Pages

Thursday, October 22, 2009

MJ part 1

Los Angeles, η πόλη των αγγέλων, έτσι λένε δηλαδή. Οι άσχετοι, όλοι τους άσχετοι, επιδερμικοί και κρετίνοι, τα πράσινά τους μάτια ξεθωριασμένα καιρό τώρα. Τα λίγα χρόνια που περπατώ στους δρόμους αυτής της ονειρούπολης κυνηγώντας αλεπούδες στις τρεις τα χαράματα και βαρώντας συναγερμούς της αστυνομίας σε κακόφημες γειτονιές για να χαζεύω μικροντηλέρια να σκορπάνε σαν τις κατσαρίδες στο φως, δεν έχω συναντήσει ποτέ μου ούτε έναν άγγελο, μονάχα λίγους έκπτωτους. Διαβόλους όμως πολλούς, σε διάφορες μορφές, και την ούρα τους πάντα καλά κρυμμένη, ναι, τέτοιους έχω δει πολλούς, μερικών το τηλέφωνο έχω καλέσει αρκετές φορές μάλιστα.

Τον συνάντησα λίγους μήνες πριν πεθάνει, ήταν ευδιάθετος, αλλά βέβαια πάντα έτσι ήταν άμα αναλογιστείς το χημικό κοκτέηλ που τον συντηρούσε ή ακόμη και την αναγκαιότητα να χαμογελάει για να μην πέσει το πρόσωπό του. Τώρα που το καλοσκέφτομαι μάλλον δεν ήταν ευδιάθετος. Αποκρουστικός όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, με την καταραμένη του μύτη να με προκαλεί να την κοιτώ με φρίκη με κίνδυνο να χαλάσει η συνάντηση. Ευτυχώς μάλλον δεν παρατηρούσε και πολλά πίσω από τα μαύρα γυαλιά του και τα τρελαμένα του μάτια. Τελικά άνοιξε το ετοιμόρροπο στόμα του, κι αυτά που άκουσα μου αρκούσαν να τυφλωθώ με αηδία.

Έχω κάνει πολλά πράματα επί πληρωμή σε αυτή τη σιχαμένη πόλη, και μερικές φορές χαριτολογώντας έλεγα στον εαυτό μου πως είμαι σαν τους υπονόμους, πως φροντίζω για τα σκατά αυτών των ανθρώπων, πως χρησιμεύω στην κίνησή τους, πως δεν ευθύνομαι εγώ για αυτά. Σκατά πάντα θα υπάρχουν -πόσο μάλλον εδώ- γιατί να μην βγάλω κι εγώ κάτι από αυτά; Είμαι αυτός που είμαι, και κάποιος πρέπει να είναι, πάντα. Αν όχι εγώ, τότε κάποιος άλλος, έτσι δουλεύει η ανάγκη, έτσι δούλευε πάντα. Σίγουρα, έχουν υπάρξει φορές που είχα δισταγμούς κι άλλες που πραγματικά είχα λυπηθεί, ίσως και μετανιώσει, αλλά έλεγα μέσα μου πως έτσι χτίζω τις αντοχές μου, πως με τρόπο απροσδιόριστο ταιριάζω τέλεια στο ρόλο μου κι ας με οδηγεί στο πουθενά. Έτσι λοιπόν είμαι κι εγώ εδώ σαν όλους τους άλλους, ακριβώς επειδή κάποιοι έχουν πολύ ακριβά σκατά τα οποία χρειάζονται ‘διαχείριση’, και εγώ είμαι καλός στο να διαχειρίζομαι τους υπονόμους της πόλης των αγγέλων.

Το παρατσούκλι μου στη δουλειά είναι ο ‘κλειδαράς’, κι όχι επειδή είμαι καλός στο να ανοίγω πόρτες. Ίσα-ίσα, δεν έχω καθόλου υπομονή για να κάνω μια διάρρηξη της προκοπής, και συνήθως καταλήγω με μελανιασμένους ώμους κάθε φορά που το ‘χω πραγματικά ανάγκη να μπω κάπου. Όχι, το παρατσούκλι μου το έβγαλε ένας συνταξιοδοτημένος κινέζικης καταγωγής μπάτσος, γιατί λέει πάντα έβρισκα το κλειδί σε μια υπόθεση. Πριν δύο χρόνια είχα μπλέξει σε μια περίεργη κατάσταση και τον είχα αναζητήσει στην Chinatown για να μου πει δυο-τρεις από τις κομφούκιες παπαρολογίες του μπας και μου 'ρχόταν καμία ιδέα. Με ρώτησε για τη γυναίκα που έδενε όλη την υπόθεση, και μου είπε ατάραχα: ‘Γύρνα την.’ Έτσι κι εγώ την επέστρεψα στον νταβατζή της. Τρεις μέρες μετά ο σύνδεσμός μου στον ιατροδικαστή μου είπε πως την βρήκαν έξω από την πόλη παρατημένη σαν το σκυλί, τέζα από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών και αλκοόλ. Δεν το θυμάμαι εκείνο το βράδυ, αλλά την επόμενη μέρα ανέλαβα μια καινούρια ‘εξυπηρέτηση’.

