Pages

Tuesday, October 16, 2007

Το περιβάλλον και ο αυνανιστής

Μετά από αναρίθμητα χρόνια μελέτης σε κρυφά ερευνητικά κέντρα στην Ιαπωνία, τις ΗΠΑ και τον Λυκαβηττό, κορυφαία επιστημονικά μυαλά ανακάλυψαν τη συνταρακτική αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη κλιματική αλλαγή. Συγκεκριμένα, κατάφεραν και προσδιόρισαν ως αποκλειστική πηγή των περιβαλλοντικών καταστροφών, της ενεργειακής κρίσης, της υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου, της άμυνας του Παναθηναϊκού και της φωνής του Νταλάρα μια τεράστια, αν όχι την πιο μαζική, ομάδα ατόμων στον πλανήτη, τους αυνανιστές. Κι όμως, μην σοκάρεστε και μην ξαφνιάζετε. 'Ολες οι σχετικές έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα πως το θαύμα της ζωής, του σφρυγιλού δέρματος και των κοκκινισμένων ματιών, το σπέρμα, είναι συγχρόνως καταστροφικό για το φυσικό περιβάλλον, και ιδιαίτερα για το χώμα και τα φυτά. Χαρακτηριστικά ένας Λιθουανός ερευνητής, ο οποίος πρόσφατα έκδοσε την ποιητική συλλογή 'I Wish A Thousand Shards Of Glass Would Pierce My Paper Body So Then The Dirty Sanchez Crew Would Laugh Their Lungs Out', δήλωσε συγκλονισμένος από το θεϊκό δίπολο δημιουργίας και καταστροφής το οποίο χαρακτηρίζει το άσπρο υγρό.
Η ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη κομβική έρευνα είναι απαράμιλλης σημασίας αφού χάρη στην επί χρόνια παρακουλούθηση του ερωτικού και ηδονοβλεπτικού λόφου του Λυκαβηττού κατέστη δυνατή η λεπτομερής καταγραφή των αρνητικών επιπτώσεων του έχει το χύμα στο περιβάλλοντα χώρο. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς πως με τη πάροδο των χρόνων ολόενα και χειρότερα συγκροτήματα καταφθάνουν στον αντίστοιχο συναυλιακό χώρο. Αντίστοιχες μελέτες καταδεικνύουν πως η ποσότητα μαλακίας που έχει συγκεντρωθεί στο πλανήτη πλησιάζει επικίνδυνα τη λεγόμενη 'Καταστροφική Μάζα', τόσο πολύ μάλιστα που διακεκριμένοι αστροφυσικοί και αστρολόγοι έχουν κληθεί να εξετάσουν την πιθανότητα κατάρρευσης του πλανήτη σε μαύρη τρύπα. Για αυτό αγαπητοί αυνανιστές του κόσμου, σας θερμοπαρακαλούμε, σας εκλιπαρούμε, πέφτουμε στα βασανισμένα μας γόνατα και σας ικετεύουμε:

1. Να χρησιμοποείτε καπότες, και να τις δένετε. Το ξέρω, είναι λίγο περίεργο, αλλά είναι για το καλό του περιβάλλοντος! Άσε που με την αυξημένη παραγωγή προφυλακτικών, μπορούμε να καταπολεμήσουμε και το παγκόσμιο πρόβλημα της ανεργίας. Σοσιαλιστικός περιβαλλοντισμός, περιβαλλοντικός σοσιαλισμός.
2. Να κόψετε τις κλανιές, παλιοβρωμίλοι. Το ξέρω είναι άσχετο με τα σπέρματα, αλλά πραγματικά δεν μπορώ τους κλανιάριδες. Και τους μυξιάριδες.
3. Να σταματήστε να ακούτε Kaiser Chiefs. Πάλι, άσχετο, αλλά μιας και πιάσαμε τις 'how to save this fucking depressing world' συμβουλές, είπα να το βάλω κι αυτό.
4. Να σκεφθείτε και την πιθανότητα της κτηνοβασίας. Επιστροφή στις λαϊκές παραδόσεις και έτσι φάση.
5. Να σταματήσετε να φλυαρείτε. Είναι κουραστικό.
6. Μην βλέπετε τηλεόραση. Ξοδεύει ρεύμα και λέει και μαλακίες. Διαβάστε εφημερίδα. Μπορεί να λέει μαλακίες, αλλά μετά ανακυκλώνεται. Άσε που μπορείτε να σκουπιστείτε με αυτή.

Αυτά.

Monday, October 15, 2007

Μια συνηθισμένη μέρα

Την εποχή του ψυχρου πολέμου, οι δύο υπερδυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν για επικείμενη πυρηνική επίθεση περίπου 4 λεπτά προτού η βόμβα έπεφτε και έκανε τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι να μοιάζουν ανέκδοτα μπροστά στο αποτέλεσμα. Το έλεγαν the 4 minute warning και πάνω κάτω υπάρχει ακόμα. Ίσως ένας από τους καλύτερους κωμικούς που υπήρξαν ποτέ, ο Richard Pryor, πάντα έλεγε πως άμα τα ΜΜΕ τους ενημερώναν για το αναπόφευκτο ενδεχόμενο δεν θα έτρεχε να κρυφτεί και να σωθεί, αλλά θα πήγαινε σε μια γκόμενα που ήξερε για χρόνια και θα πηδιόντουσαν. 'I would cum and go at the same time', αυτό ήταν το ευρηματικό του punchline.

Ας υποθέσουμε τώρα κάτι τελείως διαφορετικό, πως αντί για 4 λεπτά είχαμε 24 ώρες, δεν έχουμε στο πλάι μας κάποιον και είμαστε μονάχοι με τις σκέψεις μας. Και όπως συμβαίνει φυσιολογικά σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να αναλογισθούμε, να κοιτάξουμε στο παρελθόν μας και να δούμε τι πήγε στραβά. Ακούγεται αρκετά νοσηρό και καταστροφολογικό, έτσι δεν είναι; Αλλά είναι και επίκαιρο βέβαια, αφού ο πιο σεβαστός των καταστροφολόγων τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης μόλις πριν από λίγες μέρες. Άλλοι δικαίως θα τον επαινέσουν ως σημαντικό παράγοντα στη δημόσια ενημέρωση και κουβέντα για το περιβάλλον. Όμως στη πραγματικότητα, η αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, δεν έχει και μεγάλη σημασία. Όταν ψάχνεις τη δύση, άσκοπα κοιτάς την ανατολή.
Σήμερα χάρη στη πρωτοβουλία μιας μικρής ομάδας, bloggers ανά τον κόσμο έχουν βάλει σκοπό να ενώσουν τις φωνές τους και να γράψουν αποκλειστικά για το περιβάλλον σε μια προσπάθεια αφύπνισης και εγρήγορσης των εαυτών τους, των φίλων τους, των υπολοίπων για αυτό που θεωρούν ως το πιο σημαντικό ζήτημα και πρόβλημα της εποχής μας. Φυσικά πριν από τη σημερινή μέρα προϋπήρξε η ανάλογη κουβέντα για τη χρησιμότητα και τα κίνητρα ενός τέτοιου εγχειρήματος, αλλά ούτε αυτό έχει τόσο σημασία. Ίσως να έχει μεγαλύτερη σημασία η πιθανότητα πως το περιβαλλοντικό ζήτημα το οποίο ταχέως αποκτά ολοένα και περισσότερη δημοτικότητα να είναι μονάχα ένα από τα πολλά συμπτώματα μιας ασθένειας ενός όχι τόσο μεταλλασόμενου πολιτισμού.

Αν και ένα ικανοποιητικό ποσοστό τόσο της κοινωνίας όσο και της επιστημικής κοινότητας στρέφονται προς μια αποτελεσματική ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία, οι προσπάθειες φαίνεται να μην βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, ενώ πολλές φορές ακόμη είναι εις βάρος άλλων ζητημάτων εγείρροντας μια καινούρια σειρά παρερμηνείων και προβλημάτων. Για παράδειγμα αρκετά από τα case studies τα οποία στηρίζουν την θεωρία της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής δεν είναι πλήρως αποδεδειγμένα, ενώ συγχρόνως όσο οι δυτικές κοινωνίες καθυστερούν τη ρηξικέλευη υιοθέτηση ενεργειών που θα τις φέρουν σε ισορροπία με το κληροδοτημένο τους φυσικό περιβάλλον, οι αναπτυσσόμενες χώρες, σαν κακέκτυπο των προηγμένων χωρών, υποπέφτουν στα ίδια λάθη στη κούρσα της αέναης αναπτυσσόμενης παγκόσμιας οικονομίας. Ποιό είναι το συμπέρασμα; Μήπως πως οι κοινωνίες μας, η ιστορία μας, η παιδεία μας, τα συστήματά μας, η φιλοσοφία μας είναι όλα μια αποτυχία; Αν δεν υπάρχουν ερωτήσεις, δεν υπάρχουν και απαντήσεις.

Ένα αρκετά ενδιαφέρον ερώτημα το οποίο τέθηκε ανεπαίσθητα στο διάλογο για το blog action day ήταν η αντίθεση μεταξύ του συλλογικού και του ατομικού, και φυσικά αυτό που τα ενώνει, δηλαδή η σύνθεση. Ίσως η βασικότερη ελευθερία που απολαμβάνουμε πέρα από αυτή των φυσικών ενστίκτων μας, είναι αυτή της ελεύθερης βούλησης. Όπως κάθε άλλη, έτσι κι αυτή συνεπάγεται ευθύνες, και μάλιστα τις σπουδαιότερες αφού κάθε μας ενέργεια, κάθε μας πράξη, ακόμα και κάθε μας σκέψη εξαρτώνται από αυτή. Δεν είναι ούτε υπερφίαλο, ούτε χαζό, αλλά ο άνθρωπος είναι προικισμένος με την ικανότητα να πραγματοποιεί επιτεύματα μεγαλύτερα από τον ίδιο, μια ικανότητα η οποία αυξάνει εκθετικά όταν προκύπτει η συλλογική σύνθεση. Πολλά από αυτά τα ανδραγαθήματα είναι αποτυχίες έτοιμες να φανερωθούν, άλλα είναι καταστροφικά εκ γεννέσεως, κι άλλα είναι απλώς ικανοποιητικά, όμως όπως και να έχει, όλοι μας έχουμε αυτή τη δυνατότητα, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Και το πιο συγκλονιστικό από όλα είναι πως οι επιλογές μας διαφέρουν και ποικίλλουν, άλλες φορές συγκλίνουν κι άλλες φορές ακόμη συγκρούονται, με αυτή τη παλλέτα καταστάσεων, διαδικασιών, συναισθημάτων και αλλαγών να υπερβαίνει τα όρια της κατανόησης μας.

