αλλάζει ρόλους κατά το δοκούν σε μια πάλη εξουσίας και δύναμης. Υπάρχει παντού, στο συζυγικό χαστούκι, στις αναπάντητες κλήσεις, στο ερωτικό παιχνίδι, στη διδαχή, στην εργασία, στα χατίρια, ακόμα και όταν ο κηπουρός πετσοκόβει την τριανταφυλλιά για το δικό της καλό και για τη δική του αρέσκεια. Ίσως είναι το ένστικτο της επιβίωσης, ίσως το ένστικτο της προσαρμογής, δεν τα γνωρίζω εγώ αυτά. Όσο μεγαλώνω ξεχνώ άλλωστε.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, αυτοί οι εύθραυστοι ιστοί από μετάξι, και νερό μέσα στη δίνη των λεπτομερειών τους και στη βαναυσότητα της απλότητάς τους, δεν δημιουργούνται μονάχα από τη δυναμική εναλλαγή των ισορροπιών της ανασφάλειας και της μοναξιάς, αλλά απορρέουν κυριότερα από τη διαρκή άνιση σχέση μεταξύ δύο ατόμων, από την κτηνώδη επιβολή, την αντιδραστική στον φόβο του συμβιβασμού δύναμη, από μια ανοιχτή πληγή. Ο εξαρτώμενος και ο εκμεταλλευτής, ο σκληρός και ο μαλάκας, ο από πάνω και ο από κάτω, ο εξουσιαστής και ο εξουσιαζόμενος. Ίσως ακούγεται μονόπλετρο και κυνικό, μα κάτι τέτοιο μπορεί να οφείλεται στη στρεβλή εικόνα του πόνου που μοιραζόμαστε όλοι μας.

Από μικροί μαθαίναμε πως ο πόνος πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όποτε χτυπούσαμε, τρέχανε οι μανάδες και οι πατεράδες μας, ενίοτε και οι γιαγιάδες μας, να μας περιποιηθούν, να μας προσέξουν, να μας νταντέψουν, να μας γιατρέψουν τον πόνο, να μας ταΐσουν και να μας φαρμακώσουν. Μας χαϊδεύαν και μας λέγανε λόγια γλυκά και παρήγορα για να μας περάσει. Λες και ήταν κάτι κακό, μια κατάρα, ένας δαίμονας. Κι όμως, δεν είναι έτσι, είναι διαφορετικά και πιο περίπλοκα, όπως πάντα άλλωστε. Ο πόνος είναι δάσκαλος ειλικρινής, μας συμμορφώνει, είναι η αιχμή και τα ακρότατα των αισθήσεών μας, που όταν απαλές μας γλυκαίνουν, και όταν σκληρές μας προειδοποιούν και μας προφυλάσσουν. Εκεί που αρχίζει και τελειώνει ο ηλεκτρισμός του κορμιού σου. Ότι πονάει όμως, είναι ζωντανό, άμα πονάει νοιώθει, άμα πονάει υπάρχει. Ο πόνος ξυπνάει, ο πόνος γιατρεύει, ο πόνος προσέχει και νουθετεί, ο πόνος το μέτρο εκείνο της ευτυχίας και της απόλαυσης, ο πόνος εκείνος που αλλάζει ανάλογα από πού τον κοιτάς.

Έτσι λοιπόν μπορεί το θύμα του σαδιστή να παραμερίζει τη λογική του και να ξεγελά την αδύναμη του θέληση με το τρικ του πόνου, με τα ταχυδακτυλουργικά της ψυχής. Νοιώθει εμπιστοσύνη πως ο πόνος θα τον υπηρετήσει, πως στο τέλος, όπως και παλιά, θα βγει κερδισμένος, σοφότερος και δυνατότερος, ελπίζει στην ανταμοιβή την οποία και προσμένει. Μπορεί να έχει και δίκιο. Το θύμα διαλέγει το θύτη του, η σχέση περιπλέκεται, υπάρχει ένας αντίστροφος έλεγχος που δύσκολα διαβάζεται, ποιός το θύμα και ποιός ο θύτης, ποιός ο σαδιστής και ποιός ο μαζοχιστής; Από τον διχασμό του μυαλού και τη μαθητεία του πόνου μπορεί να αναγεννηθεί ο πονεμένος σε έναν νέο σαδιστή, να διαιωνίσει τον κύκλο του παρελθόντος του αναζητώντας τον δάσκαλό του (ή τον εαυτό του του;) σε άλλες μορφές, όπως οι τυπικές ψυχολογίες προβλέπουν στο πίσω μέρος των δημητριακών.

Μα οι πραγματικότητες αλλάζουν, μπορούν δηλαδή. Ο σαδιστής και ο μαζοχιστής είναι μαζί, συγκατοικούν και προσπαθούν να συγχρονιστούν να γίνουν ένα, να γίνουν το ολόκληρο σε αρμονία και ειρήνη. Μα όσο δεν τα καταφέρνουν, ο πόνος από γλυκός, από χρήσιμος, κινδυνεύει να γίνει αυτοσκοπός, και εναλλάσσοντας ρόλους όπως χρειάζεται και υπάρχει ανάγκη, ο ξενιστής ταλαντεύεται στη πάλη του, και στη πορεία του δημιουργεί θύματα και ενόχους, σημάδια στην διαδρομή του χρόνου, που συγκλίνουν και αποκλίνουν, μια γραφή που φωνή δεν βρίσκει καθαρή στη ιστορία της. Το ίδιο το ρήμα, πονάω, περίεργο πως δεν έχει παθητική φωνή, αλλά μόνο τα άρθρα αλλάζουν. Πονάω, σε πονάω, πονάω, για αυτό σε πονάω.