Άμα ήξερε κανείς έστω τα μισά που έχω κάνει, σίγουρα θα με ήθελε στη θέση εκείνης της άτυχης κοπέλας, τις τελευταίες μου στιγμές να νοιώθω το δέρμα μου να καίγεται κάτω από τον ήλιο της ερήμου, το στόμα μου στεγνό, αλμυρό από τη σκόνη, με τη δίψα να ‘ναι το τελευταίο μου συναίσθημα. Μα εκείνο το βράδυ ένοιωσα κάτι που νόμιζα πως το είχα ξεχάσει από καιρό, με επισκέφθηκε εκείνη η φρίκη που είχα τους πρώτους μου μήνες εδώ. Από ένα σημείο και μετά τα αηδιαστικά του χείλη ανοιγόκλειναν και η χαρακτηριστική κοριτσίστικη φωνή του βούιζε στα αυτιά μου, αλλά πλέον δεν καταλάβαινα τίποτα.

Μετά από αρκετή ώρα τον διέκοψα. ‘Συγνώμη. Θες να σου βρω ένα δωδεκάχρονο αγόρι;’

Όταν επιτέλους έφυγε, πήγα στο μπάνιο να ρίξω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπο μου αλλά κατέληξα να αγκαλιάζω τη λεκάνη της τουαλέτας και να ξερνάω, όπως όταν ήμουν δεκάξι χρονώ και ανακάλυπτα πόσο εύκολα όλοι οι δρόμοι μπορούν να γίνουν μια γρήγορη κατηφόρα. Μόνο που αυτή τη φορά, ζήτημα ήταν άμα είχα πιεί το μισό ποτήρι. Ήξερα τι έπρεπε να γίνει φυσικά. This is it. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν ο τρόπος.

Τα φάρμακα είναι το αγαπημένο φονικό όπλο στην πόλη των αγγέλων, δίνουν την αίσθηση της αυτοκτονίας ή του ατυχήματος, ή ακόμη και των δύο, διότι όπως μου ‘χε πει κι ένας γιατρός που η γυναίκα του τον είχε κερατώσει με το μισό Fullerton πριν έρθει στο Beverly Hills, πάντα υπάρχει και η περίπτωση της ατυχής αυτοκτονίας. Τις περισσότερες φορές οι μπάτσοι ξέρουν φυσικά πως δεν είναι τίποτα από τα δύο, αλλά δεν δίνουν σημασία. Λίγα στοιχεία, δύσκολες υποθέσεις, καμία τύχη για προαγωγή, χέσ' το, βάλ' την στο αρχείο, πάμε παρακάτω. Σίγουρα αυτή τη φορά θα ασχολιόντουσαν πολύ παραπάνω από ότι θα έπρεπε με τα αφεντικά τους να τρέμουν στη δημόσια έκθεση, και όταν άρχισα να τα σκέφτομαι πρώτη φορά όλα αυτά, γρήγορα κατάλαβα πως χρειαζόμουν κάποιον ύποπτο να απασχολεί κι αυτούς αλλά και τις εφημερίδες. Τα γαμημένα τα τρωκτικά δεν θα αφήσουν την υπόθεση τόσο εύκολα. Έψαξα λίγο, κυρίως στον υπολογιστή, και σε ένα χαρτάκι από fortune cookie από το κινέζικο που πήρα τα μεσάνυχτα κράτησα κάποιες σημειώσεις. Όταν πλέον ο φονικός ήλιος της ανατολικής ακτής άρχισε να ανατέλλει και πάλι σε αυτή την πόλη των καταραμένων, πήρα τον αναπτήρα μου και το έκαψα. Στην άλλη μεριά έγραφε: ‘Only the slime does not fall on a slippery slope. Lucky numbers: 2,12, 50.’

No comments: