Pages

Saturday, March 19, 2011

Λευκά Σεντόνια

Τα λευκά μου σεντόνια έχουν βάλει πλώρη για το όρος Αιγάλεω, έτοιμα να συγκρουστούν με πυκνές μάζες νεφών. Τι τρομερό θάρρος κρύβουν στις κλωστές τους ώστε να ξεκινήσουν μια τέτοια περιπέτεια. Και όλα αυτά στο όνομα της ηλιοφάνειας. Μα για να κινήσουν θα χρειαστούν άνεμο ευγενικό, ένα νοτιά συμπαθητικό, μα και γοργό τη νύχτα να προλάβουν ειδάλλως όλη εκστρατεία θα πάει στράφι πριν καλά καλά ξεκινήσει.

Βέβαια η αλήθεια είναι πως πρώτα πρέπει να ξεπεράσουν τον σκόπελο που έχουν σχηματίσει τα διαβολικά μανταλάκια. Δεν είναι από εκείνα τα πλαστικά που με την πρώτη βροχή σκουριάζουν τα φθηνά ελατήριά τους, και σπάνε τα πλαστικά τους με την πρώτη καλοκαιριά. Όχι, είναι από εκείνα τα ξιπασμένα ξύλινα που μετά από πολύμηνη έκθεση στους αθηναϊκούς χειμώνες μαυρίζουν από την υγρασία. Η δύναμή τους δεν είναι τρομερή, αλλά είναι σίγουρα αρκετή να συγκρατήσει την αφέλεια των σεντονιών μου, τα οποία πλέον έχουν αρκεστεί να ανεμίζουν ελαφρά και βαρεμένα, σαν να κάνουμε προθέρμανση για κάποια παράδοση ή συνθηκολόγηση. Μακριά στον ορίζοντα, ορμώμενα από τις καμπύλες του Αιγάλεω, πυκνά σύννεφα εκτινάσσονται με αργούς στα μάτια ρυθμούς.

Τα σεντόνια μου δε θα φθάσουν πότε στην Ιθάκη τους.

Wednesday, March 09, 2011

Η κυρία Κατερίνα

Η κυρία Κατερίνα είναι η τρελή της γειτονιάς. Δεν είναι η μόνη φυσικά, αλλά ξεχωρίζει, κυρίως επειδή είναι περισσότερο κοινωνική παρά τρελή, και είναι αρκετά τρελή, οπότε είναι τρομακτικά κοινωνική. Την πετυχαίνεις την πιο άστοχες στιγμές να κατεβαίνει το δρόμο και να μονολογεί κάποια παλαβομάρα με το ίδιο πάντα μαλλί, λες και αποτελείται από κοκκάλινες τρίχες με εκπληκτική μνήμη . Αλλά δεν κάνει μονάχα αυτό. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Τα μάτια της, σαν αγγλικό ραντάρ του 1943 διαρκώς ανιχνεύουν τους αδιάφορους γείτονές της προσπαθώντας να πετύχει εκείνον που θα κάνει το λάθος να την προσέξει παραπάνω από τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου. Μπουμ.

Τότε αλλάζουν όλα. Τρόπο τινά. Μάλλον κάπου στην πορεία -καθώς τρελαινόταν- ένα κομμάτι του μυαλού της, αντιστεκόμενο όσο μπορούσε στην τρέλα, την κατάθλιψη, και διάφορες φωνές που κατασκήνωναν γύρω του, άρχισε να αναπτύσσει ικανότητες που θα ζήλευε και ο πιο μοναχικός νίντζα. Είναι φοβερό πως η κυρία Κατερίνα θα ελιχθεί στον χωροχρόνο και σε ανύποπτη στιγμή θα σου απευθύνει τον λόγο, που στα αλήθεια σημαίνει να επαναλάβει αυτό που μονολογούσε πιο πριν αλλά αυτή τη φορά σε μορφή ερώτησης και εσένα στη θέση του ανακρινόμενου. Η μόνη σου ελπίδα είναι κάποιος να έχει επαναλάβει το ίδιο λάθος με εσένα πριν σε προλάβει η τρελλο-κυρα-Κατερίνα.