Υπάρχουν βέβαια οι ιδέες της ελπίδας, της καλοσύνης, της φροντίδας, του σεβασμού, της στοργής, της κατανόησης, της ηρεμίας, φωτεινές πυγολαμπίδες σε σκοτεινά δωμάτια. Της σπρώχνεις με το χέρι σου να φύγουν, ενοχλητικές, παρασιτικές στο βούισμα τους, λίγο πριν φυγαδευτούν, όταν αυτές θελήσουν, αλλιώς το πρωί να σε ενοχλήσουν, με άλλη μορφή, με άλλο τραγούδι. Πάντα υπάρχουν αυτές οι ιδέες, μα στο τέλος, εκεί που ζυγίζονται όλα, εκεί που μετράμε τις απώλειες και τα κέρδη, στο τέλος του νήματος λοιπόν. Εκεί, πάντα ο αδικημένος μασκαράς, αυτός που στη πλάτη του κουβαλά τις αμαρτίες μας, που ντύνεται στα κουρέλια μας, αυτός που μπορεί τα παιδιά μας να τον συγχωρήσουν, αυτός πάντα βγαίνει λίγο παραπάνω, λίγο μεγαλύτερος. Άλλωστε αυτές οι ιδέες, οι έννοιες και τα συναισθήματα προκαλούν και το ζόφος, το συγχωρούν και το προσκαλούν, το καλλιεργούν, ίσως και ηθελημένα, τους αρέσει να δίνουν ακόμη και τις πιο περίεργες στιγμές. Έτσι και το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Περίεργα που είναι τα πράματα στο απέραντο μας μυαλό, πόσο επικίνδυνο το φλερτ με τη γοητεία του άγνωστου, του δικού μας άγνωστου, πόσο λεπτές οι διαφορές. Για αυτό σου λέω, μην απορείς λοιπόν, πως μετά από διαλλείματα και λοξοδιαδρομές, στα ίδια μονοπάτια γυρνώ.


Πάντα θα πιστεύω πως ο ταυρομάχος, αυτός ο θρασύδειλος el matador, πάντα κάπου βαθιά μέσα του, θα το θέλει πολύ, θα διψά για τον ταύρο να γευτεί τα λίγα δευτερόλεπτα αξιοπρέπειας που του αξίζουν πριν τον δολοφονήσουν, θα παρακαλά ο ταύρος να τον κερδίσει και να τον χτυπήσει.

Friday, December 18, 2009

Μιλάνε οι ξεβράκωτοι

Το γεγονός πως το διεθνές κεφάλαιο έχει επιλέξει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας ως στόχο για τον αποπροσανατολισμό των αγορών από μεγαλύτερα και βαθύτερα προβλήματα που εγκυμονούν στις οικονομίες των ανεπτυγμένων χωρών, είναι κάτι το οποίο το αντιληφθήκαμε έντονα στο κερδοσκοπικό πανηγύρι των τελευταίων εβδομάδων, με αποκορύφωμα την ‘υποβάθμιση’ του Ελληνικού κράτους από την Fitch στις 8 Δεκεμβρίου. Σε νέα υποβάθμιση προχώρησε και η Standard’s and Poor’s, θέλοντας σε πρώτη ανάγνωση να διατηρήσει μερικά ψήγματα αξιοπιστίας εναρμονίζοντας την αξιολόγησή της με εκείνη της Fitch, και σε μια πιο κυνική και ρεαλιστική αντίληψη, να επιτρέψει ένα νέο κερδοσκοπικό γύρο. Αξιοσημείωτο είναι φυσικά το γεγονός πως με ενδιάμεση έκθεση της η S&P στις 7η Δεκεμβρίου, είχε προειδοποιήσει και δώσει διορία 2 μηνών (!) στην ελληνική κυβέρνηση να λάβει δραστικά μέτρα για την περικοπή του ελλείμματος. Λαμβάνοντας υπόψη πως υπάρχουν τουλάχιστον άλλος ένας μεγάλος οίκος αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας (Moody’s), είναι λογικό και πάρα πολύ πιθανό πως θα υπάρξει άλλο ένα κερδοσκοπικά χτύπημα στην ελληνική αγορά.


Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποιο σενάριο φαντασίας, ή μαζική μανία καταδίωξης, αλλά την σκληρή πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως παρόλο την επί δεκαετίες αποτυχημένη πορεία των θεσμοθετημένων και αναγνωρισμένων φορέων της παγκοσμίως εναρμονισμένης οικονομικής σκέψης και εφαρμογής (οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το σύστημα των κεντρικών τραπεζών και ούτω καθεξής) η αγορά επιμένει να τους εμπιστεύεται και να τους ακολουθεί με τα γνωστά επακόλουθα (Αργεντινή, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ελλάδα τα πιο πρόσφατα φανερά παραδείγματα). Άλλωστε πώς να πράξει διαφορετικά, αφού δε μιλάμε για μια οικονομία παραγωγής και ανάπτυξης, αλλά για μια οικονομία κερδοσκοπίας και ελέγχου όπου ακόμα και οι κρίσεις χαρακτηρίζονται ως περίοδοι ευκαιριών; Άλλωστε πως γίνεται να ασκηθεί κριτική σε ένα σύστημα το οποίο μέσω του κράτους πρόσφερε προκλητικό πακέτο εγγυοδοσίας δεκάδων δισεκατομμυρίων στις εμπορικές τράπεζες (το οποίο αρνιόντουσαν πεισματικά ώστε να μην υποβαθμιστούν οι μετοχές τους στο χρηματιστήριο), οι οποίες δανείζονται ευνοϊκά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο 1%, την ίδια στιγμή που ο αρχικός εγγυοδότης (το κράτος) δανείζεται με πολύ χειρότερους όρους υπό το βάρος του spread των ομολόγων (1); Άλλωστε πώς να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση και κουβέντα, όταν γίνεται τόσο απροκάλυπτα μεταφορά πλούτου και εξουσίας;


Η Standard’s and Poor’s στην έκθεσή της κάνει λόγο για ενδογενείς χρόνιους παράγοντες που δεν θα επιτρέψουν τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος, παραπέμποντας φυσικά στο ‘βαρύ’ ελληνικό κράτος, το κρατικοδίαιτο εγχώριο κεφάλαιο, τη διαφθορά, την γραφειοκρατία και την δυσπιστία ξένων επενδυτών σε αναπτυξιακές εφαρμογές. Πράματα δηλαδή τα οποία είναι γνωστά στην ημεδαπή και στο εξωτερικό από το 1974 και είναι εκ των ουκ άνευ, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε την παράδοση διαστρέβλωσης οικονομικών στοιχείων προς την ΕΕ αρχής γενομένης από την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ, με αποκορύφωμα τις περίφημες απογραφές και επιτηρήσεις. Επιπλέον, η έκθεση (ή απειλητικό σημείωμα) επαναλαμβάνει τους σαφείς πλέον υπαινιγμούς για συγκυβέρνηση ανάγκης, παρόλο την δεδομένη παρούσα πολιτική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ με άνετη βουλευτική πλειοψηφία, την εν μέσω πλήρους αποδιοργάνωσης σύμπνοια της ΝΔ, και φυσικά την παταγώδη αποτυχία της μοναδικής στην ιστορία της μεταπολίτευσης συγκυβέρνησης. Το να πιστεύει κανείς πως την αναφορά την έγραψε ένα άσχετο με γυαλάκια και ζελ στο μαλλί golden boy, που φοβάται την θέση του μετά τις αποτυχημένες αξιολογήσεις του δεύτερου μισού της τρέχουσας δεκαετίας που συνεισέφεραν στην παρούσα οικονομική κρίση, είναι εξίσου αφελές με το να πιστεύει κανείς πως η παρούσα κατάσταση μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με ιδία μέσα.


