Τι να σου λέω τώρα...
Κάποτε προσπαθούσα να βρω παραστατικούς τρόπους για να εξηγήσω σε φίλους και γνωστούς μου πως είναι να ζεις σε μια γειτονιά που είναι περικυκλωμένη και ενίοτε κατειλημμένη από δυνάμεις καταστολής και εξουσίας. Τους ρωτούσα που έμεναν, τους ζητούσα να μου πούνε γωνίες και πλατείες, διάφορα σημεία γνωστά, καφετέριες, μπαρ. Μετά τους καλούσα να φανταστούν δίπλα από τα περίπτερα που μικροί αγόραζαν τσίχλες και τώρα τσιγάρα, μπροστά από τους φούρνους που τσιμπάνε κανά τσουρέκι, και έξω από τα στέκια που κάθονται με τους φίλους τους να υπάρχουν κλούβες, άντρες με χακί και ημιαυτόματα στο χέρι, κλίκες τραμπούκων με αλεξίσφαιρα και ύφος κανιβαλιστικό πίσω από τη προστασία της αντισφυξιογόνας μάσκας, και φυσικά ορδές τρελαμένων μηχανόβιων να εισβάλουν στα πάρκα τους και στις γειτονιές τους βαρώντας τις κόρνες και παίζοντας με τα φώτα τους σαν μεταμοντέρνες τραβεστί βαλκύριες.
Οι περισσότεροι καταλάβαιναν ή ένοιωθαν το αλλοπρόσαλλο της κοινωνικής σκηνογραφίας των Εξαρχείων, αρρωσταίνοντας και νευριάζοντας με την ιδέα της αστυνομικής κηδεμονίας και της μεθοδικής γκετοποίησης της γειτονιάς. Κάποιοι, πιο απλοί στη σκέψη τους ευτυχώς και συνήθως πιο νέοι, αγανακτούσαν και έβριζαν με τον παραλογισμό της πραγματικότητας. Όμως πια, έχω κουραστεί να τα λέω αυτά, να εξηγώ τα ίδια από την αρχή, έχω βαρεθεί να απαντάω στις ίδιες, δικαιολογημένα αφελείς, ερωτήσεις, έχω εξαντλήσει τα αποθέματα παραδειγμάτων και παραβολών, έχω ατονίσει με τις ομοιότητες που έχει το ένα περιστατικό με το άλλο. Άλλωστε πλέον αναζητώ τρόπους να εξηγήσω κάτι άλλο.
Τώρα πια πρέπει να μάθω να εξηγώ πως είναι να έχεις έρθει σε μια πλήρη αναισθητοποίηση και αφασία, και να μην δίνεις καμία σημασία σε όλα τα παραπάνω. Πως είναι να ξυπνάς το πρωί και απλόχερα να πετάς τα δικαιώματά σου στο κάδο με τα σκουπίδια, δίπλα από το κιτρινόλευκο σημάδι του δακρυγόνου. Πως είναι να κάθεσαι με την παρέα σου και να τρέχουνε διμοιρίες από δίπλα σου για να δώσουν συνέχεια στην πιο ηλίθια αστική παράδοση όσο εσύ συνεχίζεις να μιλάς, να γελάς και να μπουρδολογείς. Πως είναι να είσαι αυτό που κάποτε έβριζες και απεχθανόσουνα, πως είναι να είσαι αδιάφορος, χοντρόπετσος και κυνικός, συνηθισμένος και παραδομένος. Άντε τώρα εγώ να εξηγήσω την άρρωστη οκνηρία μου απέναντι στη ίδια την ομηρία μου.
Οι περισσότεροι καταλάβαιναν ή ένοιωθαν το αλλοπρόσαλλο της κοινωνικής σκηνογραφίας των Εξαρχείων, αρρωσταίνοντας και νευριάζοντας με την ιδέα της αστυνομικής κηδεμονίας και της μεθοδικής γκετοποίησης της γειτονιάς. Κάποιοι, πιο απλοί στη σκέψη τους ευτυχώς και συνήθως πιο νέοι, αγανακτούσαν και έβριζαν με τον παραλογισμό της πραγματικότητας. Όμως πια, έχω κουραστεί να τα λέω αυτά, να εξηγώ τα ίδια από την αρχή, έχω βαρεθεί να απαντάω στις ίδιες, δικαιολογημένα αφελείς, ερωτήσεις, έχω εξαντλήσει τα αποθέματα παραδειγμάτων και παραβολών, έχω ατονίσει με τις ομοιότητες που έχει το ένα περιστατικό με το άλλο. Άλλωστε πλέον αναζητώ τρόπους να εξηγήσω κάτι άλλο.
Τώρα πια πρέπει να μάθω να εξηγώ πως είναι να έχεις έρθει σε μια πλήρη αναισθητοποίηση και αφασία, και να μην δίνεις καμία σημασία σε όλα τα παραπάνω. Πως είναι να ξυπνάς το πρωί και απλόχερα να πετάς τα δικαιώματά σου στο κάδο με τα σκουπίδια, δίπλα από το κιτρινόλευκο σημάδι του δακρυγόνου. Πως είναι να κάθεσαι με την παρέα σου και να τρέχουνε διμοιρίες από δίπλα σου για να δώσουν συνέχεια στην πιο ηλίθια αστική παράδοση όσο εσύ συνεχίζεις να μιλάς, να γελάς και να μπουρδολογείς. Πως είναι να είσαι αυτό που κάποτε έβριζες και απεχθανόσουνα, πως είναι να είσαι αδιάφορος, χοντρόπετσος και κυνικός, συνηθισμένος και παραδομένος. Άντε τώρα εγώ να εξηγήσω την άρρωστη οκνηρία μου απέναντι στη ίδια την ομηρία μου.