Βέβαια αυτό το άλλοτε υπέροχο και άλλοτε καταστροφικό αμάγλμα της κοινωνικής και διαδραστικής ζωής όσο και να το θαυμάζουμε και όσο να το εκτιμούμε, είναι δύσκολο να προσφέρει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε. Σήμερα είναι μια τεχνητή μέρα, μια μέρα για το περιβάλλον και την άποψη και πιθανώς τη δράση. Μια μέρα περισυλλογής ίσως για το ρόλο της τεχνολογίας και της οικονομικής επιστήμης, μια μέρα για τη δημοκρατία και τον κοινωνικό διάλογο, μια μέρα για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το περιβάλλον μας το φυσικό και το ανθρώπινο. Μια μέρα ευθύνης ακόμη. Ίσως μια ημέρα ενημέρωσης, ακόμα και διαφωτισμού στη καλύτερη περίπτωση. Άμα είμαστε τυχεροί, μπορεί να είναι μια από εκείνες τις μέρες στην οποία δεν θα παγιδευτούμε μετανιωμένοι στις σκοτεινές μας σκέψεις και στις προκαταλήψεις μας, αλλά θα μπορέσουμε να πετύχουμε μια υπέρβαση. Ή μπορεί να είναι μια ακόμη συνηθισμένη μέρα, μια κουραστική ή μια διασκεδαστική μέρα, ευτυχής ή δυστυχής μέρα. Μια μέρα σαν τη προηγούμενη και σαν την επόμενη. Μια μέρα στην οποία θα συνεχίσουμε τη διαδρομή μας, τη πορεία μας, το ταξίδι μας. Μια μέρα σαν τις όλες, μια ακόμη μέρα που θα προσπαθήσουμε να κάνουμε αυτό που πάντα κάνουμε, να ζήσουμε εμείς και αυτοί που αγαπάμε, ελεύθερα και ευτυχισμένα. Το μόνο που μένει είναι να βρούμε τον τρόπο. Και να αποφασίσουμε. Καλή μας μέρα.

In
memoria di sognatori

Friday, October 12, 2007

Φωτογραφίες τα χαράματα

Είναι περίπου δύομιση τα ξημερώματα και έχω 'παγιδευτεί' στην Αθήνα, πάνω στο δώμα. Λογικά προλαβαίνω σχετικά εύκολα να είμαι πίσω Βάρκιζα σε λιγότερο από μια ώρα για να προλάβω να δω την ομαδάρα να παίζει κατά του μικρόψυχου Houston, αλλά βαριέμαι. Θα κάτσω εδώ να το δω και θα γυρίσω με τη συγκοινωνία το πρωί. Μαλακία που το κάνω αλλά φέτος μέχρι τώρα δεν έχει προκύψει τίποτα στη δουλεία στις τέσσερις τα ξημερώματα, αλλά βασικά βαριέμαι. Αυτός είναι ο μόνος και πραγματικός λόγος. Θα είχα φύγει πολύ νωρίτερα αλλά πάνω που ντυνόμουνα η τηλεοπτική έκφανση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (το MEGA χάνελε ντε...) αποφάσισε να με πιάσει από τα αρχίδια και να με αναγκάσει να δω το 51 State το οποίο θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερο, πράμα που σημαίνει πως πέρασα δύο χάλια ώρες πιστεύοντας πως βλέπω μια αρκούντως τηλεοπτικά καλή ταινία. Ε, και λίγο πριν τελειώσει η ταινία, με παίρνει τηλέφωνο ο αδερφός μου να μου πει για το μάτς. Η πλάκα είναι πως ήξερα για την τηλεοπτική μετάδοση του παιχνιδιού με τους Spurs, αλλά ειχά ξεχάσει πως θα παίζαμε πρώτα με τους Rockets. Όταν το μυαλό σου κάνει τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια να ντρέπεται για την ταπεινότητά της, ξέρεις πολύ καλά πως την έχεις βάψει.
Τις προάλλες ήμαστε μια παρέα εδώ και ως συνήθως υπήρχαν κάποιοι που ντρεπόντουσαν και δεν ήθελαν να φωτογραφηθούν, ή αλλιώς να είναι άλλη μια θολή εικόνα στις φωτογραφίες που τραβώ. Προσωπικά δεν πτοούμαι, γιατί γνωρίζω πολύ καλά πως σε κανά δύο αιώνες η τεχνική μου θα αναγνωρισθεί ως avant guarde και σαφώς αντιπροσωπευτική της γενιάς μου. Το μόνο πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι που φωτογραφίζω είναι σαν εκείνα τα γιαπωνέζικα αρκουδάκια που παίζουν drums και εμφανίζονται μονάχα σε ταινίες τρόμου - τα χέρια τους τεντώνονται αυτόματα και οι παλάμες τους ανοίγονται να καλύψουν το πιο πολύπλοκο τοπολογικά μέρος της ανθρώπινης ανατομίας, το πρόσωπο τους. Τώρα που το καλοσκέφτομαι θα το λανσάρω σαν μόδα, να φωτογραφίζω παλάμες μανιωδώς προσκολλημένες σε φοβισμένά μουτράκια, θα είναι τρέλλα! Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Πέρα από τη πλάκα όμως, τη ξέρω καλά αυτή τη ντροπή, γιατί την είχα κι εγώ κάποτε.
Πηγάζει από τη δεισιδαιμονία των ιθαγενών αμερικάνων, γνωστών ως ινδιάνων της αμερικής, των φυλών των Apache, των Navajo και των Cherokee(που πλέον τους θυμόμαστε από τα αντίστοιχα ελικόπτερα και αυτοκίνητα) και των υπολοίπων, που όπως λέγεται πίστευαν πως η φωτογραφική μηχανή αιχμαλώτιζει τη ψυχή του ανθρώπου. Και ως ένα βαθμό είχαν δίκιο. Άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός. Εν συνεχεία τρέφεται από τα απομεινάρια της εφηβικής μας ηλικίας που και την ανώριμη πεποίθηση πως και θα ζήσουμε για πάντα αλλά και μπορεί να πεθάνουμε και την επόμενη στιγμή, ρομαντικα κίνητρα που αναποφεύκτα οδηγούν στο περίφημο carpe diem. Οπότε δεν υπάρχει χρόνος για ψευδεπίγραφες χαράξεις σε κάποιο υλικό χρονολόγιο. Βέβαια υπάρχει και ο βασικός άξονας της κλασσικής ανασφάλειας που έχει ο καθένας μας για την εμφάνισή, το αιώνιο επιπόλαιο επιφανειακό ερώτημα, αλλά η φοβερή ειρωνεία είναι πως συνήθως αυτοί οι ντροπαλοί 'γράφουν΄πολύ καλύτερα στο φακό από τους υπόλοιπους τολμηρούς. Τώρα άμα το γνωρίζουν ή δεν το γνωρίζουν είναι άλλο ζήτημα το οποίο λίγη σημασία έχει. Περισσότερο σημασία έχει πως πολλές 'καλές' φωτογραφίες ποτέ δεν τραβήχτηκαν ελέω αυτής της ΄ντροπής'. Κάποιοι στιγμή θα μάθουν κι αυτοί....

Update: Η Πανάθα τον ήπιε γερά από το Houston. Είναι εφτά παρά τέταρτο. Βλέπω ντοκυμαντέρ στην ΕΤ1 για τον Δημήτρη Ραυτόπουλο και την Επιθεώρηση της Τέχνης. Την κάνω σε λίγη ώρα.

Thursday, October 11, 2007

Μια κρυφή ματιά στο ημερολόγιο ... του Matthew Nimitz

Dear diary, καλά τους τα έχωσα εκεί στα Βαλκάνια. Έ μα πια, με έχουν αποτρελάνει. Από τη μια είναι εκείνοι οι σκατογραικοί να απειλούν με βέτο. Πάω για διακοπές στο Athens, βέτο μου λένε. Παίρνω τηλέφωνο τη Ντόρα -που μου ρίχνει και καμιά εικοσαριά πόντους το φρικιό- να της πω μια καλημέρα, βέτο μου λέει. Βέτο έδω, βέτο εκεί, με έχουν πρήξει. Κι από την άλλη έχω εκείνους τους βλάχους που φτιάχνουν εκείνη τη σαλάτα, τη πως της λένε, να δίνουν το όνομα εκείνου του gay warlord στο αεροδρόμιο τους και να λένε μαλακίες στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Και σε ρωτάω dear diary, εγώ φταίω; Αφού την είδα την ταινία, είδα κι τους 300, για να δω πως είναι και η Sparta, για να έχω ένα μέτρο σύγκρισης. Ξέρω what the hell is going on. Και σε ρωτώ dear diary, who the fuck was Alexander the Great, and what is so great about him, 'cause it ain't his penis, I 've seen the freaking movie!

