Pages

Sunday, April 29, 2012

Για εσένα που απέχεις

Εκλογές

Εκλογές. Το πανηγυρτζίδικο άλλοθι της αστικής δημοκρατίας, το σκλαβοπάζαρο των ρουσφετιών, των νομιμοποιήσεων και των κομματικών εκδρομών. Η αναίρεση της όποιας ουσίας και του όποιου διακυβεύματος στο όνομα της δημοφιλίας και της μικροπολιτικής εξουσίας, η χαρά των μπατζανάκηδων και των αποτυχημένων ηθοποιών. Έλλαδα (θα) έχεις βουλευτές. Και πάλι.

Σε αυτή τη ζοφερή εικονοκλασία που ο πολίτης δεν καλείται να αγοράσει κόμμα με το τηλεχειριστήριο της τηλερόρασης ή με το DVD της εφημερίδας αλλά με την ψήφο του στηις κάλπες, πάντα προσκολλάται και η εικόνα των προβάτων που πηγαίνουν στο σφαγείο, ενώ ταυτόχρονα πάντα ανακυρρήσεται με προσποιούμενη αποστροφή ο μεγάλος νικητής, η αποχή, αυτή η διαολεμένη μαία του τοκογλυφικού εκλογικού μας συστήματος. Εκεί είναι όμως που είναι απαραίτητο να σταθούμε. Στα πρόβατα και τους θεριακλήδες της αποχής.

Μαθηματικά - μη φοβάσαι

Ξεκινώντας από το βαρετό κομμάτι των μαθηματικών, χρειάζεται κανείς να ανατρέξει μονάχα σε όσες δημοσκοπήσεις(1) έχουν μπει στον κόπο και έχουν κάνει αναγωγή των προεκλογικών προτιμήσεων σε βουλευτικές έδρες, από όπου προκύπτει πως η αποχή πάλι κάνει το θαύμα της και χαρίζει οριακά 155 έδρες σε μια συγκυβέρνηση Νέα Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ παρόλο που στην πρόθεση ψήφου είναι αθροιστικά κάτω από το 30%, μεταφέροντας τα κυβερνητικά σχήματα από τις 'κυβερνήσεις του ενός τρίτου' στις 'κυβερνήσεις του ενός τετάρτου'. Αντίστοιχα συμπεράσματα μπορούν να βγουν φυσικά και από τα αποτελέσματα των εκλογών του 2009, όπου το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κατέλαβε το 53% των εδρών με 30,3% ψήφων επί των εγγεγραμμένων. Η ουσία είναι πως όποιος απέχει προσφέρει, είτε το θέλει είτε όχι, το λιθαράκι του στο νικητή - είναι σαν κι αυτούς που έρχονται στη συνέλευση της πολυκατοικίας και λένε 'ότι αποφασίσετε εσείς' και τελικά αποφασίζει ο λιγότερο ντροπαλός. Το μαθηματικό αυτό κομμάτι οφείλεται στην αχόρταγη δομή της ενισχυμένης πλειοψηφίας του εκλογικού μας νόμου,αν και φυσικά δε γνωρίζω εκλογικό σύστημα που λαμβάνει υπόψη του την αποχή στην κατανομή των εδρών. Υπάρχουν πολλά που ορθώς υπολογίζουν το λευκό, αλλά στην Ελλάδα αδικαιολόγητα ο νόμος το θάβει μαζί με τα άκυρα και ακόμη πιο βολικά έχουμε ερμηνεύσει το λευκό ως άρνηση των συμμετεχόντων και όχι ως άρνηση της διαδικασίας εν γένει.

Αυτό είναι το τεχνικό κομμάτι το οποίο δε χωρά κουβέντα και συζήτηση εκτός κι αν στα πλαίσια του ελληνικού νεολογισμού αναιρέσουμε και τους κανόνες της αριθμητικής. Ας περάσουμε λοιπόν στα δύο πιο σημαντικά, το ιδεολογικό και το ψυχολογικό δηλαδή, τα οποία κινούται στο επίπεδο του συνειδησιακού, δηλαδή είναι μια επιλογή συνειδητή η αποχή.

Περί ιδεολογίας στην πραγματικότητα του καταναλωτισμού

Στο ιδεολογικό πεδίο μπορεί κανείς να βρει πραγματικά ισχυρές αιτολογικές βάσεις, πέραν των όποιων θυμικών, οι οποίες προκύπτουν από μια ευρύτερη και αξιοπρεπής πολιτική στάση χωρίς να είναι απαραίτητα αντιδραστική. Όμως, παρόλο τις ευφυείς αναλύσεις και τα ιδεολογικά πλαίσια, οποιαδήποτε ιδεολογική άρνηση της συμμετοχής (όσο σεβαστή κι αν είναι) στερείται έδρασης με την πραγματικότητα, κάτι το οποίο μάλιστα ελάχιστα πηγάζει από το προαναφερθέν τεχνικό κομμάτι.

Η εκλογική διαδικασία μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ως μια εμπορική συνδιαλλαγή εξουσίας, επαναδιαπραγμάτευσης φέουδων όπου το εκλογικό σώμα δεν καθορίζει, αλλά καθορίζεται, δεν απαιτεί αλλά γίνεται συνάλλαγμα εξουσίας, ανταλλάξιμο κατά το δοκούν. Όμως αυτό δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ούτε απογοήτευση -εκτός κι αν ο ιδεολογικά απέχων είναι αφελής και έχει μια παράδοξη εμπιστοσύνη στα μορφώματα εξουσίας που αντιπολεύεται όπως το κοινοβούλιο. Είναι μια εμπορική διαδικασία, μια οικονομική διαδικασία με την ευρύτερη έννοια της μελέτης των επιλογών και των επιπτώσεων αυτών, όπως είναι τα ρούχα που φουράς, η εφημερίδα που διαβάζεις, τα μαγαζιά που βγαίνεις, οι εκπομπές που βλέπεις, τα νησιά που πας, το χρήμα που (δεν) έχεις στην τσέπη σου, το ρεύμα που καταναλώνεις, τα τσιγάρα που καπνίζεις, ο γιατρός που φακελώνεις, ο μηχανικός που λαδώνεις.

Είναι όλα επιλογές και συνδιαλλαγές, νομιμοποιημένες, μετρήσιμες, κωδικοποιημένες και προστατευμένες από το κοινωνικό σύστημα στο οποίο όλοι λειτουργούμε και το οποίο όλοι αντιπαθούμε, ακόμη και οι περισσότερες των παρανόμων εξ' αυτών. Με τη διαφορά όμως, πως ενώ οι περισσότερες επιλογές προκύπτουν είτε από ανάγκη είτε από επιθυμία, η εκλογική επιλογή είναι πια βολικά προαιρετική εξυπηρετώντας τα ισχυρά κόμματα, τα οποία κάνοντας χρήση των κονδυλίων του προϋπολογισμού οργανώνουν στρατιές αποφασισμένων φηφοφόρων και κλειστών φακέλων απέναντι στους ανοργάνωντους και μοναχικούς απέχοντες. Ναι, το παιχνίδι είναι στημένο, αλλά ακόμη και σε αυτή τη περίπτωση η επιλογή παραμένει. Παρόλο που είναι φοβερά ανελαστική, η επιλογή παραμένει, και η αποχή δεν προκαλεί καμία απολύτως ρηγμάτωση στο σύγχρονο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα αφού την έχει ήδη προβλέψει και την καλλιεργεί προς εξυπηρέτησή του. Αντίθετα η συμμετοχή, ούτε εξισώνει τον ένα συμμετέχοντα με τον άλλο κατά τρόπο ισοπεδωτικό -μονάχα τις ψήφους τους- ούτε φυσικά ταυτοποιεί τον συμμετέχοντα με την επιλογή του, ούτε αναιρεί ή υποβαθμίζει οποιαδήποτε άλλη πολιτική συνεισφορά του συμμετέχοντα στο κοινωνικό σύνολο.

Είναι τουλάχιστον υποκριτική η αποχή ως πράξη απόρριψης και άρνησης απέναντι στο πολιτικό, κρατικό και οικονομικό σύστημα όταν σε όλες τις άλλες πτυχές του είμαστε συμμετέχοντες, από το εισόδημά και τις εργασιακές μας συνθήκες μέχρι την κατανάλωσή και τις απαιτήσεις μας από αυτό το σύστημα. Μια πιο αξιοπρεπής πράξη θα ήταν ίσως η πυρπόληση της κάλπης (οι σαρδέλες είναι για τους δειλούς) - μια πράξη βέβαια βαθύτατα αντικοινωνική και βίαια η οποία όχι μόνο περισσότερο κακό θα προκαλέσει με την ασέβειά της απέναντι στους υπολοίπους που επιθυμούν την έκφραση της δική τους επιλογής, αλλά επιπλέον θα λειτουργήσει υπέρ των προπαγανδιστών της συντήρησης και της σταθερότητας εκβιάζοντας και υπονομεύοντας το πλαίσιο αυτής της επιλογής.

Πάλι μαθηματικά

Ερχόμαστε λοιπόν στο ψυχολογικό κομμάτι της αποχής, το οποίο έχει πιο πολύ ενδιαφέρον και το οποίο φυσικά δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια και μόνο ταυτότητα. Παρόλα αυτά, στις διάφορες εκφάνσεις του έχει σχεδόν πάντα ένα κοινό στοιχείο: την αξία της ψήφου. Επιστρέφοντας στα μαθηματικά, θα ξεκαθαρίσουμε πως όλες οι ψήφοι είναι ισότιμες και πως η κάθε μια ψήφος έχει αξία ίση με το κλάσμα τής επί του συνόλου αυτών. Τόσο απλά, ούτε 'η κάθε ψήφος είναι σημαντική' που λένε κάποιοι δήθεν υπερασπιστές της συμμετοχής, ούτε 'η ψήφος δεν έχει καμμία σημασία' που λένε οι πολιτικά αδιάφοροι κλώνοι του Πέτρου Κωστόπουλου. Στις εκατό ψήφους, η μία έχει αξία το ένα εκατοστό, στις ένα εκατομμύριο η μία έχει αξία το ένα εκατομμυριοστό. Τόσο απλά, τόσο καθαρά, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι να αντιληφθούμε είναι η ισοτιμία της ψήφου. Όσοι κι αν συμμετέχουν, η ψήφος του ενός είναι εξίσου καθοριστική με την ψήφου του άλλου (2), όσο μικρή κι αν είναι αυτή. Είναι περιέργως, μια από τις ελάχιστες δραστηριότητες στις οποίες μπορούμε να βρεθούμε όλοι ίσοι.

Αγανάκτηση

Αυτή η απλή και εξίσου αδιαπραγμάτευτη διαπίστωση, που μας αφήνει όμως; Σε εξίσου απλές απαντήσεις απέναντι στους κυρίαρχους ψυχολογικούς λόγους της αποχής. Λόγου χάρη, άμα κυριεύει η απογοήτευση, η αγανάκτηση και η απαισιοδοξία, κάποιος πρέπει να λάβει υπόψη του πως οποιοδήποτε αποτέλεσμα χωρίς τη ψήφο του θα είναι χειρότερο από οποιοδήποτε αποτέλεσμα με τη ψήφο του, άρα η αποχή σαν απάντηση στο πολιτικό σύστημα και τον ζόφο της καθημερινότητας δεν είναι μονάχα κενή, αλλά ουσιαστική κρυφή συννενοχή στην διαιώνιση αυτού του συστήματος. Είναι μια αψυχολόγητη παραίτηση και αποστασιοποίηση που δεν αρμόζει σε έναν σοβαρό άνθρωπο, και η αγανάκτηση χωρίς ψύχραιμη αυτοκριτική και σύνθεση στη συνέχεια της, δεν είναι παρά εμβληματική ενός κακομαθημένου παιδιού.

Φυσικά η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία δεν πρόκειται αυτόματα να λύσει κάποιο πρόβλημα ή να αναιρέσει τις πηγές της αγανάκτησης και της απογοήτευσης, αλλά αποτελεί ένα μικροσκοπικό κομμάτι της συνολικής πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής του καθενός. Στα πλαίσια αυτά η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει ένα θετικό πρόσημο, έστω και μικρό, και οπωσδήποτε κανείς δε πρέπει να θεωρεί πως με τη συμμετοχή του σε αυτήν την εκ φύσεως στρεβλή διαδικασία έχει εκτελέσει το πολιτειακό του  καθήκον. Αντιθέτως, η συμμετοχή στις εκλογές είναι πιθανώς η μικρότερη όλων των δυνατών μέσων συνδιαμόρφωσης της κοινωνίας μας.

Αλαζονεία

Τα παραπάνω ισχύουν και για την αντίστροφη εκτίμηση της αξίας της ψήφου που πολλές φορές πηγάζει στην αποχή. Προτάσσοντας δηλαδή την ματαιότητα της συμμετοχής μπροστά στην υποτιθέμενη μικρή αξία της ψήφου, η αποχή γίνεται παραπέτασμα στην αλαζονική υπόθεση πως η ψήφος θα έπρεπε να είχε μεγαλύτερη αξία και μάλιστα, μεγαλύτερη αξία από των υπολοίπων, των 'ζωών' και των 'προβάτων' που ψηφίζουν δικομματισμό βρέξει χιονίσει. Πολλές φορές άρα, η αποχή οφείλεται στην στρεβλά οριοθετημένη επιθυμία της εντονότερης κοινωνικής συμμετοχής και επιρροής στην πολιτική ζωή και όχι στην άρνησή της αν και η τελική επιλογή της αποχής οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση - χωρίς φυσικά να αναιρεί όλες τις υπόλοιπες πολιτικές εκφάνσεις της προσωπικής ζωής του καθενός που είναι και πολύ πιο ουσιαστικές. Πιο απλά, κάποιοι δυστυχώς θεωρούν πως η δική τους πολιτική άποψη έχει μεγαλύτερη αξία και δεν πρόκειται να την ευτελίσουν περιορίζοντας την σε μια εκλογική επιλογή.