Η κατάσταση φυσικά μπορεί να χειροτερέψει άμα την πετύχεις στο σουπερ μάρκετ. Είναι που είναι οι συνθήκες χάλια – με συγκλονιστική απορία ανακαλύπτεις πως δεν μπορείς να αγοράσεις μονάχα ένα σκόρδο, ή πως είσαι ο μόνος που αγοράζεις τα προϊόντα που έχεις στο καλάθι σου, γιατί οι ποσότητες στα ράφια είναι ακριβώς οι ίδιες όπως πριν μια εβδομάδα που αγόρασες τα ίδια πράματα, ή η διαρκής ανησυχία σου πως ακριβώς από πίσω σου παραμονεύει η καταραμένει αγοραφοβία – έχεις και την κυρία Κατερίνα να κάνει τα δικά της. Όσο παραλογίζεται για την δίαιτά της – 'θέλουν να μου κλέψουν την δίαιτά μου, γιατί θέλουν να κλέψουν την δίαιτά μου;' – μετά από άπειρα σαρώματα των διαδρόμων βρίσκει αυτό που θέλει να αγοράσει, περιμένει στην ουρά, το πληρώνει, το βάζει σε μια σακούλα, αφήνει τη σακούλα στην είσοδο και επαναλαμβάνει την διαδικασία με κάτι άλλο. Ένα αντικείμενο τη φορά. Τι της κάνει τόσες αποδείξεις; Φαντάσου την κυρία Κατερίνα να ψωνίζει για παιδικό πάρτυ, θα της έπαιρνε εβδομάδες μονάχα να ψωνίσει τα πράματα. Βέβαια από την άλλη, παρά την φοβερή της κοινωνικότητα – την ξέρουν πραγματικά όλοι, είναι απίστευτο- μου φαντάζει αδύνατο να βρίσκεται σε μια κοινωνική κατάσταση όπου θα πρέπει να προετοιμάσει ένα παιδικό πάρτυ.

Όταν όμως έχεις την κυρία Κατερίνα απέναντί σου, όταν δηλαδή έχεις αποτύχει να ακολουθήσεις την βασικότερη των συμβουλών σε αυτές τις περιπτώσεις -μην κοιτάς, μην κοιτάς, μην κοιτάς- και η κυρία Κατερίνα σου απευθύνει μια τελείως άσχετη ερώτηση η οποία δεν μπορούσε να σταθεί ούτε στο Κεκλιμένο Υπαρξιακό Στάδιο του Σουρεαλισμού, τότε λοιπόν είναι που η τρέλα γίνεται μεταδοτική. Διότι ακριβώς εκείνη τη στιγμή μερικές εκατοντάδες από τα νυσταγμένα σου εγκεφαλικά κύτταρα αρχίζουν να πιστεύουν πως η κυρία Κατερίνα ξέρει κάτι, πως στη πραγματικότητα είναι μια χαμένη προφήτισσα ετών εξακόσια ενενήντα τρία και πως η επόμενή της ερώτηση θα έχει να κάνει με to μέχρι πότε κατουριόσουνα στον ύπνο σου και γιατί δεν μπορείς να στηρίξεις μια υγιής σχέση.