Νιώθω λίγο άβολα όμως, γιατί βγήκαν διάφοροι και με κατηγορούν πως είμαι δήθεν ανιστόρητος και ισοπεδωτικός, και δήθεν αυτά που λέω δεν διέεπονται από το διαλλακτικό πνεύμα της διπλωματίας. Και εγώ τι είπα δηλαδή, σιγά το πράμα. Πως ο Alexander the (what is so fucking) great (about him?) ήταν σφάχτης και νεποτιστής, και δεν διέδωσε τα δημοκρατικά ιδεώδη στην αναιμική του αυτοκρατορία. Κάτι σαν τon George Bush ρε παιδί μου. Αλλά πολύ κούραση σου λέω αγαπητό μου ημερολόγιο αυτοί οι πούστηδες οι Βαλκάνιοι, τόσο μάλιστα που αναπολώ the good old days που ρίχναμε τις βόμβες στα γαμώσπιτά τους. Τι αγαπητό μου diary; That was another country? Whatever αγαπητό μου ημερολόγιο, εγώ θυμάμαι τότε που ο Xavier Solana αράδιαζε τις μπούρδες περί collateral damage και βγαίνανε οι Σέρβοι με τους black&white κύκλους, όμορφες εποχές. Αλλά τίποτα αυτοί οι πούστηδες, pardon my French!!! Εμείς τους θέλουμε στη στοργική και τρυφερή αγκαλιά του ΝΑΤΟ και αυτοί αλληλοτσακώνονται σαν τους nigga's in the hood. Είπαμε divide and conquer, Panx Americana και τα λοιπά, αλλά όχι και έτσι ρε παιδί μου. Ειδικά αυτοί οι κάφροι οι γραικοί, που μου το παίζουν και ευρωπαίοι, δεν μπήκαν καν στο κόπο να λύσουν το θέμα την εποχή που ακόμα η Δήμητρα Παπαδοπούλου έγραφε επεισόδια για τους Απαράδεκτους. Αντιθέτως βγαίνανε στους δρόμους και κάνανε συλλαλητήρια και τώρα τα λούζομαι εγώ, γαμώ το Σαμαρά μου, γαμώ!
Ευτυχώς που οι Sugababes βγάλανε καινούριο δίσκο και έχω κάτι ευχάριστο να ασχολούμαι. Βέβαια αγαπητό μου diary έχω μια απορία. Άραγε μετά από 2000 πως θα μας θυμάται εμάς η ιστορία; Και γιατί βρίζω τόσο πολύ;

Monday, October 08, 2007

Η αποτίμηση της υπερτίμησης και άλλες περιπέτειες

(Ή γιατί η βαρεμάρα είναι για τη ψυχή ότι το μαλακτικό για τα μεταξωτά σώβρακα)

Με την ψυχολογική μου διάθεση να πλησιάζει στα όρια της κατατονικής βαρεμάρας, δεν έχω άλλη διέξοδο από το να προσπαθήσω να κάνω ένα απολογισμό της ετήσιας Νέμεσις μου, του φεστιβάλ κινηματογράφου της Αθήνας, όχι τίποτα άλλο, μπας και από την αναμνησιακή μου αυτή διαδρομή καταφέρω κι ανεβάσω τους σφυγμούς μου πάνω από τους 70. Για αρχή, θα παραθέσω τον ακόλουθο πίνακα με καθαρά προσωπικά κριτήρια, κάτι σαν άμα ήμουν ναυαγός σε ένα νησί και είχα μαζί μου μια τηλεόραση και ένα DVD-player (και ρεύμα για να μην ξεχνιόμαστε), ποιά ταινία θα έπαιρνα μαζί μου, με σειρά προτίμησης. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.



Ξέρω μερικούς κακαντρεχείς που θα με αφορίσουν στο πυρ το εξώτερο επειδή βάζω το ντοκυμαντέρ για το Joe Strummer πιο χαμηλά από το Ζοο, αλλά είναι σαφές πως οποιαδήποτε λίστα (αμάν με αυτή τη μανία.... μηδέν πολιτισμός!) δεν λέει τίποτα για τις ενδιάμεσες καταχωρήσεις της, παρά μονάχα για τη πρώτη και τη τελευταία. Τo πιο συναρπαστικό όμως είναι, πως ανατρέχοντας στο ατελείωτο πρόγραμμα του London Film Festival σε μια καταδικασμένη προσπάθεια να προτείνω μερικές ταινίες σε δύο οικονομικές και κοιννωικές μετανάστριες (το ξέρω, η ζωή μου είναι τραγική), το The Voyeurs αναφέρεται 'Master filmmaker Buddhadeb Dasgupta produces his most comic film so far'. Άξια προσοχής η σημειολογία, αφού η προτασούλα δεν υπαινίσεται πως η ταίνια είναι κωμωδία (που δεν είναι, ειδάλλως ο Groucho Marx και ο Buster Keaton δεν θα είχαν γεννηθεί ποτέ), ούτε πως είναι κορυφαία (που φυσικά και δεν είναι) . Μια πιο ειλικρινής και αποσαφηνιστική version θα ήταν το 'Semi-master, definitely overated filmaker Buddhadeb Dasgupta, bored out of his teeth, produces his worst movie so far, challenging your cultural tolerance'. Κάφρος. Εννοείται. Τέλος πάντων, προσωπικά δεν διακρίνω μεγάλες εκπλήξεις (δεν είναι φοβερό να σχολιάζεις τον εαυτό σου;), με εξαίρεση ίσως το Du Levande, το οποίο φαντάζει αδικημένο στην 6η θέση (ούτε μετάλλιο δεν παίρνει...). Βέβαια, αφήνοντας κατά μέρος τις ταινίες που είδα, πάντα μα πάντα υπάρχουν μερικές που ήθελα, ή εκ των υστέρων θέλω να δω, αλλά ποτέ δεν καταφέρα να δω σε ένα φεστιβάλ, εξαιτίας απρόσμενων καταστάσεων, διαβολικών συμπτώσεων και παραδεισένιων περιορισμών. Φέτος, αυτές ήταν το Naissance des Pieuvres, Slice, The Waitress, The Band's Visit (κι ας με ξενίζουν τέτοιες τεχνητές σεναριακές υποθέσεις....), το Sigur Ross: Heima (γαμώ τα sold-out μου μέσα, γιατί Λουκά μου διαλύθηκαν οι Godspeed You Black Emperor, ε; γιατί;) και φυσικά το Supervixens, για το οποίο ακόμα περιμένω ανεξάρτητο και αντικειμενικότατο review από τον γνωστό άγνωστο προσκυνητή του Γιασικεβίτσιους....




Φυσικά όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν σύνοψη ή αποτίμηση του φεστιβάλ (aka οι έντεκα μέρες εθελούσιου μαρτυρίου). Τα υπόλοιπα μπορεί και να είναι. Αυτό μάλλον που θα θυμάμαι είναι η για μια ακόμη φορά κακή μου οργάνωση, το ατυχές αφιέρωμα στο Grindhouse, το σχεδόν ατυχές αφιέρωμα στον Dasgupta (ε, σε σύγκριση με παλαιότερα αφιερώματα σε σύγχρονους κινηματογραφιστές υστερεί αρκετά), η μεγάλη απουσία του ασιατικού κινηματογράφου, οι μερικές κακές θέσεις οι οποίες μου κληρώθηκαν (ο λαιμός μου είναι ακόμα πιασμένος), η άγνοια μου για τις 'δημοσιογραφικές' προβολές (μα καλά ποιός σκέφθηκε αυτό τον ατυχέστατο όρο;), ένα περίεργο ζευγάρι το οποίο φοβόταν να κρατήσει το καφέ μου για 10 δευτερόλεπτα ώστε να κάνω το salte mortalle στη σειρά μου (...), και οι υπερφιλόδοξες απαιτήσεις μου από το πρόγραμμα. Διοτί εγώ ναι μεν ήθελα ταινίες με αρχίδια (αν και έχω καταπιαστεί λίγο με τον ορισμό, θα ασχοληθώ πιο ενδελεχώς και με παραδείγματα σε μια μελλοντικό ακόμα πιο βαριεστημένο post), αλλά φυσικά δεν μπορούν να είναι όλες έτσι. Ευτυχώς υπήρξε μια, κι αυτό δείχνει να είναι αρκετό. Η αλήθεια να λέγεται, από πέρσι οπότε είχα την ίδια συμπτωματολογία, υπήρξαν ελαφρώς περισσότερες ταινίες αυτού του είδους, όπως το Blue Spring (με το soundtrack του να με στοιχειώνει ακόμη), το La Niebla En Las Palmeras, Tzameti 13, Madeinusa, το Das Leben der Anderen (το οποίο είδα άλλες δύο φορές μετά το φεστιβάλ!) και φυσικά το Wild Tigers I Have Known. Κάποιες από αυτές κατάλαβα πως μου αρέσαν ιδιαίτερα πολύ καιρό μετά το φεστιβάλ, και φαντάζομαι το ίδιο θα συμβεί και φέτος με μερικές εκ του πίνακος καταχωρήσεις (πρώτη υποψηφιότητα το Pas Douce), αλλά ως τότε θα πρέπει να περιμένω. Ωωωω, τι κρίμα! Τέλος, κάτι τελευταίο (υπερθεματίζω από τα δέκα μου) που θα ήθελα να προσθέσω κύριε πρόεδρε σε αυτή τη πενιχρή κατάθεση σινεφιλικής ψυχής, είναι η απουσία άδειων αιθουσών. Πάνε οι εποχές που βλέπαμε το πολύ σαράντα, πενήντα άτομα παρεξηγημένες ταινίες στις πεντέμησι το απόγευμα ή στις δύο τα ξημερώματα. Αλησμόνητα χρόνια.

Υ.Γ. Το post διαβάζεται καλύτερα ακούγωντας το 'Brandeburg' από τους Beirut. Τουλάχιστον έτσι κάνετε και κάτι χρήσιμο.


Μια κρυφή ματιά στο ημερολόγιο ... του Jack Daniel's

Αγαπητό ημερολόγιο, βαριέμαι πολύ. Πάνε χρόνια που έχω φύγει από εκείνη τη μάταια ζωή, αλλά ακόμη εκείνα τα ρεμάλια οι εργάτες μου στα αποστακτήρια μαλακίζονται χωρίς τέλος. Κάθονται με τις ώρες οι παλιορεμπεσκέδες και παίζουνε εκείνο το χαζοπαίχνιδο με τις τάπες των βαρελιών, δήθεν μέχρι να ωριμάσει το σάπιο bourbon (Tennessee whiskey το λένε οι ζώντες ειδήμονες) που φέρει το θρυλικό μου όνομα. Έ ρε και άμα ζούσα αγαπητό μου ημερολόγιο, θα κατέβαινα και θα τους τα έλεγα ένα χεράκι που αφήνουν τις ώρες να περνούν έτσι. Βέβαια θα τους απέλυα, αλλά πρώτα θα τους παρέδιδα ένα full πρόγραμμα σοφιστείας περί των αρετών της ζωής και πως να την εξαντλείς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο,για το πως να πονάς, πως να γλεντάς και πως να αγαπάς. Μετά θα τους έπρηζα τα αρχίδια να φύγουν από το καταραμένο το Lynchberg στο οποίο εγώ έφαγα τα καλύτερά μου χρόνια, δηλαδή όλα, και να πηγαίνανε προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα, νότια, βόρεια, δυτικά, ανατολικά, να δούνε μέρη που δεν έχουν ματαδεί, να γεμίσουν το τσουβαλάκι τους εμπειρίες και όμορφες αναμνήσεις. Αλλά δεν βαριέσαι. Μαλάκες γεννηθήκανε, μαλάκες θα πεθάνουν. Και να σκεφτείς πως εγώ ψόφησα επειδή δεν μπορούσα να θυμηθώ τον κωδικό στο χρηματοκιβώτιο μου και το κλώτσησα. Αγαπητό μου ημερολόγιο, έχω όμως μια απορία. Γιατί είναι τόσο σκοτεινά εδώ;


Υ.Γ. Τα fonts του Jack Daniel's είναι από τα λίγα ψηφιακά μυστήρια που δεν έχει λύσει ακόμα το Internet.