Ως προς τον τυπικό σκοπό που υποτίθεται εξυπηρετούν τα οργανωμένα σώματα του διεθνούς κεφαλαίου, είναι σαφές πως έχουν ξεβρακωθεί πλήρως στα μάτια ενός απλού θεατή, αλλά τους πραγματικούς τούς στόχους, τους επιτυγχάνουν διαρκώς με απόλυτα διαχειριζόμενα αποτελέσματα. Ξεβράκωτο είναι φυσικά το ελληνικό κράτος -όπως πάντα άλλωστε- το οποίο με ταχύτατους ρυθμούς θα πρέπει να κάνει υποχωρήσεις σε γεωπολιτικά ζητήματα όπως οι αμυντικές δαπάνες (2) και οι αγωγοί φυσικού αερίου, ενώ παράλληλα θα πρέπει να βρει νέους ευρηματικούς τρόπους να ‘εξαφανίσει’ τις δημοσιοοικονομικές του τρύπες, όσο θα ρίχνει τις τελευταίες του ριπές στον κοινωνικό του χαρακτήρα εκποιώντας σε ευκαιριακές τιμές τη δημόσια περιουσία. Μέτρα χαμηλού λαϊκισμού (3) εξυπηρετούν μονάχα επικοινωνιακούς σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης σε μια οικονομική διαχείριση που στερείται στρατηγικής, προοπτικής και ολοκληρωμένης σκέψης σε βάθος χρόνου.


Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά; Μα φυσικά η επιβεβαίωση των πολλαπλών επιπέδων εκμετάλλευσης και αδικίας, τα οποία λειτουργούν από πάνω προς τα κάτω και εξυπηρετούν οργανωμένα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα στον σύγχρονο παγκόσμιο καπιταλισμό. Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, η αποδυνάμωση του κράτους, αλλά και μικρότερων συλλογικοτήτων, συνεχίζεται στους οικονομικά φιλελεύθερους δρόμους του εκβιασμού και της αρπαγής, όσο οι κοινωνικές αδικίες εντείνονται και περιχαρακωνόμαστε ολοένα και πιο πολύ σε νησίδες εγωισμού και μικροσυμφερόντων ανταγωνίζοντας τυφλά ο ένας τον άλλο. Εθελοτυφλούμε τόσο σε συλλογικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, επιτρέποντας τον συνεχόμενο αυτό βιασμό και εξευτελισμό της ανθρωπιάς μας, υπονομέυοντας τόσο την οικονομική όσο και την δημοκρατική μας αυτοτέλεια και ανεξαρτησία.


Εν μέσω αυτής της τρομοκρατίας, αντιδράσεις πρέπει να υπάρξουν και θα υπάρξουν, πολλές από των οποίων δυστυχώς προς τις λάθος κατευθύνσεις (όπως π.χ. την μαζοχιστική ενδυνάμωση του δικομματισμού). Όποια όμως και να είναι η συνέχεια, έχουμε τουλάχιστον την υποχρέωση επί του παρόντος να αναγνώσουμε τους πραγματικούς μηχανισμούς που διαμορφώνονται και λειτουργούν στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, και στο μέλλον να θυμόμαστε αυτές τις μέρες ώστε να προσπαθήσουμε να αποτρέψουμε ανάλογες ενέργειες. Και φυσικά, όσο μπορούμε να αντισταθούμε και να διατηρήσουμε ένα ελάχιστο της αξιοπρέπειας και του πολιτισμού μας, γιατί άλλωστε στο τέλος δε μετράει με πόσα χρήματα στη τσέπη μας θα καταλήξουμε, αλλά πόσο άνθρωποι θα παραμένουμε.



(1) Αυξάνοντας λοιπόν το κόστος δανεισμού, επιβαρύνοντας το δημοσιοοικονομικό έλλειμμα ακόμα περισσότερο, και έτσι διαιωνίζοντας τη μέγγενη του δανεισμού.

(2) Των οποίων οι μίζες δεν πρόκειται φυσικά να περιοριστούν από ευφυολογήματα όπως ο κώδικας δεοντολογίας του Ε. Βενιζέλου.

(3) Το έκτακτο επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης είναι φυσικά καλύτερο από το να μην υπήρχε καθόλου, αλλά ο αδιαμαρτύρητος τρόπος με τον οποίο τον υποδέχτηκαν οι πιο κερδοφόρες εταιρείες καταδεικνύει τον αναιμικό του χαρακτήρα, ενώ η φορολογία 90% επί των μπόνους των τραπεζικών στελεχών είναι μια αστειότητα, αφού μπορούν κάλλιστα να διανεμηθούν οι αμοιβές αυτές με άλλες μορφές (μετοχές, πιστώσεις, αυτοκίνητα, offshore, κλπ).

Saturday, December 05, 2009

Ένας μετρονόμος από αλλού

Ξέρω πως υπάρχει η πεντατονική κλίμακα χωρίς φυσικά να γνωρίζω τι σημαίνει αυτό. Τα μάτια μου προσπαθούν μάταια να μου εξηγήσουν πως χρησιμοποιείται για αιώνες ακόμη και στα ηπειρώτικα τραγούδια, αλλά η μνήμη μου ανακαλεί την ασχετοσύνη μου στο μάθημα της μουσικής όσο τα αυτιά μου παραπονιούνται που δεν μπορούν εν γένει να καταλάβουν και πολλά παραπάνω από το Be There των UNKLE. Α, το μάθημα της μουσικής, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης φάλτσων νοτών, και το τέλος της ψυχικής υγείας μιας δασκάλας.