Αν αυτό φαίνεται παράδοξο, η απάντηση είναι εξίσου παράδοξη αλλά και πραγματική. Πέρα από το γεγονός πως μια τέτοια στάση είναι συναισθηματικά και πολιτικά ανώριμη, η αξία της ψήφου είναι μεγαλύτερη από την αξία της αποχής στην εκλογική διαδικασία και ταυτόχρονα συμμετέχοντας κανείς μειώνει την αξία της ψήφου των 'ζώων' και των 'προβάτων', διατηρώντας πάντα την ισοτιμία όλων των ψήφων. Κατά τρόπο παράδοξο δηλαδή, η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία είναι πιο αντιδραστική από την αποχή! Μπορεί αυτό να θυμίζει κενολογίες τύπου ΚΚΕ περί 'επανάστασης εκ των έσω', αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα με το υπάρχων εκλογικό σύστημα.

Άλλοθι

Η αποχή βέβαια είναι και μια συνειδητή υπεκφυγή. Όσο κι αν είναι προσβλητική μια τέτοια τοποθέτηση, η αποχή προσφέρει το τέλειο άλλοθι απέναντι στην σήψη του κομματικού συστήματος. Εκφράζεται ως μια άρνηση ταύτισης με αυτόν τον κόσμο, και έτσι αφήνει την πολιτική ταυτότητα του απέχοντα απόλυντη, καθαρή. Όμως όσο κι αν έχει αλωθεί ο πολιτικός κόσμος από τον κομματικό συφερτό του εμετού και της αηδίας, η εκλογική διαδικασία παραμένει στις αρχές της μια πολιτική διαδικασία στην οποία δεν καλείται κανείς να ταυτιστεί με ένα κόμμα και να επενδύσει στο ιδεολογικό του βάθρο (όποιο κι αν είναι κι αν υπάρχει φυσικά), αλλά να αντιπροσωπευθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Είναι σίγουρα μια τρομακτική εφαρμογή του 'μη χείρον, βέλτιστον', αλλά σχεδόν καμία επιλογή σε οποιοδήποτε τομέα δε μπορεί να χαρακτηριστεί ώς απόλυτη και βέβαιη. Κάθε επιλογή μας έχει πάντα ένα αντίκτυπο και ένα τίμημα, και στην περίπτωση της εκλογικής διαδικασίας η αποχή είναι η επιλογή με το ελάχιστο τίμημα αλλά με τον χειρότερο αντίκτυπο.

Κι όμως, είναι κάτι πιο απλό

Το τρομερό όμως είναι πως οι παραπάνω υπερφίαλες απλοποιήσεις αφορούν μονάχα ένα μικρό ποσοστό της αποχής. Αν και το ομογενεοποιημένο ποσοστό της καπηλεύεται από διάφορες μεριές με διάφορους σκοπούς, οι πηγές προέλευσης της είναι αδύνατον να ταυτοποιηθούν συγκεντρωτικά σε ένα πολιτικά ενεργό κομμάτι της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της αποχής οφείλεται στην ευρύτερη μεταπολιτευτική άλωση της πολιτικής σκέψης στα πλαίσια των κοινωνικών δεσμών και δυναμικών, στην εμπορευματοποίηση αυτών και την εδραίωση του lifestyle σαν μέτρο ζωής και εργαλείο χειραγώγησης των καταναλωτικών συνηθειών.

Τα 'πρόβατα' έχουν γίνει πρόβατα, και η εκλογική διαδικασία είναι μια αποστροφή για τον έλληνα καταλωτή, ειδικότερα στις νεαρές ηλικίες, μια αδιάφορη παρέμβαση στην απολιτίκ πραγματικότητά του (3). Απουσία αυτόνομης πολιτικής σκέψης, επικρατούν μονάχα τα δύο άκρα, εκείνα της απόλυτης κομματικής ταύτισης των στρατευμένων νεολαίων και γερόντων, και της καλλιεργημένης από τα ΜΜΕ ανεύθυνης αδιαφορίας και βαρεμάρας. Εν τέλει, δεν είναι ζήτημα ιδεολογικό ή ψυχολογικό, ούτε τεχνικό η αποχή, αλλά απογοητευτικά το υποπροϊόν της πελατειακής δομής της εξουσίας και της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων, ένα από τα συμπτώματα της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας, που προφανώς μας αξίζει και μας αρμόζει, αλλά θα πρέπει να έχουμε την απαίτηση να το αλλάξουμε.

Σούμα

Η αποχή σε κάθε περίπτωση έχει αρνητικό αποτέλεσμα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η αποχή λόγω απογοήτευσης και αγανάκτησης είναι επιλογή άνευ λογικής, ενώ η ιδεολογική αποχή είναι εκ του (πρακτικού) αποτελέσματος ενάντια στην ίδια την ιδεολογία από την οποία πηγάζει.  Η αποχή λόγω αδιαφορίας είναι υποπροϊόν της υποβάθμισης και απαξίωσης όχι του κομματικού κόσμου, αλλά της πολιτικής ζωής και συνοχής.

Η αποχή δεν είναι κουλ, ούτε μποέμ ούτε εναλλακτική, η αποχή είναι ένας μηχανισμός υπονόμευσης της ελεύθερης πολιτικής αυτοδιάθεσης με το μανδύα της εξωσυστημικής αντίδρασης, ένας δούρειος ίππος νομιμοποίησης της εκάστοστε κοινοβουλευτικής εξουσίας. Η αποχή μπορεί να είναι εξίσου σεβαστή με όλες τις άλλες πιθανές επιλογές, μα είναι σίγουρα η πιο καταστροφική απέναντι τόσο για τον ίδιο που απέχει όσο και για τους υπολοίπους που συμμετέχουν. Είναι κατά βάση μια εγωιστική επιλογή της εύκολης λύσης ενός ακόρεστου καταναλωτή.

Κανείς δε πολέμησε για να έχουμε εμείς το δικαίωμα του εκλέγειν. Όποιος πολέμησε, πολέμησε για τον εαυτό του, και το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς, γιατί τα δικαιώματα δεν αποκτώνται, αλλά κατακτώνται καθημερινά, και η εκλογική διαδικασία είναι το ελάχιστο εφαλτήριο αυτής της διεκδίκησης.

Επίλογος αντί επιλόγου

Πολλοί ανησυχούν για την είσοδο των νεοναζί της Χρυσής Αυγής στην βουλή και καλούν τον κόσμο να ψηφίσει στις εκλογές της 6ης Μαΐου ώστε να αποτραπεί αυτό το 'εφιαλτικό' σενάριο όπως το αποκαλούν. Όσο αρρωστημένη κι αν είναι η ανοδική λαοφιλία φασιστών, άλλο τόσο υγιής είναι και η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση που τους αναλογεί. Δηλαδή, άμα δεν μπει η Χρυση Αυγή στη Βουλή αυτό σημαίνει πως δεν υπήρχαν, δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρχουν φασίστες στην Ελλάδα; Ο φασισμός δεν πολεμάται στην κάλπη ούτε στα έδρανα της βουλής, αλλά στις συνειδήσεις μας.


(1) Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία πως οι δημοσκοπήσεις είναι ένα κατ' εξοχήν μέσο χειραγώγησης των καταναλωτών-ψηφοφόρων και μηχανισμός συσπείρωσης των 2 (πρώην) μεγάλων κομμάτων σε σημεία που όντως παρατηρούνται αντιπολιτευτικές άνοδοι. Παρόλα αυτά, στο δικό τους ανταγωνιστικό πλαίσιο καλούνται να έχουν και ένα μετρήσιμο επίπεδο αξιοπιστίας και έτσι η πλήρης απόρριψή τους είναι αντιπαραγωγική.


(2) Με το πολύπλοκο ψηφοκλεπτικό σύστημα που έχουμε στην Ελλάδα αυτό δεν είναι ακριβές βέβαια. Οι ψήφοι (έδρες) του δεύτερου κόμματος και των κομμάτων που δεν μπαίνουν στη Βουλή απομειώνονται προς τέρψιν της αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος, αν και αυτή τη φορά αυτό δεν θα ισχύσει τόσο για το δεύτερο κόμμα λόγω των πολύ χαμηλών ποσοστών του.


(3) Απολιτίκ δε σημαίνει απαραίτητα μη-κομματική, όπως και κομματική σίγουρα δε σημαίνει πολιτική. Είναι σαφές πως η πολιτική σκέψη ουδεμία σχέση έχει με μια οποιαδήποτε κομματική γραμμή. Επειδή όμως αυτά τα όρια έχουνε σβήσει από τα κόμματα και τα ΜΜΕ, η πολιτική σκέψη έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις του κόσμου ως κομματική προτίμηση, δαιμονοποιώντας έτσι μια πρωταρχική διαφοροποίηση του ανρθώπου από τα ζώα.

Wednesday, April 11, 2012

φρι Akis γιου μπάσταρντς

ή αλλιώς, 'κάποτε δίνανε και κανένα παντεσπάνι, τώρα πρέπει να την βγάζουμε με τον κάθε γεροξεκούτη'


Συννελήφθη ο Τσοχατζόπουλος. Γούαου, τηλεκάρτα που λέει και ο συμπαθής τζιμάκος. Αναρωτιέμαι, ποιο φυντάνι με πόσα μπάτσελορ, μάστερς και πι-ειτς-ντι σκέφτηκε αυτή την χαμηλού επιπέδου πρωινή διασκέδαση προς τέρψιν των πεινασμέων; Τρομερό σκεπτικό όντως, να συλληφθεί έξω από την σπιταρόνα του στον πιο ακριβό δρόμο της χώρας με όλες τις κάμερες παρατεταγμένες και να οδηγηθεί στη ΓΑΔΑ ένα από τα πιο γραφικά πολιτικά πτώματα που υπάρχουν, ο ζεν πρεμιέ του σοσιαλισμού, ο Άκης με τη μεγαλύτερη συλλογή ζιβάγκο, ο Άκης με τα παρισιάνικα γούστα, ο παρολίγο ηγέτης του κινήματος, ο παντοτινά νούμερο δύο, ο αιώνιος φάκινγκ λούζερ, ο Άκης, ο χορευταράς ο αγαπησιάρης, η ανείπωτη φαντασίωση της μέσης ελληνίδας σοσιαλίστριας και όχι μόνο. 

Νόμισε λοιπόν αυτό το κωστοπουλέικα ανατρεπτικο μυαλό που βάλθηκε να ξεφτιλίσει ταυτόχρονα και το άλλο πτώμα - αυτό της δικαστικής εξουσίας - πως μες τη μεγάλη εβδομάδα προκύρηξης των εκλογών ο κόσμος θα τσιμπήσει, πως θα εκτιμήσει τις έντιμες προσπάθειες των τεχνοκρατών να αποβάλλουν τα μίασματα του πολιτικού κόσμου, πως τέλος πάντων κάτι αλλάζει σε τούτο τον ρημάδι τον τόπο όσο επίπονο κι αν είναι, πως επιτέλους θα ξεχαστεί και η δυσάρεστη κουβέντα με τις κομματικές χρηματοδοτήσεις για τις οποίες εδώ κάνουμε μόκο και έξω τραβάνε τα μαλλιά τους ακόμη και οι πιο ξενέρωτες ευρωπαίες εταίρες. Αμ δε σύντροφοι επικοινωνιολόγοι, τρομάρα σας και τρομάρα μας. Δε τσιμπάμε, δε μασάμε, δε ξεχνάμε, δεν συγχωράμε, γενικώς δεν. Είναι πολύ αργά για θυσίες γεροξεκούτηδων στους θεούς της κάλπης και των δημοσκοπήσεων.

Τώρα, μετά την απομόνωσή του, πιο πολύ θα μας στοιχίσει ο Άκης με το να ασχοληθούμε μαζί του παρά να μην ασχοληθούμε καθόλου, εκτός κι αν δημεύσουμε το περίφημο πια σπίτι στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και το κάνουμε Διαρκής Έκθεση Διαφθοράς και Μίζας, κάτι σαν το μουσείο της Madame Tussauds αλλά χωρίς ομοιώματα, να είναι κοντά και στο Μουσείο της Ακρόπολης, να συνδιάζονται και τα εισητήρια, κανονίζεται αυτό εύκολα, θα κάνουμε ένα διαγωνισμό, τα γνωστά βρε αδερφέ. Όσο για τον ίδιο τον Άκη, μπορούμε να τον στείλουμε συμπαρουσιαστή της Αννίτας Πάνια, να βγαίνει και ο Καρβέλας με κονκάρδα ΛΑΟΣ στους τίτλους τέλους και να του σκάει μια τούρτα στα μούτρα, όλα για τον πολιτισμό ρε πούστη. Και μιας ο λαϊκισμός μας δεν έχει όρια, για τους πιο κουλτουριάρηδες μπορούμε κάλλιστα να τον δέσουμε σαν άλλο Οδυσσέα σε ένα από τα φρέσκα γερμανικά υποβρύχια (στο ένα και μοναδικό που έχουμε παραλάβει από τα τέσσερα μέσα στη δεκαετία το οποίο και μπατάρει για τσαχπινιά) και να τον σουτάρουμε προς Βενετία μεριά, να συμμετάσχει στη Biennale, μια κινούμενη σουρεαλιστική κατάθεση ψυχής για τον πολιτικό κόσμο και τα πάθη του.