Friday, October 05, 2007

Βέρντερ Βρέμης - Ολυμπιακός: 1-3

Φαντασθείτε πως ασχολείστε με την κηπουρική, και έχετε με κόπο και μόχθο φτιάξει έναν υπέροχο ανθόκηπο. Ένταξει δεν είναι δα και κάτι φοβερό, έχει μερικές γαρδένιες, κάποια τριαντάφυλλα, μερικά κρίνα και πάρα πολλές εποχιακές μαργαρίτες. Αλλά είναι ο δικός σας ανθόκηπος και τέλος πάντων είστε υπερήφανος για το αποτέλεσμα και θέλετε να το δείξετε σε γνωστούς και ξένους να τον χαρούν κι αυτοί. Φανταστείτε λοιπόν τώρα πως έρχεται ένας μαλάκας και σας κατουράει τον ανθόκηπο. Τι τον κάνετε;
Για δύο βασικούς λόγους, πρώτον επειδή δουλεύω σε ξενοδοχείο, και δεύτερον επειδή δεν ξέρω να οδηγώ, έρχομαι συχνά σε επαφή με τη κίτρινη φυλή των επαγγελματιών οδηγών ταξί, ή πιο λαϊκά ταξιτζήδων. Γνωστοί κι ως ταρίφες. Η αθηναϊκή πραγματικότητα γύρω από το εν λόγω επάγγελμα είναι δυστυχώς χαρακτηριστική της προχειρότητας του αστικού συγκοινωνιακού σχεδιασμού, αφού αντί το ταξί να είναι έκτακτο μέσο μετακίνησης πολυτελείας όπως είναι στις υπόλοιπες οργανωμένες χώρες, αποτελεί στην ουσία βασικό κορμό των συγκοινωνιακών αναγκών της πολής. Αυτό δυσχεραίνει το ήδη δύσκολο επάγγελμα (δύσκολες ώρες, κούραση, αυξημένος κίνδυνος αντιμετώπισης εγκληματικών στοιχείων, υψηλό οικονομικό ρίσκο), αφού διατηρεί το κόμιστρο σε γελοιωδώς χαμηλά επίπεδα και τις άδειες σε δυσανάλογα ύψη. Το χειρότερο όμως υποπροϊόν αυτής της πραγματικότητας είναι το επίπεδο της συνολικά παρεχόμενης υπηρεσίας.
Για να γίνω πιο σαφής, τελείως μεροληπτικά και προκατηλλειμένα, θα πω πως ο κλάδος των οδηγών ταξί είναι από τους πιο αντι-επαγγελματικούς και ανεξέλεκτους κλάδους που υπάρχουν στην Αθήνα με τουλάχιστον το ένα τρίτο εξ' αυτών να είναι κλέφτες και απατεώνες. Είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο στη δουλειά μου να υποδέχομαι πελάτες οι οποίοι υπερχρεωθήκανε από ταξί (ειδικά προερχόμενοι από το αεροδρόμιο) χωρίς φυσικά ποτέ να λάβουν μηχανογραφημένη απόδειξη, ενώ στο μνημονικό μου έχω άπειρες ανέκδοτες ιστορίες με κορυφαίες ατάκες ταξιτζήδων προσπαθώντας κουτοπόνηρα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Είναι επίσης πολύ συχνό οι εταιρείες ραδιο-ταξί να εκμεταλλεύονται ένα αστείο προεδρικό διάταγμα και να βαφτίζουν 'προμισθωμένες' (5 ευρωκοτοπουλάκια) απλές κλήσεις (1,60 ευρώ αν θυμάμαι καλά). Όπως επίσης είναι τραγικά συχνό να μπαίνεις σε ταξί και είτε να μην υπάρχει τιμοκατάλογος, είτε αυτός να είναι τελείως (και επίτηδες) ξεθωριασμένος, για να μην μιλήσουμε φυσικά για την γενικότερη καθαριότητα μεγάλου ποσοστού των αυτοκινήτων. Και άμα θέλετε να θαυμάσετε τον ελληνικό εκσυγχρονισμό, κάντε μια βόλτα από το λιμάνι του Πειραιά για να γελάσετε, ή να κλάψετε, με μια κατάσταση που είναι πασίγνωστη σε όλους τους αρμόδιους φορείς (δήμος, αστυνομία, τροχαία, ΣΑΤΑ κλπ.). Τέλος, μια απλή κουβέντα να αρχίσετε με έναν οποιοδήποτε ταξιτζή, θα καταλάβετε το κοινό μυστικό, πως οι τουρίστες είναι τα εύκολα θύματα στη καθημερινή μάχη για το μεροκάματο. Δυστυχώς, όπως είναι εύκολα αντιληπτό, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα, συνθέτουν μια νοσηρή και τριτοκοσμική κατάσταση των ταξί η οποία είναι φοβερά ζημιογόνα και δυσφημιστική όχι μόνο για τον κλαδο τον ίδιο, αλλά και για τον ελληνικό τουρισμό εν γένει, και ακόμα ειδικότερα για την Αθήνα που αποσκοπεί την αναβάθμιση της σε city break προορισμό, σκορπώντας στους πέντε ανέμους προσπάθειες χιλιάδων επαγγελματιών που αποσκοπούν στην αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Νομοθετικά πλαίσια για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ζητημάτων υπάρχουν φυσικά, αλλά επουδενί δεν αποτελεί λύση η διαρκής αστυνόμευση και ο φόβος του χωροφύλακα (αν και με το νέο ΚΟΚ όλοι, μα όλοι, οι αυτοκινηστές έχουν χεστεί πάνω τους). Αυτό που με προβληματίζει εμένα, είναι γιατί η πλειοψηφία (και ελπίζω να είναι πλειοψηφία) των επαγγελματιών οδηγών ταξί δεν αποβάλλουν τα μιάσματα που διατηρούν τη κακοφημία του κλάδου και δημιουργούν τόσα προβλήματα. Γιατί δηλαδή δεν θεσμοθετεί έναν κανονισμό και μια νοοτροπία αυτοελέγχου, και κυριότερα γιατί δεν επικρατούν οι επιθυμίες και οι απαιτήσεις αυτής της πλειοψηφίας η οποία καθημερινά πληγώνεται και στερείται μεγάλου μέρους των εσόδων της. Που και που ακούμε για αφαίρεση πινακίδων από τη τροχαία και τα λοιπά, αλλά δεν έχω ακούσει ποτέ τον ΣΑΤΑ να διαγράφει μαζικά μέλη που παρανομούν και αισχροκερδούν συστηματικά. Αντιθέτως, ήταν ενάντια στην εισαγωγή της ταμειακής λόγω δήθεν του υψηλού κόστους κτήσης, ενώ όταν απαιτεί αύξηση του κομίστρου, αυτή είναι πολύ μικρή -ελαφρώς μεγαλύτερη του τρέχοντος πληθωρισμού- και πάντα στο πλαίσιο υπόγειων συμφωνιών με την εκάστοτε κυβέρνηση για περιορισμό του πολιτικού κόστους, διατηρώντας συγχρόνως τις κρυφές και αδικαιολόγητες χρεώσεις (βλέπε αποσκευές και τα λοιπά). Μερίδιο ευθύνης βέβαια έχει και ο άμεσα συνεργαζόμενος κλάδος, δηλαδή τα ξενοδοχεία, με πολλά εξ' αυτών, ιδιαίτερα τα μεγάλα, να διατηρούν τη πελατειακή μιζαδόρικη σχέση προς τέρψιν των υπαλλήλων υποδοχής, με τους μεν ταξιτζήδες εν έτει 2007 να κάνουν ακόμα τα καμάκια, και τους μεν ξενοδοχοϋπαλλήλους να κανονίζουν υπερκοστολογημένες κούρσες με κλειστό το ταξίμετρο.
Πως διορθώνεται αυτή η κατάσταση; Ευτυχώς υπάρχουν ήδη ανάλογες διαθέσεις τόσο από μεμονωμένους οδηγούς, όσο και από τις εταιρείες ραδιοταξί για αναβάθμιση των υπηρεσιών και τιμιότερη αντιμετώπιση και φιλικότερη εξυπηρέτηση των επιβατών, αλλά αναγκαστικά χρειάζεται κάτι πιο ρηξικέλευθο. Πέρα από την απαραίτητη αλλαγή νοοτροπίας και ενός πλαισίου εκπαίδευσης και σοφρονισμού από το αντίστοιχο συνδικαλιστικό όργανο, νομίζω πως είναι απαραίτητο από τη μια να υπάρξει μια ριζική αύξηση του κομίστρου της τάξεως του 40% (με κατάργηση κάποιων γελοίων και αδιευκρίνηστων επιπλέον χρεώσεων), και παράλληλα δρακόντεια μεταχείριση των αετονύχηδων τόσο από το ΣΑΤΑ όσο φυσικά και από τη τροχαία. Δε δουλεύει η ταμειακή και έχεις αναμένο καπέλο; Δύο μήνες τις πινακίδες. Ο τιμοκατάλογος δεν είναι ευκρινής; Δύο μήνες τις πινακίδες. Δεν εξέδωσες μηχανογραφημένη απόδειξη; Δύο μήνες τις πινακίδες και πρόστιμο στο δεκαπλάσιο της κούρσας. Δεύτερη φορά που παρανομείς; Αφαίρεση επαγγελματικής άδειας για πάντα. Στο ίδιο πλαίσιο, είναι απαραίτητη η θεσμοθέτηση από τον ΣΑΤΑ μια ανοιχτής γραμμής καταγγελιών από τους καταναλωτές ώστε να υπάρχει εποπτεία και πραγματική αντίληψη των προβλημάτων, και αντίστοιχα να υπάρξει ενημερωτική εκστρατεία για τα δικαιώματα των επιβατών καθώς και την υποχρεωτική (και όχι προαιρετική όπως ισχύει τώρα) έκδοσης απόδειξης. Ανάλογα μέτρα υπάρχουν και είναι δυνατόν να επινοηθούν φυσικά κι ακόμη περισσότερα, όμως αυτό που τυγχάνει πρωταρχικής σημασίας είναι να αντιληφθούν οι νόμιμοι και σωστοί επαγγελματίες πως από αυτούς θα εξαρτηθεί η επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας υπερκάμπτοντας τα όποια μικροπολιτικά και μικροσυνδικαλιστικά συμφέροντα μπορεί να υπάρχουν.

Και μετά ξυπνήσαμε.

Αδιάφορα ζητήματα

Θυμάμαι τις πρόσφατες ένδοξες μέρες που ο κρατικός μηχανισμός και ο κοινωνικός ωχαδερφισμός είχαν σώσει την αρχαία ολυμπία, όταν οι μουσουλμάνοι της Αθήνας με πάσα ειλικρίενια είχαν κατέβει σε έναν από τους πρόχειρα, και κατά το νόμο παράνομους, θρησκευτικούς τους τόπους και είχαν προσευχηθεί στο θεό τους για να βρέξει και έτσι να σταματήσουν οι πυρκαγιές. Φυσικά και ως γνωστόν, οι προσευχές τους δεν έπιασαν τόπο, πιστοποιώντας για μια ακόμη φορά πως άγνωσται αι βουλαί του κυρίου, για όποιο κύριο και να μιλάμε. Ακόμα πιο άγνωσται φυσικά αι βουλαί των ανθρώπων.
Για κάποιο λόγο, πολύ μεγάλο θέμα σήμερα ήταν ο γιός στελέχους του Συνασπισμού που συννελήφθη για την ληστεία της Εθνικής στο Γκύζη, και η μή αποκάλυψη του ονόματός του. Προσωπικά βαριέμαι να ανατρέχω στους λαθύρινθους της ελληνικής νομοθεσίας για να λάβω γνώση των διαδικασιών μιας προανάκρισης, αλλά αναρωτιέμαι γιατί αυτό είναι τόσο φοβερό ζήτημα. Διότι άμα παραβιάζονται τα προσωπικά του δικαιώματα, α) δεν θα είναι δα και κάτι πρωτότυπο, β) ας μην έκανε τη ληστεία. Άμα τώρα χαίρει ιδιαίτερης μεταχείρισης επειδή είναι συγγενής πολιτικού, α) δεν θα είναι δα και κάτι πρωτότυπο, β) για το παιδί μου κι εγώ θα έκανα τα πάντα, και να πάνε να γαμηθούν οι νόμοι. Αναγκαστικά πολιτικές προεκτάσεις υπάρχουν, με την Απογευματινή να θριαμβολογεί και τον Αλαβάνο να λέει πως είναι δυσκολότερο να είναι κανείς πατέρας από το να είναι αρχηγός κόμματος. Και ακόμα δυσκολότερο να είναι κανείς υπεύθυνος και σοβαρός θα προσθέσω εγώ. Συγχρόνως είχαμε και ένα ψιλο-αυθαιρετούλι του Σουφλιά, λες και είναι ο πρώτος Έλληνας που χτίζει εξοχικό ή ο πρώτος που βασανίζεται από τις πολεοδομίες ή ο πρώτος που βρίσκεται αυθαίρετος. Καθόλου περίεργα για την ελληνική πραγματικότητα και αντίληψη του δημόσιου βίου, αυτό θεωρείται πολύ πιο σημαντικό από την εμμονή του για την εμπορική αξιοποίηση του αεροδρομίου του Ελληνικού, παρόλο τις τοπικές πρωτοβουλίες και τη πιθανή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για μητροπολιτικό πάρκο.
Φυσικά πρώτη είδηση παραμένει, ακλόνητα και σταθερά, ποιός βάζει τρικλοποδιές σε ποιόν στη Χ. Τρικούπη για τη προεδρία και όχι μόνο, με τη Διαμαντοπούλου στο ρόλο της Ιφιγένειας της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Τι αηδία ρε Λουκά Βύντρα μου, δεν έχεις ιδέα. Δε λέω, στην αρχή το είχαμε λίγο στη πλάκα, αλλά άμα κοιτάξεις με προσοχή Λουκά μου, θα δεις τα πασόκια τρομαγμένα και μόνα, πισώπλατα μαχαιρωμένα από τα μίντια που κάνουν τεμενάδες να βγουν κι άλλοι πόλοι, να πέσουνε κι άλλοι καφέδες, γενικώς κάθε μέρα να γίνεται της πουτάνας στο κόμα για να κονομάνε οι κουφάλες. Την έριδα πολλοί την εμίσησαν, τα φράγκα ουδείς.
Στα παραλειπόμενα είναι τα επεισόδια στη Βιρμανία (πάνε οι εποχές που οι Σουηδοί φωνάζανε 'Ντόστε μας όπλα' στις αντιχουντικές διαδηλώσεις) και οι ποδοσφαιρικές επιτυχίες. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε δηλαδή, όσο ο δημόσιος βούρκος στον οποίο ζούμε και περιφερόμαστε γίνεται όλοένα και πιο βαθύς. Είναι άραγε τα πράματα τόσο χάλια; Εξαρτάται πως τα βλέπεις Cate (Blanchett - άλλη προσωπική μου θεά) μου. Άμα είσαι καλός νομιμόφρονων αστός δικαιούσαι εύκολα ένα μικρό κομματάκι γκρίνιας, έτσι για να νομίζεις πως κάνεις τη πνευματική σου αντίσταση, και παραμένεις άμεμπτος και ηθικός απέναντι στις αξίες σου ενώ τριγύρω σου όλοι είναι σκατάδες. Άμα τώρα δεν την πολυπαλεύεις οικονομικά και ταξικά, ε .... έχεις φάει πούτσο, αλλά τουλάχιστον μπορείς να διασκεδάζεις, αναφαίρετο ελληνικό δικαίωμα από το καιρό της τουρκοκρατίας. Βλέπεις Cate μου, τώρα που τελειώνει και η σαιζόν (όπως λέμε σαιζ-λόνγκ), και οι ουρές στο ΟΑΕΔ θα γεμίσουν από εποχιακούς, λίγες θα είναι οι κουβέντες για την προστασία του περιβάλλοντος και το 5% του ΑΕΠ για τη παιδεία. Φυσικά, είναι πάρα πολύ εύκολο να μιλώ εγώ για μισθολογική υποδούλωση....
Αναρωτιέμαι λοιπόν αν με εύθυμη διάθεση θα πρέπει να ρίξω ποτάμια δακρύων για την αποπομπή των ιδεολογικών ηρώων των λαϊκών αγώνων της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας, του πραίτορα των χάικου Βύρωνα Πολύδωρα και της λαίδης, δούκισσας, κόμισσας και tre chic Μαριέττας πρώην Κουτσίκου νυν Γιαννάκου, κι αν ακόμη θα πρέπει, μαζί με ένα πλήθος ειδημόνων, να αναρωτηθώ ποιός είναι αυτός ο τέταρτος πόλος, ο Τζιώτης. Φυσικά δεν θα πρέπει να παραλείψω να συγχαρώ τον κ. Πλεύρη για την είσοδο του στο Ναό της Δημοκρατίας (έτσι αναφέρει τη βουλή ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ.), όπως επίσης και να παρακαλέσω και να προτείνω στη μεγάλη καλλιτεχνική σκηνή του Γκάζι (ή μήπως Γκαζίου;) να φιλοτεχνήσουν το άγαλμα της φερέλπις κλαίουσας βουλευτού Έφης Σαρρή. Συγχρόνως φυσικά, θα πάρω τηλέφωνα μερικούς φίλους μου, κι κάποιες άλλες ταλαίπωρες ψυχές, να περάσουμε από τας αρμόδιας υπηρεσίας και κάποιες (όχι για πολύ) ανεξάρτητες αρχές, και να πάρουμε τις δικογραφίες για τα ομόλογα, τις υποκλοπές, τους πακιστανούς, τις αμυντικές δαπάνες, το καρτέλ του γάλακτος, το παραδικαστικό, το χρηματιστήριο, τους διαγωνισμούς του δημοσίου για τους ολυμπιακούς αγώνες και την ασφάλειά τους, και μερικά ακόμη ξενέρωτα ζητήματα, και να πάμε να τις ανακυκλώσουμε σαν καλοί περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένοι πολίτες. Αργότερα θα ακολουθήσει μονοσυγκροτηματικό φεστιβάλ μετά βουβής διαμαρτυρίας με εμπριμέ κάλτσες. Θα σερβίρεται παστίτσιο ευγενική χορηγία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Από την άλλη φυσικά, καταλαβαίνω πως λίγο με απασχολούν αυτά. Είμαστε μια κοινωνία ιδιωτών, δεν ήμαστε πάντα, αλλά τώρα σίγουρα είμαστε, κι όλοι κάνουμε αυτό που θεωρούμε καλύτερο. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Απλά.

Wednesday, October 03, 2007

Λαζόπουλος for President!!!

Δεν το πήρανε πολλοί χαμπάρι, αλλά ο Ψαριανός έγινε βουλευτής. Υπάρχει δηλαδή μια πνευματική ανάταση στα έδρανα της βουλής με τον ελ λόγω ραδιοφωνικό βωμολόχο (ξυπνάει ο συντηρητικός χριστιανοχουντιάρης μέσα μου), αλλά πραγματικά αναρωτιέμαι με τι λογική κατέβηκε και με τι λογική θα καθήσει στα έδρανα. Άραγε τι θα πει μόλις ανέβει κι αυτός στο βάθρο; Διότι καλά ασχοληθήκαμε μαζί του όταν ετέθη το αυτονόητο, να τα λέει δηλαδή όπως γουστάρει στο ραδιόφωνο, αλλά μόλις αρχίσει να μιλάει στη βουλή, μήπως, λέω μήπως, θα αυτολογοκριθεί ο αντιπροσωπευτικότερος της εντολής του κυρίαρχου λαού σεβόμενος τις δημοκρατικές διαδικασίες; Ή μήπως σαν άλλος Richard Pryor θα εκτοξεύει βρισιές και προσβολές δεξιά ζερβά υπερασπιζόμενος την ελευθερία του, στέλνοντας τον κανονισμό της βουλής στα σκουπίδια και τον Σιούφα στο ψυχιατρείο; Δεν γνωρίζω και δεν με απασχολεί (καλά εντάξει, θα ψιλογούσταρα το δεύτερο, αλλά λογικά μάλλον θα γίνει το πρώτο), απλά με προβληματίζουν άνθρωποι οι οποίοι τυγχάνουν μιας κάποιας αναγνωρισιμότητας χάρη στην εργασία τους, πολλές φορές διαπρέποντας, και ύστερα αναλαμβάνουν θεσμικούς και δημόσιους ρόλους χάρη σε αυτή την αναγνωρισιμότητα και μόνο. Δηλαδή, μια φορά θα ήθελα να δω ένα σκουπιδιάρη ή ένα νεκροθάφτη να έκλεγεται, μπας και έχουν κάτι διαφορετικό να πουν και να προσφέρουν. Παρόλα αυτά, θα ήθελα στο ίδιο πνεύμα του κυριαρχούντους εκλογικού ίματζ-μέικινγκ, και παρατηρώντας με προσοχή τις φετινές εκλογικές αποτυχίες (Εφάκι, Βούρος, Λιάγκας, Λέανδρος) και επιτυχίες (Ψαριανός, Καζάκος και λοιποί ψαγμένοι), να προτείνω τις επόμενες σελέμπριτυ υποψηφιότητες:

- Πιτσιρίκος. Αφού οι μπλόγκερς κάνανε ένα σωρό διαμαρτυρίες, πετύχανε πέντε έξι αστικές επαναστάσεις μέσα σε 2 χρόνια και δουλεύουν σκληρά στο να αλλάξει φορά η περιστροφή ης γης, ήρθε επιτέλους η στιγμή να έχουν τον πατριάρχη τους εντός των εδράνων. Βέβαια για να μην απομυθοποιηθεί η ταυτότητά του θα εμφανίζεται μονάχα με χάρτινη σακούλα, ενώ θα ορκισθεί σε κάποιο βιβλίο του Chomsky.
- Φώφη Γεννηματά. Άμα υπάρχει ακόμα κόλλημα, υπάρχουν πάντα τα σύκα και τα δαμάσκηνα...
- Ηλίας Ψινάκης. Είναι ξεφτίλα να έχουμε 300 βουλευτές και ούτε μια λούγκρα. Αίσχος! Ξενέρωτοι...
- Καλούσης. Ναι, ναι, τον Καλούση. Ξέρετε πόσοι από εμάς έχουμε μεζούρες και μετράμε ρωσίδες; Λευτεριά στον εναλλακτικό ερωτισμό!
- Γκόντζος και Τσουκαλάς. Η μισή χώρα τρέχει πίσω από σώβρακα και φανέλες, είναι δυνατόν να αντέξουμε μονάχα με τη μεγάλη κουμουνοβαζελομάνα Κανέλλη και τον ξανθό; Φέρτε τις γνήσιες οπαδικές φωνές των δύο αιωνίων να έχουμε κάθε μέρα ντέρμπι!!!
- Παύλος Παυλίδης. Αφού στη μουσική το παιδί δεν τα καταφέρνει, ίσως θα ήταν καλύτερα να είχαμε μια ψωρο-ροκό ανανέωση στους 'τραγουδιστές' της βουλής, όχι τίποτα άλλο δηλαδή, να ασχοληθούν λίγο με και τη πολιτική οι ανήλικες. Στο ίδιο πνεύμα φυσικά μπορούμε να έχουμε και τον Παπακαλιάτη...
- Έλλη Στάη. Είναι καιρός τα πιο υπέροχα τηλεοπτικά μάτια να μπουν στη Βουλή πριν αυτά γίνουν σταφίδες...
- Φασιανός. Και με το ΚΚΕ να κατέβει, όλο το Κολωνάκι θα τον ψηφίσει. Εγγυημένα πράματα.
- Νίκος Γκάλης. Think about it, think about it....
- Εσύ. Εσύ που διαβάζεις, γιατί άμα θεωρείς τον εαυτό σου μικρότερο από αυτούς που είναι ήδη μέσα, ε τότε είσαι και πολύ βλάκας. Για να μην αρχίζω να σε βρίζω όπως κάνει αυτός ο αριστοφανικός ο Ψαριανός....

Δεχόμεθα επιπλέον προτάσεις.

Υ.Γ. Καλή τύχη κ. Ψαριανέ, θα τη χρειαστείτε, και μακάρι να μην γίνετε ποτέ πολιτικός!

Monday, October 01, 2007

2007 - Day 11

Τώρα μάλιστα. Κάτσε εσύ να γράψεις μια μέρα μετά για τη τελευταία μέρα του φεστιβάλ. Όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν είχε και τίποτα φοβερές συγκινήσεις, αλλά τουλάχιστον αυτές οι έντεκα φοβερές μέρες τελειώσαν εκεί που αρχίσανε, δηλαδή στο Δαναό, χάρη στις σαφέστατα περιορισμένες επιλογές του προγράμματος.
Με πλήρη διαίσθηση της κατάστασής μου (υπνοβατούσα ή απλά κοιμόμουνα στεγνά στη δουλειά) πήρα επίτηδες εισιτήριο για τον εξώστη και έκατσα να κοιμηθώ όση ώρα έπαιζε η επετειακή κόπια του 'Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι'. Στην αρχή φοβόμουνα πως δεν θα έπαιρνε ο ύπνος, αλλά τελικά κατάφερα και έχασα αρκετές σκηνές του κλασσικού παραμυθιού, διατηρώντας έτσι στο έπακρον την απορία μου για το πως συνδέονται οι απότομες αφηγηματικές αλλαγές όπως επίσης και η σαφής εντύπωση μου για την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα της Χιονάτης. Συγχρόνως όμως είδα με ευχαρίστηση ένα τσούρμο γονιών και παιδιών, διαπιστώνοντας πως μετά από 70 χρόνια δεν έχει βρεθεί ακόμα μια ομάδα ανθρώπων να κάτσει να φτιάξει ένα όμορφο (με όλη τη σημασία της λέξης) cartoon, παραμύθι, animation ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, το οποίο να αρμόζει για παιδιά αυτής της ηλικίας. Τέλος πάντων, εγώ μια φορά την ευχαριστήθηκα την ταινία με το δικό μου ξεχωριστό τρόπο, όπως φαντάζομαι και πέντε-έξι παιδόφιλοι που θα είχαν μαζευτεί ελέω της περίστασης. Αργότερα στο διάλλειμα είχαμε τις κλασσικές κουβέντες, δηλαδή για τη φοβερή μυρωδιά του βουτύρου, τη μυστική συνταγή της μηλόπιτας, αλλά και τη συγκλονιστική διαπίστωση πως οι λεγόμενες 'δημοσιογραφικές' προβολές ήταν ανοιχτές για το κοινό. Καλά ρε πούστη, άμα μπορεί ο καθείς να πάει να τις δει, γιατί λέγονται δημοσιογραφικές και όχι πρωινές, ή μεσημεριανές ή και εγώ δεν ξέρω τι; Το κερατό μου...
Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν, έκατσα στη καλύτερη θέση του κινηματογράφου (Α1 παρακαλώ...) για να δω το Death at a Funeral, μια αναπάντεχα καλή αγγλική μαύρη κωμωδία. Ένα μπουκαλάκι με παραισθησιογόνα χάπια, ένας αιφνίδιος εκβιασμός από ένα νάνο, ένας βιαστικός ιερέας, και μια ελαφριά δερματική αλλεργία μεταξύ πολλών άλλων, συνθέτουν με ευφάνταστο τρόπο μια όμορφα ενορχηστρωμένη κωμωδία η οποία δεν εξαντλείται σε κάποιο σημείο, αλλά προοδευτικά και ρυθμικά χαρίζει τόνους γέλιου καθώς οι κωμικές καταστάσεις περιπλέκονται ολοένα και περισσότερο. Το Death at a Funeral είναι ένα κλασσικό παράδειγμα της χαρισματικής ικανότητας της βρεττανικής σεναριογραφίας και κινηματογραφίας, να φτιάχνει μια πάρα πολύ αστεία (και συγχρόνως ανούσια βέβαια) κωμωδία καταστάσεων με παρά ελάχιστα μέσα και χωρίς ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον της ή το ρυθμό της. Το φλεγματικό humour δίνει και παίρνει τόσο στους διαλόγους αλλά και κυρίως στις καταστάσεις (με την συνεχόμενη κατά λάθος χορήγηση των ναρκωτικών να αποτελεί το διαρκές ανατρεπικό τέχνασμα), χωρίς να ευτελίζεται καθόλου, αλλά αντιθέτως κινούμενο πάντα σε καλαίσθητα και ιδιαιτέρως αστεία επίπεδα. Μπορεί κάποιον να το φοβίζει στην αρχή το θέμα, αλλά ο Oz και ο Dean Craig με σιγουριά και απαράμιλλη τεχνική αποσυνθέτουν πλήρως τις όποιους ενδοισμούς και παραδίδουν μια κωμωδία στην οποία ο Peter Sellers θα ήλπιζε να είχε παίξει.
Strangely enough, my 2007 film festival experience ended pretty much the way it had started last year, with an American claustrophobic thriller. Last year it was Dark Water, this year me and S. watched Joshua, the gripping and creepy tale of a ten year old boy terrorising his own family. The film is well directed and very promising, spooking it's audience very effectively, making you think that this should be a welcoming sequel to Rosemary's Baby (from which it borrows a good number of elements to synthesize the character of the mother, and the evangelist absurdity of the mother in law). In fact, there are times when you cannot just idly stare at it, simply because what is going on is so much out of order and scary as far as the main character is concerned, despite it being pretty clear from the beginning that Joshua is exceptional odd and malevolent. Ratliff manages to control and maintain himself for a considerable amount of time, disorienting us not only with what Joshua's motives might be, but also with harbouring issues his mother (mainly) and his father have in their apparently happy and successful marriage. Unfortunately, about three quarters into the movie, the structure and the tension build-up start to falter and collapse disappointing you, especially with the unnecessary and poorly founded ending, that really disenchants the elaborate storyline in it's entirety. In fact, let me rephrase. The ending is so disappointing that you would wish not to have seen the movie. Really a shame, but somehow representative of how the festival went. But more on that on a later post.


Didn't like:
That asshole that the moment the lights went on during the intermission of Joshua immediately started his critique. Hold your horses dude, and enjoy the god damn movie!

Liked:

The constant laughs I was getting from Death at a Funeral despite the awful sitting.

Blackberry award for the night:

Joshua could have been great, but it fails miserably at the end.

Best movie of the night:

Death at a Funeral reminds us that it is the simple things that can make a movie stand out.

Best movie so far:

Le Scaphandre Et Le Papillοn makes up for a very tiresome festival. Very beautiful.

Blackberry award for the 2007 Athens Film Festival:

The mixed emotions of the Dasgupta special, are unfortunately crowned with the award for his rather-it-had-not-been-filmed-but-had-nothing-better-to-do The Voyeurs.

Schedule pamphlet status at the time of writing:

Mesmerized at it's bitter end.

2007 - Day 10

Όσο γράφω αυτές τις γραμμές, το Φεστιβάλ έχει λήξει (είναι Δευτέρα απόγευμα τώρα), αλλά θα προσπαθήσω να περισώσω ότι ψήγματα μνήμης διατηρούν τις αναμνήσεις των δύο τελευταίων ημερών. Το θυμάμαι σαν τώρα (λέμε τώρα) που καθόμουνα με το μεγαλύτερο πασόκο που υπήρξε ever (τον αδερφό μου) και τσακωνόμαστε στα Γκούντυς της γειτονιάς του Αττικόν για το τυποκτόνο νόμο Βενιζέλου. Τελικά προς ευχαρίστηση και των δύο φαντάζομαι, έφθασε η ώρα που θα βλέπαμε το Reckless Moment, τη τελευταία προβολή αφιερωμένη στον Max Ophuls.
Ομολογουμένως, έχει πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις ταινίες από την παλιά παραδοσιακή σχολή των αμερικάνικων στούντιο, διότι πρώτον παρατηρείς πόσο μικρές είναι οι διαφορές των τότε ταινιών με τις σημερινές, και ακολούθως, διότι αναρωτιέσαι και πως είναι δυνατόν ακόμα να μην έχουν ξεπερασθεί οι εκφραστικές φόρμες της εποχής εκείνης ως πρόχειρες και οπισθροδομικές. Η λογική υπαγορεύει μια συνεχής εξέλιξη και τη συνύπαρξη αντικρουόμενων ρευμάτων, αλλά ίσως η δημοφιλία του κινηματογράφου, η εφημερότητα του και οι θεατές-κριτές-αγοραστές να αποτελούν τη μεγάλη πρόκληση για μια τέτοια εξέλιξη.
Το The Reckless Moment είναι ένα σπιροειδές θρίλερ παρεξηγήσεων και τραγικών ειρωνείων το οποίο με τη χρήση πολλών κλασσικών τεχνασμάτων (όπως η απουσία-παρουσία της φυσικής κεφαλής της οικογένειας, του πατέρα-σύζυγου, το comic-relief του μικρού γιου, η επιμονή στη λεπτομερειακή παρακολούθηση όλων των κινήσεων της πρωταγωνίστριας) περιπλέκει μια απλή κατάσταση με αφετηρία ένα ατύχημα, σε μια απελπιστική πιθανότητα, σε μια βασανιστική και σκιώδης απειλή. Αν και μπορούν να προκύψουν διάφορες ενστάσεις για για τη σεναριακή πλοκή και τα όποια κενά στη κατασκεύη και ανάπτυξη των πρωταγωνιστών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η γοητευτική δωρικότητα της σκηνοθεσίας με την προσεκτικό και ουσιαστικό προσανατολισμό της κάμερας και την ένταση που αυτός δημιουργεί. Κατά ένα περίεργο τρόπο μάλιστα, χάρη στο προβλέψιμο χαρακτήρα του σεναρίου, σου δίνεται η ευκαιρία να απολαύσεις τις πολύ καλές ερμηνείες όπως φυσικά και την έντονη δραματουργία η οποία επιτυγχάνεται χάρη στην κλασσική και υπερβλητική σκηνοθετική του Ophuls. Χωρίς ποτέ να σε εντυπωσιάζει ή να σε ξαφνιάζει, το The Reckless Moment είναι ένα ακόμη λιθαράκι στη πλούσια κλασισκή κινηματογραφική παράδοση, το οποίο ξεπερνά με ευκολία πάρα πολλά σύγχρονα έργα.
Next, came a complete change of mood, style and time, again from an American studio, in the modern production of Hairspray, the colourful story of a slightly (or a bit more...) overweight dance-crazy girl that sees her dream of joining a TV show come true, only to use it to promote racial integration. The recipe is simple: take the early sixties, pour in a lot of swing and soul, remember the good old days of Grease, add a pinch of Woody Allen, add five spoonfulls of My Big Fat Greek Wedding, drizzle with a splendid cast, overcook by about ten minutes and you have what is probably this years' best feelgood musical. Although I will be the first to stone to death the genre, with Hairspray you can't help yourself but having a good time, laughing and enjoying a wholesome and carefree piece of entertainment. Pfeiffer's performance ranges from typically amazing to fantastic, while Travolta's transformation to a big fat dance loving mother is inspiring and admittedly funny. The movie is full with dancing and singing, blushing but not that much kissing, happy and cute faces, and an innocence that can change everything, or at least you wish it could. Being typically American, Hairspray has great production values, a resourceful supporting cast, a couple of obvious script mistakes, an ending that last a bit more than it should be, and a couple of disappointments, like Walken not getting the big dance scene he deserves, or Queen Latifah casted for the role of Motormouth Maybelle (the names in the movies are outrageous!). Further to that, I have to address the public and vigorously state that the movie is a bit discrimanatory against thin good looking girls, but I guess being anti-fatist these days is a good thing. Oh well, Hairspray is an above average movie serving it's purpose ideally and without much fuss, fun and nice to watch.
It is only during a festival night that you can see a movie still worth seeing from 1949, a blockbuster, and a funny horror movie. What was the last one? Well imagine you are a devoted virgin teenage girl, that along the way of sexual awareness you realise that your vulva has teeth that have the nasty but rather practical habit of biting off anything that comes in there against you will. Rather different from Hairspray isn't it? Without it being anything special or spectacular, not too horrific or funny, Teeth has a few good moments to offer, manages not to be dull, but definitely suffers from the 'cheap thrills and cheaper acting' syndrome, not to mention the rather poor and hasty directing. In fact, the movie barely manages to survive it's mediocrity thanks to the exposed cinematographic taboo of penis chopping and it's awkward heroine, who takes some time to realise that she's got teeth in all the wrong places! All in all, I guess it will be soon forgotten as a good idea wasted in a poor realisation.
Thankfully the night ended with yet another return visit to Marabou, where we would all exercise the dancing movies from Hairspray. Or at least try, while seating on a bench smoking a cigarette and slowly rocking our heads back and forth...

Didn't like:
That feeling you get when the festival is nearing it's end.

Liked:

The constant smiles in our faces while watching Hairspray.

Blackberry award for the night:

I would never have thought that a movie involving teeth in a vagina would be bad. What a shame...

Best movie of the night:

Hairspray is silly, American in every way imaginable, and definitely worth seeing!

Best movie so far:

Judging from the remainder of the schedule, I don't think there is anything out there to impress more than

Blackberry award so far:

Teeth at least manages to be something of close to entertaining and so The Voyeurs are still the shit.


Schedule pamphlet status at the time of writing:

Relaxed and enjoying it's abundance.

Saturday, September 29, 2007

2007 - Day 9

Η ώρα είναι έντεκα παρά είκοσι, κι εγώ είμαι ακόμη με τη τσίμπλα στο μάτι να αναπολώ το κρεβάτι μου, και τις λίγες ώρες που τα πόδια μου δεν είναι εγκλωβισμένα σε παπούτσια. Η χθεσινή βραδιά, ήταν μεγάλη και εξαντλητική, αλλά συγχρόνως ήταν μια από εκείνες που αξίζαν τη κούραση τους. Ξεκίνησε με το Life Can be so Wonderful, ένα ανθολόγιο εξομολογητικών και αφηγηματικών φαινομενικά ασύνδετων ιστοριών από (και για) τους συνήθως κινηματογραφικά παραμελημένους ήρωες, όπως έναν μπεκρή, ένα μοντέλο ζωγραφικής στην 'απαγορευμένη' ηλικία των σαρανταπέντε, έναν αιθεροβάμονα μέλλοντα πατέρα, μια μάνα μόνη της, αποκλεισμένη και μακριά απο τα παιδιά της. Με πάρα πολλά στοιχεία video-art και πειραματική διάθεση, είναι λογικό και αναμενόμενο, το οπτικό αποτέλεσμα να είναι ένα κολάζ διαφορετικών φωτογραφιών, γωνιών και αντιλήψεων, που ευτυχώς όμως κινείται σε ένα καλαίσθητο λογικό και εξυπηρετικό ρυθμό εναλλαγής, χωρίς να είναι υποκριτικό ή ψευδεπίγραφο. Το Life Can be so Wonderful, παρόλο τον σε σημεία διακριτικό κυνισμό του, κατορθώνει και είναι μια ήρεμη, ανά στιγμές όμορφη και αποκαλυπτική περιήγηση στις μικρές αλήθειες, τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, που ανεξήγητα πολλές φορές σηματοδοτούν και στιγματίζουν τη ζωή μας. Οι ποιητικές του τάσεις δεν σε κουράζουν, αλλά αντιθέτως σε χαλαρώνουν και σε καθοδηγούν σε μια πολύ γνώριμη και όμορφη περιοχή του μυαλού σου, σχεδόν πρωτόγονη και ενσικτώδης, μια μελωδική υπενθύμιση των θησαυρών που κρύβουμε μέσα μας. Μια όμορφη παρένθεση στη συνηθισμένη κινηματογραφική δομή και ροή, το έργο αποτελεί συγχρόνως και ένα ενδιαφέρων δοκίμιο στην έρπουσα καθημερινότητά μας.
Αρκετά γαλήνιος και ανεπαίσθητα ευχαριστημένος με αυτό που είχα μόλις δει, άφησα τα λεπτά να κυλήσουν, μέχρι να ξαναμπώ στην αίθουσα του Αττικόν για την επόμενη ταινία. Καθισμένος στη θέση μου στα πλαϊνά θεωρεία είχα την αμυδρή αίσθηση πως αυτή θα ήταν η ταινία μου. Σε κάθε φεστιβάλ υπάρχει τουλάχιστον, αν όχι μόνο, μια ταινία την οποία συγκρατώ, αυτή για την οποία έχω δει άλλες είκοσι με τριάντα άλλες τις προηγούμενες μέρες, αυτή που σε αποζημιώνει για όλους τους μαλάκες που αναπνέουν τον ίδιο αέρα μαζί σου, που αδιάφορα καθυστερούν να κάτσουν στη γαμω-θέση τους στη γαμω-ώρα τους, που κάνει τις ελάχιστες ώρες ύπνου να φαντάζουν σαν ναρκωμένη λήθη, και δίνει μια μαγική γεύση στα αναρίθμητα τσιγάρα και καφέδες. Είναι εκείνη η ταινία η οποία απλά είναι η καλύτερη. Και ανέλπιστα, το Le Scaphandre Et Le Papillon ήταν.
Η ταινία είναι η συγκλονιστική και πραγματική ιστορία του Jean-Dominique Bauby, ο οποίος μετά από βαρύ εγκεφαλικό παραλύεται σχεδόν ολικά, με εξαίρεση μονάχα το ένα του βλέφαρο (και τη μνήμη και τη φαντασία του όπως λέει ο ίδιος) με το οποίο καταφέρνει να αποκτήσει επικοινωνία με το περιβάλλον του και εν τέλει να κατορθώσει να γράψει και το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο βασίζεται η τανία. Από μια τέτοια περίληψη και μόνο, κάποιος θα το απεύφεγε ως καταθλιπτικό, μονότονο και ίσως λίγο κλειστοφοβικό. Κι όμως, πρόκειται για μια μοναδική ταινία, υπέροχη στα καρέ της, στους χρωματισμούς της, στην εικαστική της δραματουργία και αλληγορία (με ένα καταιγισμό εκπληκτικών σκηνών, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό, όπως αυτή της περιγραφής του μπαλκονιού, της πτωσης των πάγων, ο Bauby στο αναπηρικό καρότσι πάνω στη σχεδία στη παραλία, και την περιήγηση της φανταστικής φιγούρας της προστάτιδας του ιδρύματος), την εύελικτη και φασματικά εκτενής φωτογραφία (αποδίδοντας στη κάθε σκηνή με σχεδόν μαγικό τρόπο την κατάλληλη αίσθηση και ατμόσφαιρα), τους ήχους της (με τη πλούσια και υποβλητική αφηγηματική φωνή, την συνεχόμενη επανάληψη της ειδικής αλφαβήτου) και τους ψυχoλογικά βασανιστικούς διαλόγους (με την ερωμένη του και τον πατέρα του) κινούμενη προσεκτικά και με βάθος κατανόησης πάνω σε μια μοναδική ισορροπία προδιαγράφωντας νεοφώτιστες τροχιές κινηματογράφησης, εξαίρετης καλαισθησίας και έκφρασης. Αλλά, θα ήταν άδικο, να προσδιορίσεις και να χαρακτηρίσεις το Le Scaphandre Et Le Papillοn σε μια σειρά επιθέτων, ρημάτων και ουσιαστικών, διότι δεν υπάρχουν τα εύκολα σημεία αναφοράς από τα οποία να μπορείς να δανειστείς ιδέες. Σαν το ίδιο το εγκεφαλικό, η ταινία είναι καθηλωτική και αφοπλιστική, υιοθετώντας τους τόσο δύσκολους να προσδιορίσεις δίαυλους επικοινωνίας, ώστε να ξεχνάς πως βλέπεις μια σιερά από σεκάνς πάνω σε ένα πανί, και να συγκινείσαι, να μορφάζεις, να αγαπάς, να θυμώνεις, να γελάς, να εκνευρίζεσαι , να κάνεις κινήσεις με τα χέρια σου ώστε να συγκρατηθείς, να αφυπνίζονται όλες σου οι αισθήσεις. Να αφήνεσαι στην πραγματικότητα του φιλμ, και να ταξιδεύεις, τόσο ρεαλιστικά όσο και μεταφυσικά. Να συντελείται η μαγεία.
Είναι ολοφάνερο πως ο Schnabel έχει εργασθεί σκληρά και επίμονα ώστε να αντιληφθεί τις πραγματικές διαστάσεις της ιστορίας, αλλά και να συνειδητοποιήσει την απεραντοσύνη του ψυχικού εγκλεισμού σε ένα άλλοτε ακούραστο και τώρα παράλυτο σώμα, τη συναισθηματική σιωπή και απόγνωση, τη θλίψη που προκαλεί η φθορά των τόσο πολύτιμων αναμνήσεων, αλλά και το φοβερό κουράγιο και δύναμη που μπορεί να βρει κάποιος ώστε να επιβιώσει μέσα σε μια τέτοια φυλακή. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι και το χαρακτηριστικό το οποίο με ταρακούνησε, το οποίο προσωπικά με συγκλόνησε. Η διαπίστωση πως εγώ δεν έχω το σθένος να είμαι είτε στη θέση του Bauby ή των ανθρώπων που τον φροντίζουν και τον αγαπούν. Αλλά όπως και να έχει, λίγη σημασία έχουν αυτά μπροστά σε αυτή την αριστουργηματική ταινία δημιουργώντας εξαισία το κινηματογραφικό προφίλ του Bauby, δίνοντας του φωνή και εικόνα, μετουσιώνοντας μια πραγματική ιστορία σε μια ενδελεχής κατάθεση ψυχής, σε ένα ολοκληρωμένο και υπερβατικό έργο τέχνης.
Ψυχικά εξασθενημένος και αποσβολωμένος από το Le Scaphandre Et Le Papillοn, βγήκα για να ξαναμπώ, να κάτσω σε λάθος θέση και μετά στη σωστή για να δω με καθυστέρηση το La Zona. Σε μια πόλη του Μεξικού μια κάστα πλούσιων αστών έχουν δημιουργήσει μια απομονωμένη ιδιόκτητη κοινότητα με ξεχωριστά προνόμια και νόμους, η οποία όμως απειλείται όταν ένας νεαρός κλέφτης παγιδεύεται μέσα σε αυτή. Δυστυχώς δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο να συνέλθω από το προηγούμενο έργο και έτσι δεν μπορώ να πως πως εντυπωσιάστηκα ή και εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Σίγουρα ένα πολύ ενδιαφέρον και καυστικό σχόλιο για τις κοινωνικές διαστρωματώσεις, τη προκατάληψη, τη τρομοκρατία, τη μετανάστευση, και άκομα, τη ταξική πάλη, το οποίο πλαισιώνεται από μια καλή σκηνοθεσία, επαρκείς ερμηνείες και μια γενικότερα καλή παραγωγή, αλλά πέραν τούτου δεν 'έπιασα' και πολλά. Δηλαδή, όντως το διαμορφωμένο σκηνικό είναι υποχθόνια εφιαλτικό (με μεγαλύτερη εντύπωση να προκαλούν οι πανομοιότυπες κατοικίες στη κοινότητα), αλλά η μεταλλαγή των χαρακτήρων, η διάσπαση της ομοιογένειας και η ηθική πτώση της πλειοψηφίας τα οποία είναι προβλέψιμα στοιχεία, δεν παρουσιάζονται με κάποιο ιδιαίτερο ή ξεχωριστό τρόπο. Μόνη εξαίρεση ίσως η σεναριακή επιλογή για το τέλος, η οποία όμως περισσότερο προβληματίζει (ο χαρακτήρας και οι αλλαγές του νεαρού υποθάλπη δεν κατασκευάζονται ικανοποιητικά) παρά ολοκληρώνει τη ταινία. Εν ολίγοις μια καλή ιδέα η οποία αποδίδεται αρκούντως καλά, αλλά μέχρι εκεί. Ίσως πάλι να 'χα το μυαλό μου αλλού, αφού το θερμό χειροκρότημα του κοινού είχε μάλλον τελείως διαφορετική άποψη.
Με το που τελείωσε η ταινία βγήκα έξω, αγόρα εισιτήρια για εμένα και τον Σ, και τραβούσα φωτογραφίες της Κλαυθμώνος μέχρι να εμφανισθεί. Αργότερα, με αρκετή καθυστέρηση κάτσαμε να δούμε το Cannibal Holocaust, του οποίου η σύνοψη στο πρόγραμμα ήταν ιδιαίτερα δελαστική. Γυρισμένη το 1980, και με μια σχετική παραφιλολογία (απαγορεύσεις κι άλλα) από πίσω της, η ταινία είναι σίγουρα ένα πάρα πολύ καλό ιστορικό δείγμα για το είδος, αποκαλύπτοντας από που πήραν την ιδέα οι δημιουργοί του The Blair Witch Project για το shock mockumentary τους. Αν και ολόκληρο το κοινό μπήκε ελπίζοντας για ένα λουτρό αίματος, η αλήθεια είναι πως μάλλον απογοητευτήκαμε σε πρώτο τουλάχιστον βαθμό. Οι βίαιες σκηνές είναι λιγότερες από ότι θα περίμενε και θα ήθελε κανείς, ενώ και αυτές είναι επίτηδες κακογυρισμένες με το shock value να κυμαίνεται στα επίπεδα της αμηχανίας ελέω του υπερβολικού ρεαλισμού, των φυσικών περιορισμών (λόγω του σεναριακού υποβάθρου) στη κίνηση της κάμερας, της σύντομης διάρκειας, και του μονότονα αποκαλυπτικού φωτισμού. Η πιο ανατριχιαστική στη πραγματικότητα είναι η σφαγή της (πέρα για πέρα αληθινής) χελώνας. Obviously animals were harmed and abused during the making of this film. Από την άλλη όμως, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία, καταλαβαίνει κανείς πόσο μπροστά ήταν για την εποχή του ήταν το έργο του Deodato, το οποίο παράλληλα με φρικαλέες επιταγές του Giallo, σχολιάζει και τη δυτική κουλτούρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του εμπορίου της πληροφόρησης. Η παραγωγή και η επιμέλεια των mockumentary σκηνών είναι λεπτομερής και φοβερά προσεγμένη, προδίδοντας μια αξιέπαινη φιλοδοξία. Μια ταινία μάθημα στη τέχνη της ανθυποβολλής, το The Cannibal Holocaust δικαίως 27 χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, διατηρεί τους φανατικούς της οπαδούς.

Didn't like:

- The awkward seats I was getting despite my early bookings.
- The unforgiving delays in the schedule. Some of us do work.... (λέμε τώρα).

Liked:

- That once again, despite my relative apathy and confusion with regards to the schedulle, I goy my one movie.

Blackberry award for the night:

La Zona is the victim of misfortunate schedulle placing, and unfortunatelly it will taste the bitter-sweet flavour of the award.

Best movie of the night:

Le Scaphandre Et Le Papillοn obviously.

Best movie so far:

When you have it, you have it. Le Scaphandre Et Le Papillοn escapes from the projection screen and takes you over in an apocalyptic journey.

Blackberry award so far:

The last day is approaching fast (just tomorrow!) and the Voyeurs seem very eager to keep this.

Schedule pamphlet status at the time of writing:

At last, blissful and rewarding.