Ένας φίλος μου πρόσφατα, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, αναρωτιόταν περί της φυσικής έλξης των έμβιων προς την αρμονία της μουσικής, και τη σχέση της ανατομίας του αυτιού και της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος προς αυτή. Λίγα μπορούσα να σκεφτώ, το θεωρούσα αυτονόητο και φυσιολογικό, από την ίδια λάσπη το μυαλό και το αυτί, το θρόισμα των φύλλων, και το πάφλασμα των κυμάτων, τα μουρμουρητά και τα δάκρυά μας, από την ίδια λάσπη οι ιαχές των κτηνών, τα τιτιβίσματα των πτηνών, ίδιος ο πόνος και η μιζέρια στα ζωντανά, ίδια η αγάπη και το αίμα, ίδιος ο φόβος της βροντής. Θυμάμαι μικρός στο σχολείο, (πάλι) που ένας μεγαλύτερος για να εντυπωσιάσει μια άσχημη χοντρή γκόμενα, της είχε πει ότι δεν πίστευε στον θεό, αλλά θρησκεία του ήταν η φύση και το ανεξήγητό της. Βλακεία αλλά σίγουρα εντυπωσιακό για γυμνασιόπαιδα.

Πολλά από τα εκπληκτικά ονόματα της μουσικής έμαθαν το όργανο με τα οποίο έγιναν πρόσκαιρα αθάνατοι από μόνοι τους, δίχως να ξέρουν από κλίμακες, τόνους και τα υπόλοιπα που τόσο περίεργα ξεδιπλώνονται σε μια παρτιτούρα. Έτσι λοιπόν όπως στραβά σκέφτεται η κουτουρού μου, αναρωτιέμαι τι θα γινόταν άμα σε ένα παιδί του δίναμε ένα πιάνο και έναν μετρονόμο. Άλλα όχι έναν οποιοδήποτε μετρονόμο, όπως τον αναλογικό μαύρο Wittner 806, αλλά έναν μετρονόμο διαφορετικό, βγαλμένο από τις ταινίες του Tim Burton, έναν μετρονόμο που δεν κρατά το ρυθμό σωστά, μα αντίθετα, από κάποια μνήμη ξύλινη σκέφτεται τις εξεζητημένους πρωτογονισμούς του Geoff Barrow, κι άλλες φορές μεθάει πλήρως κι δίνει στίγμα μουσικό ασύλληπτο και παράδοξο. Πως ακριβώς θα μάθαινε το παιδικό ταλέντο, τι θα γινόταν; Πες μου, ξέρεις τι θα γινόταν;


Άραγε και το μυαλό σαν ένα αποσπασματικό εκκρεμές δεν λειτουργεί, έτσι σαν μια ναυαγημένη βαρκούλα που στο έλεος μιας απλής φουσκοθαλασσιάς γέρνει και χορεύει σαν μικρό παιδί. Άραγε γιατί κάνω συνεχώς παρομοιώσεις; Υπεκφυγές μάλλον. Σίγουρα δηλαδή. Αλλά έτσι το ρημάδι το μυαλό μου, μια εδώ και μια εκεί, ποτέ κάπου σταθερά, πάντα σχεδόν τυχαία. Μέχρι φυσικά στόχους να βρω, γρήγορα να απογοητευτώ και να αποχωρήσω, ωσότου πάλι ο κύκλος επαναληφθεί. Όμως ποτέ με τον ίδιο ρυθμό, ούτε με το ίδιο μέτρο, κι ας αλλάζουν οι άνθρωποι, οι εποχές, οι στιγμές, κι ας μένουν όλα ίδια. Τώρα με φαντάζομαι πάνω σε αυτό το εκκρεμές, βίαια να ταλαντεύεται πέρα δώθε, κι εγώ παγιδευμένο πιθηκάκι πάνω του, μια να ουρλιάζω τρομαγμένος σε βοήθεια, μια να τραγουδώ μεθυσμένος, μια να μονολογώ με εμμονή. Άλλη μια παραβολή για τη ζωή, ατυχής, φθηνή και γελοία.

Κάτι ήθελα να γράψω τώρα, αλλά δεν θυμάμαι τι.



Ύστερα όμως, έρχεται η βροχή, με τη δική της μουσική και ρυθμό, και το βλέμμα μου καρφώνεται, στον τρόπο με τον οποίο τυλίγει τα πάντα και τα γλύφει, στη δικιά της γλυκιά μουσική έτσι όπως την θνητή μου και μάταια μου φύση θυμίζει, όπως το φως από τη φλόγα ενός αναπτήρα παλεύει με τις σκιές στο πρόσωπό της. Με την δική της λοιπόν υπεροχή, ηρεμώ και σωπαίνω.


Monday, November 30, 2009

Στα όρια της χρεοκοπίας...

… λένε με επίσημες πληροφορίες πως βρίσκεται η ανθρώπινη ψυχολογία. Ακαδημαϊκοί κύκλοι ζωγραφισμένοι με κιμωλία στα αγοραία πεζοδρόμια της Σόλωνος, αναφέρουν πως τα εξευτελιστικά τεστ ιθαγένειας που καλούνται να κάνουν τα ψυχολογικά σύνδρομα όταν μετακομίζουν στις μουχλιασμένες οάσεις της τέχνης, τους δημιουργούν επιπλέον συμπλέγματα στέλνοντας τις ιδέες σεναριογράφων και άπληστων διαφημιστών στον κάλαθο των αχρήστων. Συγκεκριμένα, η παράνοια έχει βάσιμες υποψίες πως η υποχονδρίαση την έχει γεμίσει μικρόβια, ή το ακριβώς αντίστροφο. Παλαιότερα, από τις φασολιές του Αριστείδη και του Jung που επικινδύνως σκαρφαλώναμε ξυπόλητοι, φτιάχναμε μια ζεστή κούπα φαγητό αρκετή να μας πείσει για την αναγκαιότητα της φλυαρίας και τη φλυαρία της αναγκαιότητας, καθώς φυσικά και για τη φυσιολογικότητα της ανομίας μας. Λογικά όμως, κουρασμένοι καθώς ήμαστε, βολευτήκαμε με ένα σκουριασμένο Husquvarna 359, και τώρα μέχρι και με τις ρίζες τους έναν απαίσιο πικρό χυλό μονάχα καταφέρνουμε να φιλέψουμε περαστικούς που το λέει η ψυχούλα τους να ρισκάρουν την όξινη ισορροπία των στομάχων τους.