Αντί λοιπόν να πρήζουμε τα αρχίδια μας με τον ... Άκη (πραγματικά, έλεος δηλαδή) που αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη επειδή απλά δεν ήταν πολιτικά έξυπνος ώστε να έχει την απατούμενη κάλυψη όπως οι υπόλοιποι σωτήρες, πιο πολύ πλάκα θα είχε να συλλαμβάναμε όλους αυτούς τους μαλάκες που τον ψηφίζανε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, εκείνους που μοιράζανε τα φυλλάδια του, εκείνους που τον χρηματοδότησαν, εκείνους που του ζητούσαν εξυπηρετήσεις. Τότε φυσικά όμως θα έπρεπε να το επεκτείνουμε το μέτρο και στους ψηφοφόρους άλλων μεγάλων αστέρων της πολιτικής ηθικής και νομιμότητας και στο τέλος θα έπρεπε αναπόφευκτα να μας μπαγλαρώσουν όλους. Και επειδή δεν γίνεται να μετατραπεί μια ολόκληρη χώρα σε φυλακή ... ώπα, κάτσε. Τώρα κατάλαβα.



Saturday, March 24, 2012

μωρέ έτσι είναι οι ποιητές;


Είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν αυτή η πάστα, οι μοναχικότεροι των ψυχών οι πιο θαραλλέοι των δειλών, να μην είναι τίποτα άλλο παρά ένα τσούρμο γερόντων πρησμένων από το αλκόολ και τη μετάνοια, με κακόγουστα σακάκια και κίτρινα μαλλιά; Είναι δυνατόν να είναι μονάχα αυτό, τελειωμένοι συνδαιτυμόνες των εκδοτών με τσιπουράκια και χταποδάκια; Αυτοί είναι οι ποιητές και συγγραφείς της γενιάς μας, των κρατικών επιχορηγήσεων και των Μ.Κ.Ο.; Είναι δυνατόν να στήνουν μια 'άλλη' διαμαρτυρία (αναρωτιέμαι τι το διαφορετικό διαδραματίστηκε και πόσο ανώτεροι νοιώθουν των 'άλλων' διαμαρτυρόμενων) με τις ευλογίες του εργοδοτικά αμαρτωλού Ιανού; Τσίπα δεν υπάρχει άραγε;

Είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι του πολιτισμού -λες και οι υπόλοιποι είμαστε αποκλειστικά άνθρωποι του κανιβαλιστικού καταναλωτισμού- να απομονώνουν αυθαίρετα στίχους δημιουργών και να τους μετατρέπουν σε χυδαία τσιτάτα, σε σλόγκαν διαφημιστικών; Πότε και σε ποιόν πουλήσαν την παιδεία τους;

Είναι δυνατόν οι συνεχιστές του Ρίτσου, του Αναγνωστάκη, του Παλαμά, του Λειβαδίτη, του Καρυωτάκη, του Καρούζου, του Καβάφη, της Γώγου, του Ελύτη, του Γκάτσου να είναι ασπόνδυλα ερπετά του μικροαστικού τοπίου, φοβικοί σκαλιστές μιας πληρωμένης μνήμης; Είμαστε τελικά τόσο φτωχοί, τόσο ανήμποροι μπροστά στο σκοταδισμό του πνεύματος;



Τελικά, μπορεί και να είναι δυνατόν. Γιατί να στεκόμαστε άλλωστε σε τίτλους και ιδιότητες, τι περίμενα δηλαδή ο αφελής; Τρελούς να ανεβοκατεβαίνουν στη Σταδίου γυμνοί και να απαγγέλουν στίχους ρηξικέλευθα επαναστατικούς; Όχι βέβαια, άλλωστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και αυτοί στελέχη της παραγωγής είναι, επώνυμοι και γνωστοί στους κύκλους της διασκέδασης. Τι διαφορά έχει δηλαδή το Μέγκα του Μπόμπολα, ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη, το Μέγαρο του κάθε Λαμπράκη, η Καθημερινή του Αλαφούζου με το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη και τα κέντρα του Ψωμιάδη; Μαγαζιά είναι όλα, μέσα παραγωγής και διανομής θεάματος, με την εννίοτε κοινή πελατεία τους, επώνυμους διασκεδαστές και ανώνυμες στρατιές αναλώσιμων – σερβιτόροι, μάγειρες, χορεύτριες, καθαρίστριες, τυπογράφοι, εικονολήπτες, ηχολήπτες, τεχνικοί, αποθηκάριοι, ντελιβεράδες, πωλητές.


Προφανώς ο καθένας έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση στην έκφραση και τη διαμαρτυρία, αλλά αναμφίβολα είναι δύσκολο να συγκρατήσεις τον εμετό που σκαρφαλώνει μέσα σου όταν βλέπεις τον Κραουνάκη σαν άλλο ιππότη της πεντάρας να κατευθύνεται στο πλήθος με το ταλαιωρημένο του τρίκυκλο και τα τηλεοπτικά κοράκια να μαζεύονται γύρω του για μια δήλωση αλληλεγγύης. Όπως είναι αδύνατο να αντέξεις την υποκρισία και την αηδία μίζερων ανθρώπων, αποκομμένων από τη πραγματικότητα, ακόμη όχι μόνο από το κοινό τους αλλά και από αυτούς που τους στηρίζουνε, νεκροθάφτες πια της τέχνης που υποτίθεται ότι υπηρετούνε. 

Saturday, February 25, 2012

Γιατί ο Γιώργος Τράγκας είναι ο καλύτερος ραδιοφωνικός παραγωγός


Η σχέση μου με τον Τράγκα είναι ιδιαίτερη, ξεχωριστή, έως και ευαίσθητη θα μπορούσα να την πω, αφού μπορεί κάποιος να αναζητήσει τις ιστορικές της ρίζες κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα. Ωραία εκείνα τα χρόνια. Από τότε ο Γιώργης, το τρομερό αυτό παιδί της παράταξης, εξέπεμπε δριμύτατα κατηγορώ και κατάρες ενάντια στο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του κάθε πρωί από τη συχνότητα του ΣΚΑΪ αναγάγοντας το ραδιοφωνικό λαϊκό άχτι σε επιστήμη. Κι ο πατέρας μου κι εγώ τον ακούγαμε περιμένοντας το σχολικό και την σοσιαλιστική ανατροπή της βάρβαρης λιτότητας. Μαντέψτε τι από τα δύο όντως ήρθε.

Είναι αναπόφευκτο λοιπόν τις λιγοστές φορές που τον ακούω, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, να μην χαμογελάω με την παιδική ανάμνηση να αναβλύζει αυθόρμητα από τα σωθικά μου. Είναι σαν να τον ακούω όπως τότες όταν ήμουυνα ένα μικρό και αθώο παιδί γεμάτο λεκέδες από σοκολάτα και γαριδάκια, έτσι όπως φωνάζει και παθιάζεται, έτσι όπως πιστεύει ολόψυχα τις πολιτικές του αφέλειες, έτσι όπως ξεστομίζει τις κραυγές του λαϊκίστικου θυμικού και ότι άλλες μαλακίες του κατέβουν στη γκλάβα του. Τρομερός τύπος ο Τράγκας, κακόγουστος, μπακαλόγατος, χοντροκομμένος, φτηνός, ατημελώς ατημέλητος, με το μετερίζι του αδικημένου κι ας τα έτρωγε η 'Χώρα' από τις διαφημίσεις του ΟΠΑΠ. Είναι κάτι σαν τον Βασιλάκη Καΐλα της διαπλοκής, ένας καημένος που δεν τον αφήνουν στο τραπέζι με τα χοντρά στοιχήματα γιατί δε φοράει ωραίο κουστούμι. Και γιατί είναι κοντός. Είναι υπέροχος τύπος.

Λογικό σε όλα αυτά τα χρόνια να έχει φθαρεί, του λείπει άλλωστε και ο εκπληκτικός του συνεργάτης, το πράσινο ξαδερφάκι, του, ο αγωνιστικός του σύντροφος, το δημοσιογραφικό alter ego του, ο κρητίκαρος Κακαουνάκης – μεγάλες εποχές εκείνες, όχι όπως τώρα που πρέπει να συμβιβάζεται με κρυόκωλους τύπους σαν τον νταή Πρετεντέρη, τον ζεν πρεμιέ Χατζηνικολάου και την μοιραία Τρέμη. Πως να αντέξει το παλικάρι τόσο εκσυγχρονισμό, τόσο PASOK; Κι όμως, πάρα τις επιπλέον βαμμένες λευκές τρίχες, είναι ακόμη εκεί, σθεναρός και αμετανόητος, σαν βετεράνος του πόλεμου του Βιετνάμ που συνεχώς γυρνάει στα βρώμικα από ναπάλμ χωριά της ενημέρωσης. Πρώτος στα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά χαρακώματα, μάχιμος όσο ποτέ, έτοιμος να πέσει υπέρ πάντων παρατάξεως, παρασέρνοντας στο πέρασμά του δύο δεκαετίες εμετικής αισθητικής.

Δεν θέλω όμως να υπάρχει καμία απολύτως παρεξήγηση, τον Τράγκα πραγματικά τον συμπαθώ, ίσως όπως συμπαθείς ένα κουτσό κουτάβι που σου χέζει τη γωνία και δε μπορείς να το μαλώσεις, αλλά το χαϊδεύεις από λύπηση. Εκτιμώ όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που έχει και δε θα μπορούσα ποτέ εγώ να έχω, δεν είναι πως τον ζηλεύω απαραίτητα, αλλά οι απίστευτες διαφορές μας τον κάνουν σχεδόν ξωτικό, σαν εκείνα τα παραδείσια πουλιά που έχουν στα βρώμικα pet shop στην Αθηνάς, τους παπαγάλους. Αυτό είναι ο Γιώργης, ένα παπαγαλάκι εγκλωβισμένο στο μιντιακό του κλουβάκι.

Τιμή και δόξα λοιπόν στον συγκινητικό και αμετανόητο Γιώργο Τράγκα, τον μοναχικό αυτό σαμουράι της αδέκαστης δημοσιογραφίας, παγιδευμένο σε μια τσιχλοφούσκα του περασμένου χρόνου, κολλημένο για πάντα στο τώρα, νοσταλγό του πικ εν ρολ της πολιτικής, να τραντάζει τα εφ-εμ και να προτάσσει τα φουσκωμένα του στήθια απέναντι στους κατακτητές σαν άλλος Σπίθας που αντί να τρώει γουρουνόπουλα και κονδύλια, τώρα στα χρόνια της κατοχής, τρώει πρόστιμα από το φασίζων ΕΣΡ εξαιτίας των άσεμνων του σχολίων για τη συντρόφισσα Μέρκελ. Κουράγιο Γιώργο, έχεις τουλάχιστον άλλα δέκα χρόνια να μας προσφέρεις, ποιός ξέρει μπορεί να σε προλάβουν και τα παιδιά μας.

Thursday, February 23, 2012

Για μούντζες


Μιμούμενοι ένα νεαρό Λαρισαίο από την αντίστοιχη παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, μαθητές των Ιωαννίνων, επί την επέτειο των 99 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης, έκλεισαν το πρόσωπο τους στην αντίθετη των επισήμων κατεύθυνση, ενώ κάποιοι εξ' αυτών μούντζωσαν τους πολιτικούς καρδιναλίους, οι οποίοι θιγμένοι μάλιστα αποχώρησαν από τα ελαφρώς υπερυψωμένα βάθρα τους. Τώρα το υπουργείο μιλάει για έρευνες και απόδοση ευθυνών., ευθύνες οι οποίες μάλιστα μπορεί και να υπάρχουν, άμα όντως παρακινήθηκαν για την εν λόγω πράξη από κάποιους καθηγητές τους.

Όμως ας τα πάρουμε τα πράματα από την αρχή. Χώρα Ελλάδα, και η κατάσταση τραγική με την επιεικέστερη των προθέσεων. Για πρώτη φορά στα χρονικά, οι μαθητές γυμνασίων και λυκείων δεν έχουν βιβλία για να προστατευθούν από τους σοφάδες που στολίζουν τα μαλλιά τους στις κενές ώρες που λείπουν οι καθηγητές, κι όμως η υπουργός παραμένει ακλόνητη στη θέση της μοιράζοντας DVD σε εφημερίδες περιοδικά κι όπου αλλού μπορούσε, κάτι σαν τη Τζούλια Αλεξανδράτου στα ντουζένια της. Εν τω μεταξύ, οι μαθητές, εν μέσω συναυλιών, ναρκωτικών και απροφύλακτου σεξ, με τη σειρά τους κάνουν ότι μπορούν για να πιάσουν καλούς βαθμούς για να μπουν στους προθαλάμους της ανεργίας και τα εκκολαπτήρια πολιτικών κηφήνων, τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της επικράτειας.

Οι έφηβοι πάντα θα κάνουν μαλακίες, αυτό είναι το νόημα εκείνης της ηλικίας άλλωστε, άμα θυμάμαι και καλά. Αλλά εν μέσω χρεοκοπίας το να βάζεις τα παιδιά να αναβιώνουν τη φασιστική παράδοση των παρελάσεων αποδίδοντας τιμές στις εξουσίες που έχουν κάψει τα πάντα στο διάβα τους και βιάζουν καθημερινά το παρόν και το μέλλον των νεοτέρων τους, ε αυτό πάει πολύ. Και καλά τα κορίτσα, που γουστάρουν να κάνουν και λίγη πασαρέλα, να δείχνουν και λίγο μπουτάκι βρε αδερφέ, τα αγόρια τι να πουν που βράζει το αίμα τους κι έχουν και τις ντροπές τους, γαμώ τα σπυράκια τους γαμώ; Είναι λίγο περίεργο άλλωστε, τη μια μέρα να πετάνε πέτρες και να σπάνε τις βιτρίνες των πατεράδων τους, και την άλλη να παρελαυάνουν σαν ηλίθια στρατιωτάκια, όλo αυτό το νεοελληνικό παράδοξο είναι στα όρια του τρομοκρατικού.