Αγνοείται ο Οιδίποδας. Όποιος τον βρει παρακαλείται να τον επιστρέψει στη μαμά του που τον ψάχνει να του πει δύο α-λογάκια και να του δώσει ένα νέο ζευγάρι ανατομικά σανδάλια. Τον χαζούλη. Ακόμη, σύμφωνα με επίσημες πηγές γάργαρου μεταλλικού νερού, οι Φιλιππικοί του Δημοσθένη έχουν την τιμητική τους ανάμεσα στους ψηφοφόρους της ΝΔ, ενώ διάφοροι περιφερειακοί σύλλογοι βάσης υδραυλικών ετοιμάζουν ανεπίσημο διάβημα στον ΟΗΕ για την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα σιφώνια και οι υπόνομοι από την απόρριψη πορδοφυλακτικών, τριχών και κωλόχαρτων στις λεκάνες. Τεταμένη η κατάσταση στα σύνορα μεταξύ υποθαλάμου και μεσολοβίου με αφορμή την απέλαση δεκαπέντε εκατομμυρίων εγκεφαλικών κυττάρων από τη μακροπρόθεσμη μνήμη στον σκοτεινό χώρου του υποσυνειδήτου, το οποίο με τη σειρά του με ακαταλαβίστικη προκύρηξη απειλεί με ξεσπάσματα βίας και κανιβαλιστικές εξορμήσεις λυσσασμένων λυκόπουλων.


Στα υπόλοιπα νέα, σε νέα πανσωματική στάση λεωφορείου κατεβαίνουν οι εργάτες της καρδιάς, της ψυχής του και του πνεύματος, διαμαρτυρόμενοι για την κακή διατροφή, τις άσκοπες περιηγήσεις στα μπαρ της αλλοτρίωσης και την κακή μου νέα συνήθεια να παίρνω ταινίες από το video-club και να μην τις βλέπω ποτέ. Τουλάχιστον ακόμα τις επιστρέφω. Παράλληλα, σε στάση ιεραποστολικού κατέβηκαν μεμονωμένα σώματα, αποκλείοντας τη λεωφόρο των ονείρων και το memory lane. Τα αιτήματά τους παραμένουν άγνωστα, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και η αναβλητικότητα έχει υποσχεθεί την εξέτασή τους στο άμεσο μέλλον.


Στο lifestyle τώρα, η Επικοινωνία, η Σκέψη και η Φαντασία αποφασίσανε να συμμετέχουν σε reality shows με ποικίλα αποτελέσματα και συνέπειες. Η πρώτη αποφάσισε να πάει στο Next Top Model, αλλά πραγματικά υποφέρει. Κρυφή κάμερα στις τουαλέτες των κοριτσιών – τις πραγματικές, όχι αυτές που φοράνε – την πέτυχε να προσπαθεί να μαντάρει τα διερρηγμένα κρανιοεγκεφαλικά της αγγεία με κάτι κλεμμένα μπικουτί μετά από σουρεαλιστικό διάλογο με μόδιστρο που έψαχνε να βρει όραμα στο πως σπάει τη μέση της. Πέρα από αυτή την ατυχία, νοιώθει και πολύ μόνη, διότι οι συμπαίχτριες της δεν της μιλάνε και πολύ γιατί δεν την καταλαβαίνουν. Η Επικοινωνία τώρα λέμε. Η Φαντασία κατέβηκε στο X-Factor, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά επειδή από μικρή το είχε γινάτι να θερίσει τα φουσκωμένα στήθια του Σάκη με τα μακριά κόκκινα νύχια της, αλλά μετά από ένα περίεργο παιχνίδι του χωροχρόνου καθαρά οφειλόμενο στον νέο επιταχυντή σωματιδίων του CERN, βρέθηκε να είναι νυχτερινό μαγαζί στη παραλιακή. Τέλος η Σκέψη, με έντονα τα σημάδια της λανθάνουσας κόπωσης, δήλωσε συμμετοχή για το Extreme Sommer, του οποίου ο παρουσιαστής υποτίθετο πως θα έκανε μια (σκέψη), αλλά όπως ήταν λογικό το επεισόδιο δεν γυρίστηκε ποτέ για ευνόητους λόγους. Έκτοτε η Σκέψη βρίσκεται στη μακριά λίστα χαμένων της Νικολούλη χωρίς κανένας να έχει δώσει στοιχεία της.


Ο καιρός προβλέπεται εποχιακός με σύμβαση έργου. Κρύο, καιρός για πλοίο.


Tuesday, November 24, 2009

Που ΠΑΜΕ με αυτά τα μυαλά;

Το ΠΑΜΕ, πέρα από τους μονολιθικούς ιδεολογικούς μορφασμούς του και τον συχνά απομονωτικό του χαρακτήρα, είναι χωρίς αμφιβολία ένα ιδιαίτερα δυναμικό και σημαντικό συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο βρίσκεται σε διευρυμένη επαφή με τα σωματεία βάσης. Στον αντίποδα όμως, αναμφίβολα πάλι, είναι κατευθυνόμενο και δουλικό απέναντι στην Γενική Γραμματεία του ΚΚΕ, δημιουργώντας ως αποτέλεσμα καίριες ρήξεις στο εργατικό κίνημα.

Αντί εισαγωγής τα παραπάνω, αφού εχθές κάποιοι αποφάσισαν, και πολύ περισσότεροι εκτέλεσαν, τον αποκλεισμό του υπουργού Εργασίας (ή Ανεργίας και Εκμετάλλευσης) και εκπροσώπων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ (βλέπε πολιτικά πουλημένους εργατοπατέρες) από το να προσέλθουν στον νέο γύρο διαλόγου (βλέπε προπέτασμα καπνού) γύρω από το ασφαλιστικό (γράψε αναλογιστικό κενό). Πιο πριν, η Αλέκα Παπαρήγα (άραγε πριν ή αφού βγήκε από τη βουλευτική Lexus για να πάει στο εκλογικό κέντρο του ΚΚΕ της Ομόνοιας;) είχε καλέσει τον λαό σε ‘πόλεμο ενάντια στον πόλεμο του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών΄ θυμίζοντας έντονα τη συνθηματολογία ετών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, της οποίας την ύπαρξη αγνοεί επιδεικτικά.

Ο Ζαχαριάδης θα χόρευε στον τάφο του από χαρά με τις ακραίες, διασπαστικές και εν τέλει φασιστοειδείς (1) τακτικές, αλλά οι ψυχραιμότεροι οφείλουμε να αναγνώσουμε αυτή την πρόσφατη ένταση της αντιπολιτικής του Περισσού, πέρα από τις σκοπιμότητες και τους φλύαρους εντυπωσιασμούς.