Το καλύτερο φυσικά είναι να τιμωρηθούν και οι μαθητές. Μια αποβολή δύο - τριών ημερών βρε αδερφέ, όχι για κάποιον ουσιαστικό λόγο, αλλά επειδή πρέπει, επειδή αυτό είναι το αναμενόμενο, επειδή έτσι γίνεται, να ανέβει και λίγο το σχολικό τους γόητρο, να έχουν κάτι να λένε, να έχουν κάτι να θυμούνται χρόνια μετά που κάθονται και θα τρώνε χουρμαδόσουπα. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι πολιτικοί μας ακόμη δεν έχουν ανακαλύψει πως η μεγαλύτερη τους ικανότητα είναι να προσελκύουν το μένος, τη χλεύη και τα ληγμένα γιαούρτια των πολιτών. Το θλιβερό όμως είναι μήπως και θεωρήσουν οι μαθητές πως αυτό που έκαναν, ένα απλό μούντζωμα, είναι γαμάτο, είναι μαγκιά είναι κάτι φοβερό, κάτι ουσιώδες. Εμ δεν είναι φυσικά, από συμβολισμούς και από εικονακλαστικές φωτοβολίδες έχουνε πήξει μέχρι και τα μπατζάκια μας, καλύτερα μάλιστα να μην συμμετείχαν καθόλου στη παρέλαση. Όχι πως εγώ είμαι καλύτερος φυσικά, ίσα ίσα, χειρότερος. Απλά λέω τώρα, ακόμη κι αν αυτή η κίνηση ήταν ελάχιστα καλύτερη από την συστημικά αναμενόμη.

Και κάτι τελευταίο. Κυρία Διαμαντοπούλου, σας μουντζώνουμε όλοι μας κάθε μέρα, κι αν οι δικές μας συνειδήσεις είναι από καιρό διαμορφωμένες και των ανήλικων ακόμα διαμορφώνονται, αυτό επ' ουδενί δε σημαίνει πως δεν έχουν αίσθηση και αντίληψη. Αν δε σας αρέσουν οι μούντζες ή αποσυρθείτε από την πολιτική ή αλλάξτε μυαλά. Πριν βιαστείτε λοιπόν να χαρακτηρίσετε το φαινόμενο ως 'απαράδεκτο' καλύτερα να βρείτε τις πηγές της απείθειας και της αντίδρασης, να γίνετε για λίγο πιο ταπεινή και να σκύψετε το κεφάλι σας με ντροπή. Από τρελό και από μικρό δε λένε μωρή ξεφτίλα;

Wednesday, February 22, 2012

Εκτροπής συνέχεια


Μέσα στη δίνη της διαρκής υποβάθμισης όχι μόνο της ποιότητας της ζωής μας αλλά και των αξιών που μας ορίζουν και των κωδικών επικοινωνίας που προσπαθούμε να διασώσουμε καθημερινά, είναι πρακτικά αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς με νηφαλιότητα και κριτική τις τεχνοκρατικές εξελίξεις της φαρσοκωμωδίας με τον τίτλο 'κρίση χρέους'. Άλλωστε τα διάφορα μνημόνια τείνουν να γίνουν σαν το Κεφάλαιο του Μαρξ: κανείς δε τα έχει διαβάσει ολόκληρα, ούτε καν οι συντάκτες τους που συλλέγουν παραγράφους από παλαιότερα αντίστοιχα αποτυχημένα τερατουργήματα και τα προσαρτίζουν αλλάζοντας μόνο το όνομα της χώρας. Απελευθέρωση αγοράς, αύξηση ανταγωνιστικότητας δια μέσου της μείωσης των μισθών (λες και δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος!), ιδιωτικοποιήσεις κι άλλες αποτυχημένες συνταγές του φιλελεύθερου τσελεμεντέ.

Ακόμη πιο δύσκολο όμως, είναι ίσως να παρακολουθεί κανείς τους μετασχηματισμούς του μορφώματος της αντιπροσωπευτικής συνταγματικής δημοκρατίας όπως αυτή οριζόταν από τα συμφέροντα της διαπλοκής τα παλαιότερα χρόνια και πλάθεται από τα ορνιθοσκαλίσματα της ευρωπαϊκής τεχνοκρατικής ιεραρχίας τώρα πια. 'Η πιο σωστά, είναι δύσκολο να αποκτήσει κανείς μια συναισθηματική δυσανεξία απέναντι στη δικτατορία της τεχνητής δημοκρατίας, όταν με μικρά βήματα χαλυβδώνεται σε ένα ολοένα και πιο αυταρχικό σχήμα διακυβέρνησης.

Τα πιο συνηθισμένα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση που έχουμε αφομοιώσει στο παρελθόν, δεν ήταν παρά παρεκκλίσεις από τις βασικές δημοκρατικές αξίες εκπροσώπησης όπως οι διαδοχικοί εκλογικοί νόμοι που απροκάλυπτα διατηρούσαν την εξουσία στα στενά πλαίσια του δικομματισμού, δημιουργώντας ισχνές πλειοψηφίες και κοτέτσια βουλευτών αδιαφορώντας για το δίκαιο και υγιές πολιτειακό αίτημα της απλής αναλογικής. Πιο πρόσφατα (Ιούνιος 2011), μια σημαντικότερη εκτροπή, ήταν η αποφυγή διενέργειας δημοψηφίσματος, παρόλο που είχε προαναγγελθεί από τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και είχε χαρεί φανερής υποστήριξης από τον λαό. Η πιθανώς πιο έντιμη ακόμη και έξυπνη πολιτική κίνηση του προτελευταίου πρωθυπουργού της χώρας ακυρώθηκε ταχύτατα μετά την εξ' δυσμάς ανησυχία και δυσαρέσκεια, η οποία οδήγησε εν τέλει και στην σύνθεση της ισχύουσας συγκυβέρνησης υπό την εκτελεστική πρωτοκαθεδρία του Λ. Παπαδήμου.

Αυτή με τη σειρά της, μπορεί να μην είναι εκλεγμένη, αλλά αυτό δεν οφείλεται σε κάποια εκτροπή ή παρέκκλιση. Ότι έχει γίνει μέχρι στιγμής στη σύνθεση του κυβερνητικού σχήματος -όσο γελοίο κι αν είναι- προβλέπεται στα πλαίσια του συντάγματος, χωρίς φυσικά να υπολογίζουμε τα κατεπείγοντα, τις εφεδρείες και τα χαράτσια, όλα αστειότητες μπροστά στο δικονομικό πολιτισμό. Άλλωστε, η διαδικασία η ίδια δεν εκλέγει κυβερνήσεις, αλλά αντιπροσωπευτικό βουλευτικό σώμα το οποίο με τη σειρά του δίνει ή δεν δίνει ψήφο εμπιστοσύνης, ασχέτως άμα στην πράξη οι ρόλοι έχουν ανατραπεί εις βάρος της νομοθετικής εξουσίας προκαλώντας γέλια ακόμη και σε διαχειριστές πολυκατοικιών.

Όμως, από τα χαράματα της Τρίτης, οι Ευρωπαίοι εταίροι δια μέσου του Eurogroup θέσπισαν μια ραγδαία εκτροπή και αλλοίωση του αστικού πολιτεύματος που μας διέπει, προβλέποντας την συνταγματική και κατά προτεραιότητα υποχρέωση αποπληρωμής του χρέους παρακάμπτοντας έτσι τα 'κακεντρεχή' κόμματα της αντιπολίτευσης που αρνούνται την έγγραφη δέσμευση απέναντι στη τρόικα και τα κερδοσκοπικά δαιμόνια. Από τη μεθεπόμενη (αναθεωρητική) βουλή, η χώρα δεν θα χρειάζεται πια έναν ξένο επίτροπο, αφού πια, χωρίς καμία προκάλυψη, υπεκφυγή ή υποκρισία, ο σκοπός του ελληνικού πολιτειακού μορφώματος θα είναι η εξυπηρέτηση του χρέους (επαχθούς ή όχι) κατά προτεραιότητα έναντι του δημοσίου συμφέροντος, μια όντως παγκόσμια πρωτοτυπία.

Με μια λέξη μονάχα, δεν εκχωρείται κάποιο κυριαρχικό δικαίωμα, αλλά ολόκληρο το σώμα το οποίο ασκεί και διαχειρίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων τάσσεται πλέον και τύποις στην υπηρεσία τρίτων, και συγκεκριμένα στο ασυνάρτητο μόρφωμα του διεθνούς κεφαλαίου. Είναι μια επιτυχία όντως, και ταυτόχρονα μια αποκάλυψη για τον φετιχισμό του κεφαλαίου και τον εκφυλισμό του σε μια άμεση πια σχέση εξουσίας δεν αποτελεί απαραίτητα ένα φυσικό επακόλουθο αλλά έναν επικίνδυνο πειραματισμό. Το πραξικόπημα που βιώνουμε είναι αργό και μεθοδικό, ίσα ίσα για να το συνηθίζουμε και να μη μας τρομάζει, όσο χρειάζεται για να το αποδεχόμαστε και να μας αφήνει αδιάφορους, απαθείς και αγνώμονες.

Με μια αφηρημένη προοπτική θα έλεγε κανείς πως λίγη σημασία έχει η μορφή του πολιτεύματος όταν το περιεχόμενό του παραμένει αμετάβλητο στα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, όταν το κράτος εξυπηρετεί τον ιστορικό του ρόλο σταθερά και αμετάβλητα. Ο ρόλος και η φύση της αστικής δημοκρατίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι των βασικών αρχών που διέπουν τις τωρινές εξελίξεις, και εν τέλει σε αυτή δεν υπάρχουν ούτε παρεκκλίσεις, ούτε εκτροπές ακόμη κι όταν βγαίνουν τα τανκς στους δρόμους. Ναι, η χούντα δεν τελείωσε.

Κι όμως, ένας γενικότερος αφορισμός στο τέλος του δρόμου, δεν είναι παρά μια αντιδραστική και αντιπαραγωγική υπεκφυγή, ένα ζευγάρι παρωπίδες στα μάτια ημιόνων. Όσο κι αν οι σαθρές βάσεις και ο σκουριασμένος σκελετός παραμένουν ίδιοι, οι μορφές και εφαρμογές αλλάζουν και μετασχηματίζονται διαρκώς με άμεσες συνέπειες και σχηματοποιήσεις της πραγματικότητας με σαφείς διαφορές, τόσο ποσοτικές όσο κυριότερα και ποιοτικές. Ναι η χούντα δεν τελείωσε το '73, μα είναι κενολογία να συγκρίνεις τη στρατιωτική δικτατορία με τη σημερινή πολιτειακή ζούγκλα. Μπορεί η τραβεστί δημοκρατία μας να είναι επαχθής, μα η γύμνια της μπροστά στις σκοπιμότητες της σαν ιστορική πουτάνα και η ταυτόχρονη κατρακύλα της σε ένα αυταρχικό ετερόκλητο καθεστώς δεν είναι ένα ιστορικό στιγμιότυπο το οποίο πρέπει να προσπεράσουμε με αδιαφορία. Απλά.

Thursday, February 09, 2012

Τρομοκρατία είναι...


Τρομοκρατία είναι το μεγάλο ψέμα μπερδεμένο με τη μικρή αλήθεια, η στοχευμένη παραπληροφόρηση, η πληρωμένη προπαγάνδα των εργολάβων που έχασαν τα δημόσια έργα, των πλυντηρίων που στέγνωσαν από χρήμα, των τσιφλικάδων και των αφεντικών με τα τρύπια σώβρακα. Αρνούμαι να τους ακολουθήσω.

Τρομοκρατία είναι οι έμμισθοι μπάτσοι με τα ξυρισμένα κεφάλια και τις πανοπλίες τους, εκτοπλάσματα ενός υπαρκτού πολέμου και οι εθελοντές μπάτσοι με τα κόκκινα ροπάλια τους, τα μολυβένια στρατιωτάκια με τα πλαστικά κράνη. Αρνούμαι να μην τους κοιτάξω στα μάτια.

Τρομοκρατία είναι η κοινωνία του θεάματος, των εύκολων εντυπώσεων, των τυμπανοκρουσιών, των σύντομων παραγράφων, των αποτυπώσεων και των αποτυπωμάτων, των ψηφιακών ειδώλων, της άλλης πραγματικότητας. Τρομοκράτες είναι και οι προβοκάτορες, οι μιλιταριστές, οι αφελείς, ανήθικοι και δειλοί που ποινικοποιούν την κοινωνία, οι πρώιμα αρματωμένοι. Τρομοκρατία είναι η υποκρισία. Αρνούμαι να πω ψέματα.

Τρομοκρατία είναι οι λογαριασμοί να βγάζουν πόδια και να σε κυνηγούν, και τα λεφτά να βγάζουν φτερά και να πετούν. Είναι να μην θέλεις να κάνεις οικογένεια επειδή δε μπορείς, να πεθαίνεις ζώντας. Τρομοκρατία είναι να μην ξέρεις τι φας αύριο. Αρνούμαι να δανειστώ όνειρα.

Τρομοκράτες είναι οι σωτήρες, οι μετά Χριστόν προφήτες, οι αναλυτές και οι σοφοί, οι έξυπνοι, όλοι εκείνοι με τις μπαντιέρες τους, οι μορφωμένοι, οι δολοφόνοι με τα λευκά. Τρομοκρατία είναι να προηγούνται τα κράτη των λαών, οι ισχυροί των αδύναμων, οι επώνυμοι των ανώνυμων. Αρνούμαι να τα καταλάβω όλα αυτά.

Τρομοκρατία είναι τα εκβιαστικά διλήμματα, να διαλέγεις ανάμεσα στην αγχόνη και το δηλητήριο, να μην μπορείς να κοιμηθείς με το κεφάλι σου ήσυχο, κι όταν επιτέλους τα καταφέρνεις, να μην θέλεις να ξυπνήσεις. Αρνούμαι να διαλέξω, αρνούμαι κοιμηθώ.

Τρομοκρατία είναι ο εγωισμός, ο ψυχαναγκασμός του ανταγωνισμού, το ένστικτο της επιβίωσης στη ζούγκλα της πραγματικότητας. Η αδυναμία να μιλήσεις, η αδιαφορία να ακούσεις, η ανικανότητα να κάνεις. Τα μάτια που κλείνεις, τα αυτιά που καλύπτεις για να μην ακούσεις τη σιωπή. Τρομοκρατία είναι να φοβάσαι να φοβηθείς, να σκέφτεσαι όσο αφήνεις το χρόνο να τρέχει. Αρνούμαι να είμαι άνθρωπος.


Τρομοκράτες είμαστε όλοι εμείς, οι τρομοκρατημένοι.

Friday, February 03, 2012

Η συνωμοσία των αγκώνων της βρωμιάς

Όπως όλοι μας έτσι κι εγώ τα έφαγα με τον Πάγκαλο και αντιμετωπίζω σχεδόν σε καθημερινή βάση το δαίμονα του πλυντηρίου που τρέφεται αποκλειστικά με μονές κάλτσες και σάλτσα μπολωνέζ δημιουργώντας ένα αναπόφευκτο κύμα ορφανών στις συρταριέρες μου που προηγούμενό του είχαμε να δούμε από τον καιρό της Σμύρνης. Μετά από χρόνια που περίμενα την εκκλησία να έρθει να τα περιθάλψει, βρήκα εν τέλει την καλύτερη δυνατή λύση, απίστευτα απλή αν και ίσως λίγο ενεργοβόρα άμα το αναλύσουμε με όρους επιστημονικούς. Αφού βρω και τακοποιήσω τα ζευγάρια, όλες οι ορφανές επιστρέφουν αμέσως πίσω στο κάδο του πλυντηρίου. Τόσο απλό. Παλαιότερα βέβαια ζευγάρωνα τις όποιες μονές με βάση το πάχος και όχι το χρώμα -γιατί στο κάτω κάτω αυτό είναι που πραγματικά μετράει- αλλά στην πορεία ανακάλυψα πως ο καταπιεστικός κοινωνικός μου περίγυρος δεν συμπαθούσε και τόσο πολύ αυτήν την ιδέα την οποία αναγκαστικά εγκατέλειψα υπό το βάρος της κατακραυγής και απόρριψης.



Όπως και να έχει δια της αυτόματης επιστροφής των μόνων και άτυχων μονών καλτσών στο στόμα του θηρίου, είχα λύσει το πρόβλημά μου ικανοποιητικά. Κι όμως, λίγους μήνες πριν κλείσω την τρίτη ανώφελη δεκαετία μου στον υπέροχο και μοναχικό μας πλανήτη, η μεγάλη στοά των ενδυματολογικών καταστροφών βρήκε ένα νέο τρόπο να με τρομοκρατήσει. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσει. Με μια σχεδόν αγγλοσαξωνική συνέπεια, όλα μου τα ρούχα είναι πια τρύπια στον δεξί αγκώνα, χωρίς κάποια προφανή αιτία. Σίγουρα δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα των τρόπων μου και των συνηθειών μου (π.χ. να στηρίζομαι πολύ πιο συχνά στο δεξί μου αγκώνα), αφού δεν έχουν αλλάξει για τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια, και το φαινόμενο παρατηρήθηκε μονάχα αφού επίλυσα το αιώνιο πρόβλημα των ορφανών καλτσών και έχει επηρρεάσει όλα τα σχετικά μου ρούχα πλην των πανωφοριών, όπως φούτερ (μαύρα), πουκάμισα (μαύρα) μακρυμάνικες φανέλες (μαύρες), ζουρλομανδύες (μαύροι) -χρωματολογικά είμαι πολύ τολμηρός, το ξέρω.



Δεν πτοούμαι φυσικά, καθώς δεν είναι δα και η πρώτη φορά που οι μεγάλες σκιερές δυνάμεις της καθημερινότητας και των έμψυχων λευκών οικιακών συσκευών στρέφονται εναντίον μου. Όλοι φυσικά για κάποιο λόγο σκεφτήκατε ένα ψυγείο με δόντια. Άλλωστε δεν θα έπρεπε να παραλείψω τον διαρκή και αδυσώπητο πόλεμο του καβάλου, του οποίου οι ρίζες απαντώνται στις αρχές της εφηβείας μου, ο οποίος τελευταία βρίσκεται σε μια σχετικά ήρεμη συνθηκολόγηση μετά την επέλασή μου στην πλησιέστερη μανταροπλέκτρα.  Σκεφτόμαστε να παίξουμε και ποδόσφαιρο έξω από τα χαρακώματα την Πρωτοχρονιά. 'Οχι, όχι, είναι σαφές πως τα βαρετά ενδυματολογικά εμπόδια που μου στήνει η ζωή είναι εξίσου αδιάφορα όπως και η φλυαρία μου για παράδειγμα. Αυτό που δεν καταλαβαίνω όμως, δεν είναι το κίνητρο ή την πηγή του φαινομένου, αλλά τον μηχανισμό, το πως του εκείνου.

Πως δηλαδή συνωμοτούν τα μόρια των ρούχων μου και αποφασίζουν συγκεκριμένα στο σημείο του δεξιού αγκώνα να απαξιώσουν τις ατομικές δυνάμεις και να αποχωριστούν το ένα το άλλο και κατά συνέπεια να δημιουργήσουν μια ντροπιαστική τρύπα μόνο και μόνο για να με εκδικηθεί το κοσμικό κάρμα για τον εκπληκτικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισα το προαναφερθέν θέμα των καλτσών. Εννοείται πως μίλησα με επαγγελματίες του είδους -φυσικούς, μηχανικούς, μέντιουμ, τραγουδιάρες- και δημιούργησα μισά ντουζίνα υπολογιστικά μοντέλα γραμμένα από τα δεξιά προς τα αριστερά, αλλά εις μάτην όπως συνήθως. Άλλο ένα φοβερό μυστήριο του τρομερού κόσμου που μας περιβάλλει φαντάσομαι. Τώρα το μόνο που μένει να εξερευνήσω είναι μια λύση στο πρόβλημα.



Μακάρι να μπορούσα να καλέσω αυτές τις μνησίκακες δυνάμεις και να διαπραγματευτούμε μια ικανοποιητική λύση και για τα δύο μέρη, αλλά φυσικά δεν είναι τόσο απλό. Τίποτα δεν είναι. Μια πιθανή λύση θα ήταν να φοράω συνέχεια ένα είδος προστατευτικού στον δεξί μου αγκώνα, αλλά πέρα από το ευτυχές επίτευγμα εύρεσης ενός τρόπου να είμαι ακόμη πιο γελοίος, θα ήταν σαν να παραδέχομαι πως οι τρύπες οφείλονται σε κάποιου είδους τριψίματος, και όπως και να το κάνουμε θα ήταν ένα είδος πισωγυρίσματος, οπότε αποκλείεται. Μια άλλη προσέγγιση, πολύ πιο φλεγματική αναμφίβολα, θα ήταν απλά να το αγνοήσω το φαινόμενο και να το αφήσω να εξαφανιστεί στην ασημαντότητά του όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράματα. Μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμα. Για αυτό λοιπόν αποφάσισα το εξής: για κάθε τρύπιο αγκώνα θα πετάω και μια μονή κάλτσα. Γιατί μπορεί ο καλύτερος τρόπος να πολεμήσεις τη φωτιά με διοξείδιο του άνθρακα, αλλά στον εκφοβισμό προσωπικά θα απαντήσω με εκφοβισμό.


Μόνο και μόνο γιατί δεν έχω την παιδεία και το κουράγιο να κάνω κάτι καλύτερο.

Sunday, January 29, 2012

Ο άνθρωπος που πέθανε από τον πολύ ύπνο



Δεν ήταν μικρός, ούτε καινούριος, είχε ζήσει τόσα άλλωστε, κι όμως έφτασε μέχρι εδώ, τόσο χαμηλά. Ίσως επειδή είχε δει από κοντά όλα εκείνα τα μεγάλα, όλα τα σπουδαία, όλα αυτά που γίνονται ταινίες τώρα, με μπόλικο αίμα και ακόμη περισσότερη λάσπη, όλα εκείνα τα τρομοκρατικά, όλες εκείνες οι θυμήσεις που γίνανε εμπόριο, αγοραία συνείδηση. Από την κάστα των βετεράνων είχε δει πράγματι πολλά, ίσως τα περισσότερα από τους υπολοίπους στο σύνδεσμο που διατηρούσαν οι παλιοί του συμπολεμιστές.  


Τόσοι πολέμοι, τόσες μάχες, τόσα τραύματα, τόσα θύματα και κορόιδα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον 1ο Έγχρωμο Τηλεοπτικό πόλεμο, την πεντηκονταετία του Μεγάλου Καταναλωτισμού, τα πυρηνικά μανιτάρια των διαφημιστικών, τις εκατόμβες των στεγαστικών, τα χαρακώματα στη Σοφοκλέους -πούλα, πούλα του λέγανε, τι να κάνει πούλαγε, αγόραζε, αγόραζε έλεγαν οι άλλοι, τι να κάνει, αγόραζε κι αυτός. Κάποιοι τελειωμένοι κάθονταν πια στις λαϊκές και με πεντοδίφραγκα είχαν στήσει μια αγορά παραγώγων γύρω από τις τιμές των ζαρζαβατικών μέχρι που τους έδιωξαν οι γιαγιάδες μετά το σκάνδαλο με τις μπανάνες. Άλλοι, πιο πολλοί αυτοί, σύντροφοί του είχαν αυτοκτονήσει χαράσσοντας τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους με πιστωτικές κάρτες πριν καν έρθουν οι μηχανές, τα ψηφιακά φίδια, εκείνα τα πολύπλοκα μεταξωτά δίκτυα που τους είχαν ακινητοποιήσει όλους. Άλλοι είχαν πνιγεί στα νευρικά ναυάγια που προκάλεσαν οι γραφειοτρικυμμίες κι άλλοι είχαν αιχμαλωτιστεί και οδηγηθεί στα στρατόπεδα ψυχαναγκαστικής εργασίας, ενώ πολλοί είχαν χαθεί στα ναρκοπέδια των διορισμών.


Που και που μαζευόντουσαν οι επιζήσαντες και κάνανε αντιπολεμικές πορείες – παράλληλα με το σήμα της Μερτσέντες, τα πλακάτ τους πλαισίωναν και τις απαιτήσεις τους για μερικά ακόμη καταναλωτικά δάνεια, ίσα ίσα να βγάλουν τις εκπτώσεις, μην χάσουν τώρα που είναι ευκαιρία. Μα δεν είχε και τόση σημασία, είχανε γίνει συνήθεια, μέρος του τοπίου πλάι στη νεκρή φύση στη πινακοθήκη του μεγάλου βασιλιά. Δουλειά φυσικά δεν υπήρχε, ακόμα φύτρωναν τοξικές εστίες ανεργίας δίπλα από τα βομβαρδισμένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης όσο η πανούκλα της μαύρης εργασίας θέριζε πια και στις πιο σοβαρές των θέσεων. Οι δρόμοι αδειανοί και οι φίλοι χαμένοι κι αυτοί, κάποιοι μετανάστευσαν στο 1ο διδακτορικό κύμα μαζί με τα γκάτζετς τους, κι άλλοι ζευγάρωσαν για να γλυτώνουν τίποτα μαρούλια στα έξοδα της θέρμανσης. Λίγα είχαν σημασία πια όμως όπως είπαμε, μόνο ο καφές του και το τσιγάρο του, σταθερές αξίες. 


Μια μέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι του, μα άλλαξε γνώμη όπως και πλευρό - μόλις είχε τελειώσει ο καφές, και άλλωστε μπορούσε να καπνίζει από το κρεβάτι του. Κάποια στιγμή αναπόφευκτα τελείωσε και ο καπνός του. Ξανακοιμήθηκε. Στιγμές, στιγμές ξυπνούσε ή ακροβατούσε μεταξύ συνείδησης και λήθης, πάντα επιλέγοντας να ξεγλιστρήσει προς την τελευταία. Εν τέλει, κάποια απροσδιόριστη ώρα σηκώθηκε και αποφάσισε πως δεν γινόταν να συνεχίσει έτσι και έπρεπε να σοβαρευτεί. Τα περισσότερα ρούχα τα είχε στο πλυντήριο και έτσι κατέβηκε μονάχα με τη πυτζάμα κι ένα φουτεράκι, πήρε τσιγάρα μα ξέχασε τον καφέ. Ήταν αφηρημένος, μια κακοτεχνία σκέτη.


Διάβασε λίγο ένα φθηνό βιβλίο μέχρι να τον πάρει τηλέφωνο ο ύπνος και του ζήτησε να τον πάρει λίγο, παράκληση την οποία φυσικά δε μπορούσε να αρνηθεί. Έτσι συνέχισε να κοιμάται, μα η προβληματική του διατροφή τις τελευταίες ημέρες δεν του επέτρεπε να ακροβατεί πια μεταξύ της συνείδησης και της λήθης, μα απλά να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην τελευταία. Από ένα σημείο και μετά ήταν χαμένος και ασυγκίνητος μονάχα στα όνειρα και τους εφιάλτες του – κάποιος θα πιθανολογούσε πως αυτή ήταν η πραγματικότητα, και πως οι εφιάλτες ήταν οι αποτυχίες των ονείρων του. Μα όχι, κοιμόταν πραγματικά και με ρυθμό σταθερό το σφουγγαράκι που είχε στο κρανίο του εναλλασόταν μεταξύ βαθύ ύπνου και REM -της ονειρικής κατάστασης, όχι του συγκροτήματος.


Έβλεπε πολλά και διάφορα, συγκεχυμένα φυσικά, παλιές ερωμένες, φίλοι, συμπολεμιστές, άσχετοι σε περίεργους λαβύρινθους και σπίτια που δεν είχε ποτέ του επισκεφθεί, μα του φαίνονταν απίστευτα οικεία, σαν από παλιά. Τα όνειρα μπερδευόντουσαν, ανακατεύονταν μέχρι που γίνονταν ένα πράμα σιγά σιγά, μια ομοιόμορφη μάζα, σαν όταν φτιάχνουμε ζύμη ή κιμά, οι τοίχοι στα παραδόξως γνώριμα σπίτια έπεφταν, τα πρόσωπα γινόντουσαν ένα, μια λευκή επιδερμίδα, σχεδόν ένα σάβανο που τον τύλιγε. Στο τέλος όλα γίναν ένα, τα δέρματα, οι τοίχοι, ο ουρανός, όλα ένα, ένα φως.


Δεν τον βρήκαν παρά μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν πια η βρώμα από το κρεβάτι του είχε αναστατώσει όλη τη γειτονιά, είχε και καιρό να πληρώσει τα κοινόχρηστα, καταλαβαίνετε.

Friday, January 06, 2012

Exit Tragedy



Μου είπε να ανέβω στο πατάρι να μαζέψω τους φασιανούς. Το έκανα. Ήταν καμπόσο καιρό εκεί, είχανε κερδίσει την υψηλή κυριότητα στο πρωτοδικείο, μα το εφετείο δικαίωσε τα ποντίκια και έπρεπε να εκδιωχθούν πάραυτα. Τεράστια η ουρά τους, σε προκαλεί να την αρπάξεις, και κάθε φορά που προσπαθούσα κάνανε νευρικές εκκινήσεις καταδικασμένων πτήσεων, ο κούφιος ήχος των μικρών τους κεφαλιών που συναντούσε την πλάκα του ταβανιού επικήδειος της ανόητης εμμονής τους με τον χώρο.

Τελικά τους μάζεψα σε ένα κρυστάλλινο κλουβί Βοημίας πανάθεμα με, και βγήκα στο μπαλκόνι να τους κάνω να πετάξουν όπως κάνουν με τα περιστέρια οι παρθένες στα παραμύθια. Μόνο που από τον τρόμο τους πια, δεν προλάβαιναν τα ένστικτα της επιβίωσης να σκάσουνε και αντ' αυτού σκάγανε εκείνα στον σκαλισμένο ακάλυπτο σαν σακούλες σκουπιδιών. Πλαφ, πλουφ, πλαπ. Οι γάτες της γειτονιάς θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα, με δισταγμό φυσικά στην αρχή μιας και το θήραμα δεν ήταν ζωντανό μήτε γκουρμέ επιλογή, και με βουλιμία το βράδυ, τη γλυκιά εκείνη στιγμή που η σαρκοφαγία οργιάζει. Τότε με τρόμο συνειδητοποίησα πως θα μπορούσα να τους είχα κατάφερει για πάρτη μου, ή έστω ένα casting για κάποια νέα διαφήμιση του Famous Grouse. Με βρήκε πιο μετά και μου τους ζήταγε, λες και ήταν δικοί του. 

Βέβαια τελικά αποδείχθηκε πως ήταν όντως δικοί του και είχε κάθε δίκιο να μου τους ζητά και να μου φωνάζει, μα πάνω στην πορεία σκέφθηκα τον δήμο, το κράτος, τον λαό, την δημόσια υγεία. 'Ήρθε το υγειονομικό και τους πήρε για λόγους δημόσιας υγείας τάχα μου, άκους εκεί τους αλήτες' του ξεφούρνισα και ένας καφκικός πυρετός τον έπιασε σκεπτόμενος τις στίβες δικαιολογητικών και αιτήσεων στο τιμημένο το πρωτόκολλο για να μπορέσει έστω να τους ξαναδεί. 'Και τα ποντίκια; Τα ποντίκια δεν είναι δημόσιος κίνδυνος;' ρώταγε και ξαναρώταγε ο μανιακός με την απελπισία ζωγραφισμένη από κάποιο ατάλαντο σπουδαστή της Σχολής Κακών Τεχνών στο προσωπείο του. 'Ε ... τα ποντίκια ... κοίτα, τα ποντίκια είναι ποντίκια, πως να το κάνουμε τώρα;' του έλεγα με έπαρση και πρόσθετα 'ποιοι είμαστε να τα βάλουμε με το κατεστημένο;' για να τον αποτελειώσω ταξικά.

Έφυγα νωρίτερα παρά αργότερα, γιατί δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα έβγαινε στο μπαλκόνι και θα έβλεπε το λουκούλλειο γεύμα πέντε αστέρων που θα εξελισσόταν από κάτω. Ήταν όμως ομολογουμένως δύσκολο να διαβώ τους μαρμάρινους δρόμους με τα χιονοπέδιλά μου, τα μόνο υποδήματα στην κατοχή μου, ενθύμιο των υπέροχα ζεστών βραδιών στα σαλέ της κεντρικής Ευρώπης. Αυτές ήταν εποχές γαμώτη, γύρω μας κεφάλια από διάφορα ζώα εξωτικά, τάρανδοι, ελάφια, επαναστάτες, τραπεζίτες και στα πολυτελή μας πιάτα να συνδυάζουμε το αίμα της εργατιάς με αστακούς Σιβηρίας, κοτσύφια Ιταλίας και βλήτα Κορινθίας, αλήθεια ήταν εξαίρετα. Τώρα όμως έπρεπε να συνηθίσω αλλιώς, αλλά εκμεταλλευόμενος τον χαμηλού συντελεστή τριβής και τον καλό μου βαθμό στη φυσική, γλίστρησα μέχρι την πλατεία να πιω ένα τίλιο βρε αδερφή μου καλή.

Μα η ώρα περνούσε γοργά, είχε κλείσει κατά πως φαίνεται εισιτήριο με την ταχεία, που στα αλήθεια ήταν πιο αργή από το Intercity, ένα παράδοξο που ακόμα δεν έχει υποκύψει στην ανάγκη μετονομασίας του. Σαν η νύχτα παραπάτησε και έπεσε στον πρώην γαλανό ουρανό, η περιβολή μου δεν ήταν πια και τόσο γελοία, μα περισσότερο μια θαραλλέα avant garde στάση στο χλωμό τοπία της σύγχρονης μικροαστικής haute coutoure. Μα πως το μιλάω το γαλλικό ο πούστης. Με το παλαιο-αριστοκρατικό μου θράσσος ήμουν έτοιμος να υποδεχτώ όλους τους παλιούς φίλους, το Μπάμπη τον Καρπούζια (γιατί τα είχε βαριά σαν), την Θέκλα την μυστήρια, τον Άλκη την αδελφή (ελέω ονόματος), τον Χρήστο την αδελφή (εκ πραγματικότητος), τον Θανάση τον έτσι και τον Θανάση τον αλλιώς (δίδυμα αδέλφια εξ αγχιστείας), την Δήμητρα τη νησιώτισσα (γιατί το μουνί της βρώμαγε συναγρίδα) και την Κλαίρη την Μαίρη που ήταν σχιζοφρενής και τη μια άκουγε στο ένα όνομα και την άλλη στο άλλο και ήταν αδύνατο να συνάψει κανείς σχέση μαζί της αλλά μπορούσε να είχε δύο one night stands.

Όπως το συνηθίζαμε, ο καθένας έλεγε αυτά που δεν τόλμαγε να ξεστομίσει σε εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονταν αλλά τους είχε περιθωριοποιήσει για λόγους στυλ, κάνοντας πως ακούγαμε προσεκτικά τι έλεγε ο διπλανός μας και ο απέναντί μας, ενώ στη πραγματικότητα σκεφτόμασταν πόσες μπύρες μπορούμε να αντέξουμε ακόμη πριν επιστρέψουμε στη χλιαρή αγκαλιά της σπιτικής μιζέριας. Έτσι είναι οι παρέες, μια άρτια εξάσκηση του ηδονιστικού εγωισμού μας, χωρίς φυσικά το ηδονιστικό μέρος, όχι μόνο επειδή βρωμάγαμε και οι μάπες μας θύμιζαν καπνισμένες γόπες μετά από πρωινή βροχή, αλλά κυριότερα επειδή οι ιστορίες μας ήταν βαρετές και πιο τε-τριμμένες κι από φθηνό κασέρι σε ακόμη φθηνότερο φαγάδικο πάνω από πλαστική μακαρονάδα. Επιτέλους κάποια στιγμή βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλο, είπαμε τι ωραία που τα περάσαμε, και υποσχεθήκαμε να τα πούμε σύντομα.

Κάθε φορά έτσι λέγαμε βέβαια, και κάθε φορά οι αριθμοί μας μειώνονταν, ένας τη φορά. Για λίγο αναρωτιόμαστε τι μπορεί να απέγινε, και περισσότερη ώρα σκεφτόμασταν τι θα κάναμε εμείς. Μετανάστευση, κλινική, γάμος, αυτοκτονία, φυλακή, το μεγάλο ταξίδι, το λίγο μικρότερο ταξίδι. Κάποτε ένας φίλος βγήκε για περίπατο και δεν γύρισε ποτέ, σαν εκείνον με τα τσιγάρα, τον γνωστό. Μετά από μήνες πήγαμε εκδρομή στα βόρεια και τον προσπεράσαμε με 120 στην εθνική. Ακόμα έπαιρνε τον περίπατό του, μάλλον θα είχε πολλά να σκεφτεί. Όπως και να 'χει, δεν μας έμεναν και πολλές συναντήσεις μέχρι να χτυπήσουμε το τελικό μηδέν -αδύνατον να μπούμε στους αρνητικούς αριθμούς, ήμαστε όλοι αδύναμοι στην άλγεβρα- και έπρεπε ο καθένας να βρει το δικό του exit strategy ή tragedy, αναλόγως πως τη βρίσκει κανείς. Και ποιοι είμαστε εμείς να κρίνουμε στο πάνω κάτω;

Το καλύτερο ίσως να ήταν την επόμενη φορά, τελείως απότομα και συνεννοημένοι στο ασυνείδητο επίπεδο να μην πήγαινε κανένας μας και να έληγε εκεί το θέμα, μα δεν είχαμε τέτοιες ικανότητες. Το πιο πιθανό βέβαια ήταν να μην το σκεφτόμασταν καθόλου και απλά από βαρεμάρα και μόνο να γράφαμε ο ένας τον άλλο στα αρχίδια μας και τις ωοθήκες μας, για να μην είμαστε και σεξιστές, μα ο συγχρονισμός απαιτούσε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο σταρχιδισμού (άντε εξήγησε το αυτό σε έναν αλλοδαπό να 'ουμ) τον οποίον προς τιμήν της παιδικής μας ανθρωπιάς μας ακόμη δεν είχαμε κατακτήσει.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς γύρναγα σπίτι, ακόμη πιο δύσκολο με τα γαμωχιονοπέδιλα, τον οποίων ο συντελεστής τριβής πλέον ενεργούσε αρνητικά προς το διάνυσμα της ευρύτερης κατεύθυνσής μου που λένε και τα μετεωρολογικά δελτία. Δέκα βήματα μπροστά, εννιά πίσω, χωρίς να υπολογίζω τις επίτηδες λάθος στροφές για να καθυστερήσω το αναπόφευκτο. Λίγο προτού ξημερώσει, η κανονικότητα υπερίσχυσε και έκλεισα την πόρτα μπροστά μου, μπήκα με την όπισθεν βλέπετε, και πάρκαρα στο κρεβάτι μου με παραπάνω από τρεις κινήσεις. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, μου έκοψα κλήση γιατί είχα παρκάρει σε θέση αναπήρων, άσε που είχα ανάγκη κι από έσοδα.

Saturday, December 31, 2011

να τα πιούμε;


αρχιμουνιά και πολλά καυλιά
πούτσα μου αρχόντικια
κι αρχή καλός μας πόνος
μια χαρά είναι και ο κώλος

αρχή που βγήκε ο χαζός
ψηλός και σπάστικος
στη χώρα να κυβερνήσει
και να μας κακογαμήσει

άγιος Jameson πίνεται
και στο λαιμό μας καταβρέχεται
από την Ιρλανδία
σ’ εις αρχόντισσα αηδία

βαστάει καπότα και καυλί
γλυκόπουτσα καμάρωτη
χαρτί και παλαμάρι
πήδα το κι εκείνο το παλλικάρι

το παλαμάρι πήδαγε
το μουνί το γλυκό το πήδαγε
και την κλειτορίδα τρίβει
άγιε μου καλέ μου Μπίλλυ

Κάτσε να πιείς και να ξαναπιείς
κάτσε το πόνο σου να αίσθανθεις
κάτσε - κάτσε να τραγουδήσεις
και να μας - και να μας καλογαμήσεις

Friday, December 30, 2011

MONEY


To ΜΟΝΕΥ, γνήσιο techno της νουάρ ποντιακής παράδοσης, είναι μια ιστορία από τα παλιά τοποθετημένη στο αόριστο μέλλον της μπαγκαζιέρας μιας XT 650 supermoto, εξιστορημένη με απόλυτη πιστότητα 95%. Πνευματική παρθενογέννηση του άστοργου Τάκη Σιδερίδη, καταδιώκει ευσυγκίνητους μπάτσους, βαποράκια με τσαγανό, πρώην παλαιστές με επιχειρηματικό μυαλό, νομάρχες σκέτους, ένας τραγικός διαγωνισμός ομορφιάς, ακόμη και ρώσους ελεύθερους σκοπευτές με οικογενειακά ζόρια, ενώ στο μάτι του αναγνώστη μια βαλίτσα με τηλεοπτικά κέρδη, ένα Luger περίστροφο, ένα ημι-αυτόματο PSG 1 και η φρέσκια πένα ενός πόντιου κόνδορα που ψάχνει να τραβήξει από την νεοελληνική έρημο χαρακτήρες και ήρωες με αντίτιμο λογικό. Υπάρχει και μια γυναίκα. Ορφανή. Το τέλος το γνωρίζετε καλά κι ας μη το αναγνωρίζετε, θέμα δικό σας και του ευσυνείδητου εξομολογητή σας , μα τη διαδρομή μέχρι εκεί σίγουρα δεν θα τη λησμονείσετε κι ας μην έχετε πληρώσει για το εισητήριό σας.



Το MONEY εκδίδεται σε σαμουά χαρτί 80γρ. και εξώφυλλο Modigliani 260γρ. χωρίς αυτιά από δύο σπονδυλωτούς φίλους της FORGERY PUBLICATIONS χάρη σε έναν τρίτο άσπονδο και τη χρηματοδότηση ακόμη περισσότερων. Διαβάζεται το χειμώνα στο λερναίο μετρό της Θεσσαλονίκης με κονιάκ με μια φλούδα πορτοκάλι και ηλεκτρονικό τσιγάρο, ενώ διατίθεται από κεντρικά βιβλιοπωλεία και περιφερειακούς φίλους προς 4 Ευρώ το αντίτυπο.  

Friday, December 16, 2011

Ο Άγιος Βασίλης διαβάζει ένα γράμμα


Καλέ μου Santa Claus,

Βασίλη με λένε γαμώτη μου, πότε θα το μάθετε ρε κωλόπαιδα

χαίρομαι τόσο πολύ που έχω την ευκαιρία να σου γράψω, το περίμενα τόσο καιρό γιατί ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά.

εγώ να δεις πως το περίμενα

δεν ξέρω άμα γνωρίζεις, αλλά εμείς στο Ελλάδα έχουμε πολλά προβλήματα. Κρίση, ύφεση, ανεργία, φτώχεια, χαράτσια, κρύο,

όχι και κρύο, εμένα με ρώτησες τι γίνεται εδώ πέρα;

αλλάξαμε και κυβέρνηση, δηλαδή θυρωρό αλλάξαμε, γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε ποιος κάνει κουμάντο πια. Και να σου ξομολογηθώ και κάτι άγιε μου Βασίλη;

κατασκεύασμα του μάρκετινγκ είμαι, όχι εξομολογητής, τελείωνε

Υπάρχει και πολύς φόβος, πολύς φόβος καλέ μου Άγιο Βασίλη. Για αυτό για αυτά τα Χριστούγεννα,

ωχ, αρχίσαμε. Γυναίκα! Πιάσε την πιστωτική....

δεν θέλω να σου ζητήσω τα συνηθισμένα όπως τις άλλες χρονιές, ξέρεις, Playstation, μια Masseratti και δύο Ferrari, 10 σακιά αμύγδαλα, τρεις μουνάρες να γλείφονται για πάρτη μου, ένα κότερο με σαραντατέσσερα πανιά και τρεις πισίνες, μια LCD Plasma TFT 3D τηλεόραση ίσα με τον ταβάνι μου, τον μισό κατάλογου του IKEA, ομόλογα του δημοσίου, και ένα κινητό να μου ψήνει καφέ και να μου παίρνει τσιμπούκια μεταξύ άλλων.

του τα 'δωσα εγώ ποτέ όλα αυτά του αλήτη;

Όχι, για εφέτο δε θέλω, τίποτα από όλα αυτά, έχω γίνει πια οικονόμος.

σωωωωώπα, τι λες; επέστρεψες σε μαθήματα πολιτικής οικονομίας του Γυμνασίου;

Φέτος μάλιστα δεν θέλω κάτι.

Κι εγώ τι κάθομαι και διαβάζω τόση ώρα;

Φέτος χρειάζομαι. Φέτος χρειάζομαι κάποια πράματα.

...μικρή διακοπή για να ξύσει τα λευκότριχα αρχίδια του ο Μπίλυς... 

Ωχ, μπλέξαμε τώρα.

Πρώτον χρειάζομαι πετρέλαιο.

Άντε πάλι με το κρύο. Βάλε ξυλόσομπα. Ξεκίνα το αλκοόλ, με τους ρυθμούς που πάτε θα συμφέρει περισσότερο σε λίγο.

Εκτός κι αν προτιμάς να βάλω γκάζι τώρα που βρήκε και η Κύπρος μπόλικο, αλλά κι πάλι πρέπει να συγκαλέσω γενική συνέλευση και ποτέ δε βγαίνει η απαρτία, και χρειάζεται και το αρχικό κεφάλαιο, ίσως και κάποιο δάνειο και τώρα οι τράπεζες δε δίνουν ούτε χαρτάκι για τη σειρά προτεραιότητας. Καταλαβαίνεις.

Εγώ δεν καταλαβαίνω; Ακόμα χρωστάω για εκείνες τις ζωοτροφές για τους μαλακισμένους τους ταράνδους. Α, στο διάολο δηλαδή. Θα βάλω δόσεις για κάνα ελικόπτερο μου φαίνεται.

Δεύτερον, χρειάζομαι δουλειά.

......α, μη μου ζητάς και θαύματα τώρα, γαμώ τα παραισθησιογόνα σου, γαμώ.

Τρίτον, χρειάζομαι εκλογές.

Εκτός από πρεζάκι, είσαι και ανιστόρητος δηλαδή. Προχωρημένη περίπτωση. Θυμάσαι μωρέ μαλάκα καμμιά σελίδα της ιστορίας να γράφεται με εκλογές; Ε;

Τέταρτον, χρειάζομαι προσωπική, ψυχολογική, κοινωνική και να μη σου και υπαρξιακή ελευθερία. Ανάσα βρε αδερφέ, πως το λένε;

Εμένα μη με ρωτάς, δεν ξέρω από δαύτα. Μονάχα από δώρα, χριστουγεννιάτικα δέντρα, κάλτσες, αφίσες με αναψυκτικά. Αυτά ξέρω. Θέλεις; Αν όχι, πάμε παρακάτω. Στο κάτω κάτω τι νομίζεις πως έχω εγώ με αυτή τη κωλόγρια που έχω μπλέξει;

Τέλος πάντων, αρκετά σε κούρασα. Είμαι σίγουρος πως θα τα κατέφερεις. Σε ευχαριστώ πολύ καλέ μου Santa Claus.

Πραγματικά απορώ πως έβγαλε το σχολείο αυτός ο μαλάκας.

Ο Μπίλυς τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στο τζάκι για να ζεσταθεί, και έξυσε λίγο ακόμη τα γερασμένα του αρχίδια πριν προχωρήσει στο γράμμα της μικρής Γιαν από την Καντονία.



Wednesday, November 30, 2011

Αφιερωμένο σε όσους παίρνουν το ασανσέρ στο μετρό ενώ δεν το έχουν ανάγκηΑφιερωμένο σε όσους παίρνουν το ασανσέρ στο μετρό ενώ δεν το έχουν ανάγκη


Μωρή πουστάρα, ρε ανάποδο γαμώτο, ρε εκτόπλασμα της εξέλιξης, ρε θεομπαίχτη, ρε σκισμένη καπότα αφού δεν είσαι Α.Μ.Ε.Α. γιατί στερείς τον ανελκυστήρα από αυτούς που τον έχουν πραγματικά ανάγκη; Γιατί μωρή αμοιβάδα δεν παίρνεις όχι τις σκάλες, σιγά μη σου ζήταγα να βάλεις το ένα ποδαράκι 20 πόντους πιο πάνω από το άλλο, όχι βέβαια, αλλά τις κυλιόμενες, ρε βόδι με σκατά στο κεφάλι, τις κυλιόμενες γιατί δεν τις παίρνεις όπως όλοι οι άλλοι;

Και μη τολμήσεις να μου πεις πως είναι πιο γρήγορο, μη τολμήσεις να μου το πεις αυτό ρε σκατόψυχε, μη τολμήσεις ρε κουράδα καμηλοπάρδαλης, διότι πολύ απλά δεν ισχύει παλιο-καριόλη. Άμα δεν μου το ΄παιζες καμπόσος και είχες δοκιμάσει να συγχρωτιστείς με εμάς του υπολοίπους θα το 'ξερες μωρή πετούγια. Αλλά όχι! Εσύ, εκεί, να παίρνεις το ασανσέρ, γιατί γουστάρεις πολυτέλεια, αποκλειστικότητα, τσάμπα μαγκιά ενός καταπιεσμένου καταναλωτισμού. Α μωρή κουφάλα, και στο τάφο σου πεντελικό μάρμαρο θα σου βάλουμε, τα καλύτερα λεβέντη μου, τα καλύτερα κούκλα μου!

Α, μωρή κουφάλα, ρε εισαγόμενη πορδή, τα ίδια σκατά είσαι με τους πούστηδες τους ποδηλάτες που περνάνε με κόκκινο τα φανάρια, και τις λινάτσες τους οδηγούς που κάνουν κατάληψη στις πεζοδιαβάσεις, είσαι φτωχός μανίτσα μου, είσαι φοβερά φτωχός, αλλά δε βαριέσαι εμείς να 'μαστε καλά και εσύ να πας να γαμηθείς.

Θα σου 'ριχνα καμμιά κατάρα ρε πυτιριδιασμένο φακιόλι, μα κατάρες και ευχές δεν υπάρχουν, και έτσι κι αλλιώςτο κουνουπίδι που έχεις για μυαλό θα σου εξασφαλίσει μια πλειάδα φραγμένων αρτηριών, και ποιός ξέρει, μπορεί κάποτε να το έχεις όντως ανάγκη το ασανσέρ. Μαλάκα.

Friday, November 18, 2011

Απλήρωτοι λογαριασμοί


Του ζήτησα να προσπαθήσει περισσότερο, μα συνέχισε τη γκρίνια του. Πως δεν γίνεται να κρατήσει διαρκώς τον ίδιο ρυθμό για πάντα, πως οι απαιτήσεις είναι υπερβολικές, πως δεν είναι ευθύνη αλλά κατάρα. Μιλούσε και τα ξηροκάρπια διαρκώς απελευθερώντουσαν από τη στραβή του οδοντοστοιχία. Φώναξα τον κάπελα να του γεμίσει το ποτήρι με ότι διάολο έπινε τόση ώρα. Ήταν σειρά μου να κατσουφιάζω, να τον κερδίσω με την ενσυναίσθηση, να 'ρθω στο δικό του επίπεδο, ή τουλάχιστον να τον κάνω να το πιστέψει. 


Άρχισα να του λέω διάφορα που έμαθα από τα διαφημιστικά ιλουστρασιόν φυλλάδια, τα καλύτερα ψέματα των καλύτερων διαφημιστών και των καλύτερων διευθυντών marketing των καλύτερων προϊόντων των καλύτερων γραμμών παραγωγής των εταιρειών με την καλύτερη κοινωνική ευθύνη. Δεν ψάρωσε, τα ήξερε καλύτερα αυτά από τον καθένα, και εγώ το ήξερα αυτό, και μπορεί να το ήξερε πως ήξερα, μπορεί και όχι. Δεν είχαν σημασία τα ψέμματα, μόνο πως είχα καταφύγει σε αυτά, η σκακιέρα του διαλόγου μας είχε γεμίσει μπλόφες, ανάκατα με τον καπνό και τις αναθυμιάσεις των ποτών. Ουϊσκια, βότκες, γκαζόζες νατρίου, αμόλυβδη, κοκτέηλ πλουτωνίου με σάλια ιγκουάνα, χυλός γρανίτη. Έπρεπε να τον μεθύσω κι άλλο πριν προλάβω να μεθύσω εγώ. Γνωστό το κόλπο, μα επικίνδυνο, η πλάτη μου άρχισε να με προδίδει, να νοσταλγεί το βρώμικό μου κρεβάτι, τα μάτια μου έτσουζαν, τα δόντια μου έπεφταν και τα μαλλιά μου έστηναν αεροδρόμια για ξένα συμφέροντα.



Σε μια άσχετη στιγμή, τον ρώτησα την ώρα και γέλασε με την καρδιά του, με ευχαρίστησε αυτή η μικρή μου νίκη, μα δεν πίεσα. Πάντα είχα αυτό το πρόβλημα, όταν κατάφερνα -τις περισσότερες φορές από τύχη- να προκαλέσω κάποιο άνοιγμα, ένα ρήγμα, σπάνια το πίεζα να μεγαλώσει, σπάνια μοχθούσα να γκρεμίσω ολόκληρο τον τοίχο, σαν να περίμενα τα ανοίγματα να μεγαλώσουν μόνα τους και να κάνουν τους τοίχους να πέσουν από ντροπή. Συνεχίσαμε να λέμε βλακείες, ακόμη και να σχολιάζουμε τους γύρω, να πλάθουμε φανταστικές ιστορίες για αυτούς, τάχα μου πως κάποιος είναι δολοφόνος και μια χοντρή είναι ντίβα της όπερας που την καταδιώκει η κοντή παραπέρα για οικονομικές διαφορές από τον καιρό που ήταν και οι δύο πλύστρες. Συνέχεια με διόρθωνε, 'όχι, αυτό είναι λάθος', και έδινε τη δική του εκδοχή, σχεδόν πάντα πιο βαρετή. Περίεργο, ο πιο παλιός από τους θαμώνες να είναι και ο πιο βαρετός, τόσες και τόσες ιστορίες, μα όλες στο τέλος βαρετές. Ίσως να έφταιγε το αφηγητικό του στυλ. Το ταβάνι έσταζε στίχους ξεχασμένων ποιημάτων.