Το ΚΚΕ δεν διεκδίκησε ποτέ του δάφνες δημοκρατίας και κοινοβουλευτισμού, αλλά τουλάχιστον κρατούσε τα προσχήματα συμμετέχοντας ωσεί παρών στους διάφορους θεσμούς, και γενικότερα εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες των δημοκρατικών διαδικασιών τόσο εντός του ελληνικού κράτους όσο εντός των οργάνων της ΕΕ, είτε με τη μορφή ψηφισμάτων, είτε με το διάλογο, χωρίς φυσικά να αναιρείται η (ιδιόμορφη) κινηματικότητά του, διατηρώντας πάντα επαφές με το σύστημα και την εκ των έσω του ανατροπή. Όποτε (ταχέως) εξαντλούσε πλέον τις αστικές διαδικασίες, συνέχιζε τη μακρά παράδοση αποχών και αποχωρήσεων διατηρώντας την ένοχη σιωπή του με σουρεαλιστική αξιοπρέπεια παρέχοντας δεκανίκια αποδοχής και ενσωμάτωσης των διεθνών και τοπικών(2) αντιλαϊκών μέτρων.

Όσο λοιπόν το ΚΚΕ αρνείτο τη συμμετοχή του στις δημοκρατικές διεργασίες, με τον ένα βαθμό ή με τον άλλο, είχε μια στάση έστω συνεκτική. Όμως η χθεσινή προβοκατόρικη ενέργεια του ΠΑΜΕ εκδηλώνει, σε θεωρητικό πάντα επίπεδο, δύο πιθανά νέα χαρακτηριστικά. Από τη μια ή το ΚΚΕ κλιμακώνει το ριζοσπαστικό του στοιχείο θέτοντας τον εαυτό του ακριβώς απέναντι από την αστική δημοκρατία, τραμπουκίζοντας και καταλύοντας τις δόκιμες διαδικασίες, θυμίζοντας ντροπιαστικές εποχές, ή για μια ακόμη φορά, σαν τα βραδυκίνητα κανόνια της αριστεράς, στρέφει τις επικοινωνιακές του κάνες καθυστερημένα στο κενό, εκεί που πιο πριν άλλοι μάχονταν πιο έντιμα και μοναχικά.

Η πραγματικότητα όμως, είναι μάλλον πολύ πιο πενιχρή και χυδαία. Η μακροχρόνια κόντρα μεταξύ ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ καλά κρατεί, με τις προεκλογικές επιθέσεις γύρω από το σκάνδαλο του Γερμανού και το ζήτημα χρηματοδότησης του ΚΚΕ από τη μια, να απαντώνται τώρα με έντονη και αντιπολίτευση και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα από την άλλη.

Με αυτό το σκεπτικό όμως, το ΚΚΕ διαπράττει διπλό έγκλημα. Από τη μια προσβάλλει και προκαλεί το σύνολο των δημοκρατικά σκεπτόμενων πολιτών (ασχέτως των θέσεων τους επί του ασφαλιστικού και της διαδικασίας διαμόρφωσής του) ενώ ταυτόχρονα ντροπιάζει τους συντρόφους και τους ακολούθους του που όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα χωρίς κομματικές γραμμές και ντιρεκτίβες αγωνίζονται δυναμικά και συνθετικά για τα εργατικά δικαιώματα αλλά και για τις ίδιες δημοκρατικές αξίες τις οποίες το κόμμα του Περισσού εμπαίζει στο όνομα μιας βεντέτας.

Εάν το ΚΚΕ επιθυμούσε μια ευθεία αντιπαράθεση με το κεφάλαιο και την αστική τάξη ενάντια σε οποιασδήποτε μορφής κοινωνική συναίνεση, θα μπορούσε να θέσει περήφανα τον εαυτό του στη παρανομία και να συσπειρώσει τους ομοϊδεάτες του γύρω του σε μια νέα μορφή αντιπαράθεσης. Όμως το ΚΚΕ και τα στελέχη του δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο, όχι μόνο γιατί δεν διαθέτουν τις όποιες αριθμητικές δυνάμεις, αλλά κυρίως γιατί στερούνται σκέψης, ειλικρίνειας, αξιοπρέπειας, σεβασμού και ήθους. Τα στελέχη του αδυνατούν να αντιληφθούν και να καταλάβουν την ίδια τους την επιχειρηματολογία, το σύγχρονο οικονομικό, κοινωνικό και παγκόσμιο γίγνεσθαι, και αυτό τους οδηγεί αργά και σταθερά στην απομόνωση, ακόμη και στη γραφικότητα.

Δυστυχώς η εκπροσώπηση της εργατικής και αγροτικής τάξης κατρακυλά αδιάκοπτα στην νοσηρότητα και της διαστρέβλωση χάρη στην εμμονή μερικών να υπηρετούν τυφλά (και κουφά) επικοινωνιακά ένα διεστραμμένο και περιχαρακωμένο ιδεολογικό κατασκεύασμα (3) εκθέτοντας, υποσκελίζοντας ακόμη και προδίδοντας τις μάζες εκείνες που ο κουμμουνισμός προτάσσει την προστασία και την ανάδειξή του στη διαρκή ταξική πάλη.

Εν τέλει, το ΚΚΕ έχει την υποχρέωση να αποφασίσει υπεύθυνα την πορεία του και να μην απογοητεύσει την κοινωνία για μια ακόμη φορά με τις μικροπολιτικές του εμμονές. Ειδάλλως, η μέρα εκείνη που η συμπάθεια στο σώμα του θα μεταλλαχθεί σε ανοχή δε θα αργήσει να έρθει.


(1) Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στη πρακτική της ενέργειας, και όχι απαραίτητα στο ιδεολογικό της υπόβαθρο.
(2) Αλήθεια, γιατί δεν διοργανώνει το ΚΚΕ μια εξόρμηση στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ως μέτοχοι μέλη του, και να καταγράψει τις εργασιακές συνθήκες και σχέσεις;
(3) Και όχι φυσικά τη γενεσιουργή ιδεολογική βάση του κουμμουνισμού.

Thursday, November 19, 2009

Τι να σου λέω τώρα...

Κάποτε προσπαθούσα να βρω παραστατικούς τρόπους για να εξηγήσω σε φίλους και γνωστούς μου πως είναι να ζεις σε μια γειτονιά που είναι περικυκλωμένη και ενίοτε κατειλημμένη από δυνάμεις καταστολής και εξουσίας. Τους ρωτούσα που έμεναν, τους ζητούσα να μου πούνε γωνίες και πλατείες, διάφορα σημεία γνωστά, καφετέριες, μπαρ. Μετά τους καλούσα να φανταστούν δίπλα από τα περίπτερα που μικροί αγόραζαν τσίχλες και τώρα τσιγάρα, μπροστά από τους φούρνους που τσιμπάνε κανά τσουρέκι, και έξω από τα στέκια που κάθονται με τους φίλους τους να υπάρχουν κλούβες, άντρες με χακί και ημιαυτόματα στο χέρι, κλίκες τραμπούκων με αλεξίσφαιρα και ύφος κανιβαλιστικό πίσω από τη προστασία της αντισφυξιογόνας μάσκας, και φυσικά ορδές τρελαμένων μηχανόβιων να εισβάλουν στα πάρκα τους και στις γειτονιές τους βαρώντας τις κόρνες και παίζοντας με τα φώτα τους σαν μεταμοντέρνες τραβεστί βαλκύριες.

Οι περισσότεροι καταλάβαιναν ή ένοιωθαν το αλλοπρόσαλλο της κοινωνικής σκηνογραφίας των Εξαρχείων, αρρωσταίνοντας και νευριάζοντας με την ιδέα της αστυνομικής κηδεμονίας και της μεθοδικής γκετοποίησης της γειτονιάς. Κάποιοι, πιο απλοί στη σκέψη τους ευτυχώς και συνήθως πιο νέοι, αγανακτούσαν και έβριζαν με τον παραλογισμό της πραγματικότητας. Όμως πια, έχω κουραστεί να τα λέω αυτά, να εξηγώ τα ίδια από την αρχή, έχω βαρεθεί να απαντάω στις ίδιες, δικαιολογημένα αφελείς, ερωτήσεις, έχω εξαντλήσει τα αποθέματα παραδειγμάτων και παραβολών, έχω ατονίσει με τις ομοιότητες που έχει το ένα περιστατικό με το άλλο. Άλλωστε πλέον αναζητώ τρόπους να εξηγήσω κάτι άλλο.

Τώρα πια πρέπει να μάθω να εξηγώ πως είναι να έχεις έρθει σε μια πλήρη αναισθητοποίηση και αφασία, και να μην δίνεις καμία σημασία σε όλα τα παραπάνω. Πως είναι να ξυπνάς το πρωί και απλόχερα να πετάς τα δικαιώματά σου στο κάδο με τα σκουπίδια, δίπλα από το κιτρινόλευκο σημάδι του δακρυγόνου. Πως είναι να κάθεσαι με την παρέα σου και να τρέχουνε διμοιρίες από δίπλα σου για να δώσουν συνέχεια στην πιο ηλίθια αστική παράδοση όσο εσύ συνεχίζεις να μιλάς, να γελάς και να μπουρδολογείς. Πως είναι να είσαι αυτό που κάποτε έβριζες και απεχθανόσουνα, πως είναι να είσαι αδιάφορος, χοντρόπετσος και κυνικός, συνηθισμένος και παραδομένος. Άντε τώρα εγώ να εξηγήσω την άρρωστη οκνηρία μου απέναντι στη ίδια την ομηρία μου.

Tuesday, November 17, 2009

Ο Ναός του Σολομώντα και οι εμποράκοι του

Νοιώθω πως η συλλογική ευφυΐα είναι τελικά ένα ιδεατό δυνατό και πιθανό, μια πιθανότητα που αν και σπάνια τη συναντάμε, υπάρχει, αλλά είναι λίγο δύσκολο να τη διακρίνουμε και να τη προσδιορίσουμε ανά στιγμές. Αυτό ήταν το μόνο ευχάριστο και ελπιδοφόρο που κατάφερα να σκεφτώ ανεβαίνοντας το γαλβανισμένο με καμένα αμάξια οδόστρωμα της Στουρνάρα φεύγοντας από το Πολυτεχνείο, προσπαθώντας με αρκετή επιτυχία να συγκρατήσω την αηδία μου.

Το γνώριμο σκηνικό σε ακόμη μεγαλύτερη υπερβολή. Χιλιάδες εκτάρια δέντρων θυσιασμένα στην πολιτική προπαγάνδα και αφισοκολλημένα σε οποιαδήποτε πιθανή επιφάνεια, με τη ΚΝΕ φυσικά να πρωτοτυπεί και να πρωτοπορεί φλερτάροντας αμήχανα με το ταβάνι όσο δίνει μια νέα διάσταση στην έννοια της πολιτικής ταπετσαρίας. Οι πάγκοι γεμάτοι φυλλάδια, χοντροκομμένα συνθήματα, βιβλία και περιοδικά προς πώληση, τσιγάρα, καφέδες, ψωριασμένους ρομαντισμούς και ιδεολογίες με ημερομηνία λήξης, ενώ ο αέρας από πάνω τους γεμάτος Η1Ν1, κακόγουστα αστεία και αριστερούς αφορισμούς. Περπατώ αποφεύγοντας τους ιπτάμενους Ριζοσπάστες και με αφέλεια προσπαθώ να βρω κάτι ελπιδοφόρα συνθετικό στο λαβύρινθο του περίεργου αυτού πολιτικού παζαριού, αλλά αρκετά ταιριαστά στο χαρακτήρα μου αποτυγχάνω και κοντοστέκομαι στα σκαλιά του κτιρίου Γκίνη. Δεν ανάβω καν τσιγάρο, έχω σαστίσει ξανά, αλλά μόλις φέτος διαπιστώνω με τόση έμφαση το επίτευγμα του ασυνείδητου συνόλου.


Μπροστά μου ένας τρισδιάστατος πολυεπίπεδος καθρέφτης, με πολλές και αιχμηρές ακμές απλώνεται σαν κρυσταλλικά αποθέματα κάποιου παράξενου ιού επιστημονικής φαντασίας. Διαπερνάει τους τοίχους και τα μυαλά όλων, και στις άρρωστες επιφάνειές του αντανακλάται ο ίδιος γεροντοκρατικός καθεστωτικός πολιτικός κόσμος που υποτίθεται πως η νεολαία πρέπει να κριτικάρει και να του αντιτίθεται, το γνώριμο πολιτικό μόρφωμα το οποίο ενοχικά συντηρούμε όλοι μας, οι ίδιοι μισητοί μηχανισμοί, ο βάρβαρος πολιτισμός μας σε συμπυκνωμένη μικρογραφία. Ανησυχία, ταύτιση, ασυνεννοησία και πόρωση λίγες από τις παρενέργειες αυτού του αρρωστημένου πολιτικού παιδομαζώματος το οποίο ξετυλίγεται μπροστά μου.



Αυτό είναι λοιπόν το μεγαλοπρεπές προϊόν της συλλογικής κοινωνικής μας ευφυΐας. Ο πόλεμος των αφισών, τα χαμένα μυαλά, η απομόνωση τόσων ζεστών μυαλών σε πατρικές γυάλες, ιδέες κληροδοτημένες και μια κατάθλιψη στο μέγεθος ενός ιστορικού τετραγώνου.

Καλώς ήρθατε στo πανηγύρι του Πολυτεχνείου.

Sunday, November 15, 2009

Life. Bitch is one.

Οι σημαίες των εθνών συμπληρώνουν τη σκηνή της απλωμένης μου ματαιοδοξίας, παραδωμένες στη διεύθυνση της βαρύτητας, άσκοπα φλερτάροντας με ένα αναιμικό απογευματινό αεράκι. Τα ρούχα είναι στεγνά μέρες τώρα, αλλά δεν έχω αρκετές κρεμάστρες. Μικρή η διαφορά, ειδικά τώρα που οι φλεγμονές κάνουν πάρτυ στην πονεμένη μου στοματική κοιλότητα.

Η υπερ-πραγματικότητα που με περιστοιχίζει έχει από καιρό διαβάλει κάθε αισθητήριο, έχει μολύνει κάθε κριτήριο και έχει εξοντώσει προ πολλού την απλότητα και την ειλικρίνεια της άγνοιας μου. Η περίφημη πια ποπ κουλτούρα είναι ναρκωτικό και οι εθισμένοι της με περικυκλώνουν αργοκίνητα σαν κομπάρσους ταινιών ζόμπι που κόπηκαν στο μοντάζ της ταινίας και της ζωής. Ζω σε κόσμους ημιμάθειας και απαλών μητρικών ψεμάτων, βολικών συνηθειών και ληστρικών συμβιβασμών. Για να τα σκέφτομαι αυτά, πρέπει να γερνώ απότομα και η επαναστατικότητα από άλλοθι ενός υπερβολικού εγωισμού γίνεται μια μακρινή, ακόμη και χαριτωμένη ανάμνηση. Το ξέρω καλά, είναι πάντα το ίδιο κόλπο του μυαλού, η προβολή του μέσα στο έξω, η προβολή του εγώ στο εμείς, η αποκάλυψη κοινωνικών συνωμοσιών και η απαρχή μιας αργής και μεθοδικής παράνοιας. Ποτέ ο γιαλός δεν είναι στραβός, πάντα η ματιά η δικιά μου είναι στραβή, επίμονα όπως γέρνω το λαιμό μου ελπίζοντας να δω κάτι λίγο πιο διαφορετικά, με λίγο παραπάνω ενδιαφέρον, κάπως να με συγκινήσει. Τέτοιες ανησυχίες και προβληματισμοί, όπως θα έλεγε κι ένας φίλος μου που μαζεύει ελιές τώρα, είναι μια συνήθεια αστική, το ανοσιούργημα της ελευθερίας των επιλογών και των προτεραιοτήτων, άσκηση πολυτέλειας αλαφροΐσκιωτων.

Είμαι μια φτηνή κόπια αυτού που κάποτε θα μπορούσα να είμαι, ένα άνευρο υποκατάστατο, αλλά αρκετό κουράγιο έδωσα στο χρόνο. Ταυτόχρονα είμαι και το έναστρο όνειρο μιας περασμένης ιδέας, ξεχασμένης στο μέλλον. Έκκεντροι και ομόκεντροι κύκλοι το ίδιο χαραγμένοι στους ίδιους περίπτερους τοίχους του ελαφρά κατηφορικού χαλασμένου τυχοδιωκτικού δρόμου όσο οι ελληνικές σειρές επιμένουν να με χλευάζουν παίζοντας επίμονα το κουδούνι του σπιτιού μου στους τηλεοπτικούς τους οχετούς. Τόσα ψέματα γύρω μας, τηλεόραση, πολιτική, θρησκείες, οργανωμένος αθλητισμός, οικογένεια, η σύμπλευση μεταξύ συνωμοσίας, λογικής και παράνοιας κουράζει σε βαθμό αποκαρδιωτικό, τόσο που η παράδοση ψυχί και πνεύματι αρχίζει να δελεάζει υπερβολικά. Μοιάζει λες και είναι ένα σχέδιο τέλεια οργανωμένο ώστε να εκτιμάμε ακόμη περισσότερο τα λίγα όμορφα γύρω μας, ακριβώς εκείνη τη στιγμή λίγο πριν τρελαθούμε. Το ομολογώ, είναι αλήθεια, υπάρχουν φορές που όλα βγάζουν νόημα και γίνονται όμορφα, ακόμη πιο όμορφα όταν με τις σκιές και την αφέλειά τους γοητεύουν.

Πριν και μετά, όλα αυτά προσπαθώ να συλλάβω και τα μικρή μου συλλογή από βότσαλα να μεγαλώσω προσπαθώ. Μα μάτι καθαρό δεν έχω, και σπάνια όταν το φακό της μηχανής προσέχω για μια στιγμή όμορφα να αιχμαλωτίσω, πάντα κάτι βρίσκει, πάντα κάτι συμβαίνει, μια λάθος σύμπτωση, πολύ αργά ή πολύ νωρίς, όπως και στις σχέσεις μου. Σκόρπιες οι σκέψεις μου αιωρούνται σαν αποτυχημένα ραβασάκια στο αγέρι, πάντα όταν χαρτί και μολύβι βιομηχανικά αρωματικό δεν έχω, και ότι γράφω λοιπόν παραμένει μια λάθος ανάμνηση, μια ιστορία λίγο αλλοιωμένη, λίγο πιο υπερβολική, ένας λάθος συντακτικό. Τώρα πια και πιο συχνά, νεκρά γωνίες καφενείων κοιτώ, ώσπου κάποιος ωραίος κώλος να περάσει από απέναντι, καλυμμένος από ένα γλυκά υποσχόμενο υφασματάκι μέχρι στην άκρη της τζαμαρίας και πάλι να χαθεί.

Καιρό τώρα προσπαθώ να ανακαλύψω το μυστηριώδες εμπορικό κόσμο του αμερικάνικου κατς, μάταια προσπαθώντας να αποσυνθέσω το σεναρικό σκελετό του μεγαλύτερου θεάτρου του κόσμου. Αλλά για αυτό περισσότερα μια άλλη φόρα.