Μα το σταματήσαμε κι αυτό και καθίσαμε για λίγο σιωπηλοί σαν να 'μασταν φίλοι από χρόνια, χωρίς κουβέντα, χωρίς σπατάλη σημασιών. Σε κάποιες γωνιές του πλανήτη -παρόλο που το γαιωηδές του σχήμα δεν επιτρέπει γωνίες- τα φύλλα θρόιζαν, οι φούρνοι καπνίζανε και τα σίδερα έλιωναν σε δροσερά ρυάκια, μακριά, πολύ μακριά. Ανάμεσά μας βουβές λέξεις έπεφταν μαζί με την σκόνη, ορφανές από νόημα κι άλλες τέτοιες γραφικές μαλακίες. Αυτή τη φωτογραφική σιωπή τελικά τη διέκοψε εκείνος. Δεν το περίμενα. 


'Ξέρεις, πολλοί δε με βλέπουν με καλό μάτι.' 'Σώπα' του είπα και γέλασα χυδαία, μα δεν τον ενόχλησε ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Φαίνεται είχε ξεχάσει λίγο τις σκοτούρες του και ήταν πιο καλοσυνάτος από ότι συνήθως, μπορεί να τα κατάφερνα. Συνέχισε. 'Όλοι λένε τόσα και τόσα για μένα, λες και με ξέρουν από καιρό. Τρομερή ειρωνεία, ενώ εγώ τους ξέρω από καιρό. Χαζό ε; Μα κανείς δε καταλαβαίνει πως δεν αλλάζω, πως είμαι άνευρος, πως δε κάνω καμιά διαφορά, μα και χωρίς εμένα, πάλι δεν γίνεται να υπάρξει διαφορά. Με καταλαβαίνεις; Τι να καταλάβεις καημένε μου.'


Εγώ έγνεφα συνέχεια καταφατικά σαν πιθηκάκι, σκλαβάκι των ζωολογικών κήπων, λες και είχα βρεθεί στη θέση του χιλιάδες φορές, εκβιάζοντας γουλιά γουλιά την εμπιστοσύνη του, μα φυσικά γινόμουνα όλο και πιο γελοίος, πιο άτσαλος, μια σκέτη σπατάλη. Το σχέδιο της ενσυναίσθησης και του μεθυσιού είχε ξεπέσει και σκάσει σαν καρπούζι. Τα ρήγματα είχαν γίνει στόματα ανοιχτά, με κοφτερά και πεινασμένα δόντια που γυαλίζουν στο σκοτάδι. Είχα χάσει το παιχνίδι από τα αποδυτήρια. Έπρεπε τώρα να κάνω μια απεγνωσμένη αντεπίθεση, όλοι μπροστά, τα ρέστα μου, 4-2-4 (και όχι 3-3-4 παραδόξως, συζητήσιμο), να πετάξω ένα βαρύ ψηλό κορμί για τις κεφαλιές στο κέντρο της αντίπαλης άμυνας, έπρεπε τουλάχιστον να χάσω με στυλ. 'Μην τα παρατήσεις δικέ μου. Δεν γίνεται κι αλλιώς το ξέρεις. Μην τα παρατήσεις. Σκέψου το.' Προσπάθησα να τον κοιτάξω όσο πιο σοβαρά γίνεται, σαν ένας πατέρας που λέει στο παιδί του πως αυτός είναι τώρα ο άντρας του σπιτιού και έχει τώρα ευθύνες κι άλλα τέτοια βαρύγδουπα.


Ήπιε μια γερή γουλιά, και με κοίταξε απογοητευμένος. Όσο περνούσαν οι στιγμές, άρχισε να αλλάζει γκριμάτσες, να μαλακώνει, και τελικά κατάφερε να μου χαρίσει συγκατάνευση, σαν να ζήλευε την αφέλειά μου, λες και ήμουν ένα μικρό παιδί που είχε πει μια χοντράδα σε μεγαλύτερό του. 'Φυσικά και θα συνεχίσω μωρέ μαλάκα. Και, ναι, δε γίνεται αλλιώς, μα και γίνεται, είναι χάρη σε εμένα που δε γίνεται. Α, μωρή πορδή ... μη τα παρατάς, και μη τα παρατάς. Δε μπορώ να γκρινιάξω δηλαδή; Κωλοξενέρωτε εσύ και οι ερωτήσεις σου. Και καλά, οι απαντήσεις που δεν καταλαβαίνεις, μα και εσύ δεν καταλαβαίνεις ουτε τις ερωτήσεις σου. Ανόητε μικρούλη.'


Η συμπαντική μου ανησυχία τον είχε εκνευρίσει και πιθανόν να του είχε χαλάσει και τη βραδιά. Φώναξε τον οινοχόο και του ζήτησε τα πάντα εκτός από κρασί. Με κοίταξε ξανά λες και είχε βρει τυφλό κορόιδο στα χαρτιά και είχε όντως. 'Μαλάκα μου, εσύ κερνάς απόψε.'Ο Χρόνος δεν έχανε ποτέ την υπομονή του, μονάχα έτσι έδειχνε για να μην πληρώνει τον λογαριασμό. Στο κάτω, κάτω δεν ήταν ποτέ δικός του.

Sunday, November 13, 2011

Επικίνδυνοι συμβολισμοί


Ο διορισμός της υπηρεσιακής κυβέρνησης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, ο σχηματισμός της όσο κι αν καθυστέρησε, είναι μηχανιστικά εξυπηρετικός στη περιφρούρηση της ευρωζώνης και στη διατήρηση του γαλλο-γερμανικού διπόλου. Η αριθμητική της σύνθεση επιβεβαιώνει όχι μόνο την απελπισία του δικομματισμού και την πολιτική οξυδέρκεια του Γ. Καρατζαφέρη, αλλά και την αναγκαιότητα για πολλές διαγραφές, ιστορικές συναινέσεις, αντρίκια αντάρτικα προς λαϊκή τέρψιν και ενισχυμένες πλειοψηφίες για τα μέτρα που απαιτούνται να εφαρμοσθούν πριν οδηγηθούμε σε μια εκλογική αναμέτρηση η οποία θα στερείται αντι-μνημονιακού χαρακτήρα.

Ακόμα και ο πιο ψύχραιμος όμως, δυσκολεύεται να προσπεράσει τη συμμετοχή φασιστών στη μαιευτική αυτή κυβέρνηση. Σύμφωνοι, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν αποδείξει τα τελευταία 15 χρόνια πως δε διαφέρουν ουσιαστικά, ούτε στις πολιτικές κατευθύνσεις ούτε στην ηθική τους, όμως η συμμετοχή ακροδεξιών στοιχείων, πέραν των πολιτικών προεκτάσεων, ενέχουν και ενός βαθύτερου συμβολισμού που οξύνει τα επίπεδα του κύκλου ανοχής-τρομοκρατίας που βιώνει η κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την οκτωβριανή επίθεση των ΚΝΑΤ στους δρόμους. Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του νέου Υπουργού Μεταφορών και Υποδομών, Μάκη Βορίδη. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο συμβολισμός -σε συνδυασμό με την πολιτική εκτροπή του δημοψηφίσματος και τον διορισμό ενός τεχνοκράτη για πρωθυπουργό- συμπίπτει σχεδόν χρονικά με την επέτειο του Πολυτεχνείου. Κούφια ειρωνεία.

Αυτή, όπως και τόσα άλλα στον πολιτικό μας βίο, θρύβει σε συμβολισμούς αλλά κενή ουσίας ελέω της παρόδου του χρόνου και την αλλοίωση της κοινωνικής συνείδησης. Η αμερικάνικη πρεσβεία δεν αντιπροσωπεύει ουσιαστικά πια τίποτα, πόσο μάλλον στα χρόνια της κρίσης που η όποια εθνική κυριαρχία έχει εκχωρηθεί όχι σε αμερικάνικα συμφέροντα ή στο ελίτ αμερικάνικο κεφάλαιο, αλλά σε παγκόσμια οικονομικά κέντρα με επίκεντρο τους ευρωπαίους εταίρουςκαι τη μάχη του ευρώ. Μπορεί το κυρίαρχο διακύβευμα να μην έχει κάνει τόσο με την τοπολογία της εξουσίας, αλλά σίγουρα κανείς δε πρέπει να αγνοεί τη σύνθεσή της και τους εσωτερικούς της μηχανισμούς οι οποίοι στήνουν μαγαζιά στο νέο Ελ Ντοράδο.

Όλοι αυτοί οι ελληνικοί συμβολισμοί κανονικά δε θα έπρεπε να μας επηρεάζουν και να μας αποπροσανατολίζουν, να μας απασχολούν και να μας απορροφούν. Κανονικά. Όμως ακόμα και οι συμβολισμοί έχουν την σημασία τους, πόσο μάλλον σε μια αποσυνδεδεμένη και τρομοκρατημένη κοινωνία που κάθε μέρα που περνά βάλλεται ψυχολογικά, ηθικά και σωματικά. Η μελλοντική ιστορία της χώρας έχει λίγη σημασία μπροστά στις αντοχές και τις δυνάμεις των ανθρώπων που ζουν σε αυτή. Εκεί που άλλοι αναζητούν πολιτικές ευκαιρίες, μερίσματα εξουσίας και μικρές υποσημειώσεις στα βιβλία της ιστορίας, άνθρωποι που έχουν εκχωρήσει την ελευθερία τους και τις αξίες τους, πλέον βρίσκονται να διαπραγματεύονται την υγεία τους, ακόμα και την ζωή τους.

Ο χειμώνας που μπήκε με κρύο, σκληρούς ανέμους και ενοικιαστές να προβληματίζονται για το πετρέλαιό τους, θα είναι σίγουρα πιο σκληρός και πιο δύσκολος, ένας χειμώνας όπου οι υποχρεώσεις θα είναι πια αναγκαιότητες. Όμως όσο κι αν ηττόμαστε, όσο κι αν γίνεται η μαυρίλα συνήθειά μας, αυτό δεν πρέπει να επιτρέπει να ανοιχτούν οι πύλες της απελπισίας. Το βαρέλι δεν έχει ποτέ πάτο, μόνο ρωγμές. Ότι κι αν γίνει, όσες κυβερνήσεις κι αν αλλάξουν, όσο κι αν μεγαλώσει το χρέος, όσο κι αν μικρύνει, η μέρα θα εξακολουθεί να έχει 24 ώρες, τα βράδια θα εξακολουθούν να είναι κρύα και οι μέρες απατηλές, θα αρρωσταίνουμε και θα πεθαίνουμε, θα ερωτευόμαστε και θα γελάμε. Στις στάχτες των προσδοκιών μας όλα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, σίγουρα. Μα δεν είναι.

Έχουν σημασία όλα αυτά, και δεν έχουν. Όμως, εμείς είμαστε πιο σημαντική, η ακεραιότητά μας, η αξιοπρέπεια μας. Πιο σημαντικό είναι να μην φοβόμαστε. Είναι η ζωή μας και να μην επιτρέπουμε σε θλιβερούς μιντιοκράτορες, άνευρους γραφειοκράτες και φασιστοειδή να την ορίζουν. Εμείς την ορίζουμε, κανείς υβριστής και ματαιόδοξος. Αυτό εμπεριέχει και ευθύνες, μα κυριότερα μια δύναμη ασύγκριτη και φυσική, αδιαπραγμάτευτη, ανίκητη, άπιαστη. Η μεταπολιτευτική συναίνεση έχει χρόνια γίνει ανοχή και πλέον περνάει σε μια καινούρια φάση, αυτή της υποταγής και της μασκαρεμένης υποδούλωσης. Τα φύλλα της ιστορίας γεμίζουν, και οι τσέπες μας αδειάζουν, αλλά μπορούμε ακόμα, και για πάντα, να προστατεύσουμε τη συνείδησή μας και να την ακολουθήσουμε με την καρδιά μας μπροστάρη.

Thursday, November 10, 2011

Paint it Black

Μου ζήτησαν να βάψω ένα δωμάτιο μαύρο, μα δε μου 'δωσαν πινέλα και μπογιές. Υπήρχε μια εξαιρετική ανακρίβεια στο όλο εγχείρημα, και έτσι άρχισα να καπνίζω με τις πόρτες και τα παράθυρα κλειστά. Υπολόγισα πως θα χρειαζόμουν πάνω από ένα φορτηγό τσιγάρα για να επιτύχω την απαραίτητη απόχρωση. Ξεκίνησα κάποια τηλέφωνα για να οργανώσω την όλη κατάσταση, επί πιστώσει πάντα. Τελικά την έχασα την εργολαβία, τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν αναπόφευκτο. Η καινοτομία μου παρεξηγήθηκε, ήταν βλέπεις πολύ μπροστά για την εποχή της αυτή η εξωτερίκευση του εγώ, πολύ πραγματιστική. Βέβαια, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί ήθελαν ένα δωμάτιο μαύρο. Ούτε γιατί δε μου έδωσαν μπογιές. Ούτε στο κάτω κάτω γιατί επέλεξαν εμένα.