Ευτυχώς η κυρία Κατερίνα δεν κάνει αυτή την ερώτηση μα επαναλαμβάνει την ίδια ηλίθια ερώτηση που έκανε πιο πριν, μονάχα πιο εκνευριστικά – 'γιατί έφυγαν τα σύννεφα, που πήγαν τα σύννεφα;'- και ευτυχώς η πλειοψηφία των υπολοίπων εγκεφαλικών μου κυττάρων θέλουν να συντονίσουν το στόμα μου και να βρίσουν την κυρία Κατερίνα, αλλά ευτυχώς ούτε αυτό δεν συμβαίνει. Όχι γιατί τη λυπάσαι, αλλά επειδή η κυρία Κατερίνα ήταν κάποτε σαν κι εμάς αλλά τα 'φτυσε. Φαίνεται έφτασε εκείνο το σημείο όπου πλέον δεν άντεχε τις δημοσκοπήσεις, τα καταστροφολογικά δελτία ειδήσεων, τις ουρές στα νοσοκομεία, στις εφορίες, παντού, τους ελεγκτές στα λεωφορεία, τις ημερομηνίες λήξης στα γάλατα και στα γιαούρτια, τα ίδια τα γάλατα και τα γιαούρτια και τις ολιγοσέλιδες εφημερίδες ανάμεσα στα κυριακάτικα διαφημιστικά φυλλάδια. 'Αρκετά' ήταν η τελευταία λογική κουβέντα που είπε η κυρία Κατερίνα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η κυρία Κατερίνα δεν είναι φοβερά εκνευριστική αλλά το ποιό πιθανό είναι πως πιστεύει ακριβώς το ίδιο για τους υπολοίπους. Και γιατί όχι άλλωστε, αφού έχουν μια μανία να κλέβουν σύννεφα και δίαιτες.

Tuesday, March 08, 2011

Απλά δεν αξίζει

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, ούτε εύκολες απαντήσεις, για αυτό χρειάζεται πάντα προσοχή όταν επιλέγεις τις ερωτήσεις που θα κάνεις. Μερικές φορές όμως ούτε αυτά έχουν σημασία, ειδικότερα όταν οι αλήθειες είναι μπροστά σου και αδυνατείς να τους ξεφύγεις.


Στο Μέγαρο Υπατία εκατοντάδες μετανάστες συνεχίζουν την απεργία πείνας με μοναδικό αίτημα να μπορέσουν να ζήσουν ισότιμα με όλους εμάς στην Ελλάδα, ενώ την ίδια στιγμή εξαντλούνται η πιθανότητα ανεύρεσης επιζώντων στη Σούδα όπου μετανάστες προτίμησαν τα παγωμένα νερά της θάλασσας από την απέλαση. Πολλοί αυτόματα το βαφτίζουν αυτό το αίτημα 'νομιμοποίηση', λες και υπάρχουν παράνομοι και νόμιμοι άνθρωποι, αλλά αυτή η μικρή 'λεπτομέρεια' είναι ασήμαντη μπροστά στο βάρος της πραγματικότητας. Η απεργία πείνας δεν είναι ένα επικοινωνιακό τρικ, και σίγουρα δεν είναι ένας πολιτικός εκβιασμός. Είναι μια συνεχής μάχη για το αυτονόητο, όχι μια κραυγή απελπισίας αλλά μια ιστορική κατάθεση, μια ζωντανή μαρτυρία πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με σθένος και αξιοπρέπεια. Είναι επίσης κατά ειρωνικό τρόπο μια παρηγοριά και μια σταγόνα ελπίδας στον ωκεανό της απελπισίας που σκιάζει την κοινωνία μας.


Μα ποιος ακούει; Σίγουρα όχι οι πολιτικοί που έχουν μετατρέψει τους απεργούς σε μπαλάκι του τένις και ζυγίζουν τις ζωές τους απέναντι σε πολιτικά κόστη. Και σίγουρα όχι τα ΜΜΕ που απλά έχουν βαρεθεί το θέμα και δεν πρόκειται να ασχοληθούν ξανά μαζί του, εκτός κι αν χυθεί αίμα ή παραιτηθεί κάποιος. Ακόμη χειρότερα όμως, σίγουρα ούτε εμείς, οι 'νόμιμοι', οι γηγενείς, οι πολίτες, οι ψηφοφόροι, οι τηλεθεατές. Διότι πολύ απλά δεν μας νοιάζει. Όπως και να το προσεγγίσει κανείς και όπως να το στολίσει, αυτή είναι η αλήθεια. Όπως δεν μας νοιάζει τι γίνεται στη Λιβύη ή στην Αίγυπτο, όπως δεν μας νοιάζει τι κάνει η γιαγιά που μένει από κάτω μας, ή πως καταφέρνει ο άστεγος και βρίσκεται στην ίδια γωνία κάθε φορά που περιμένουμε στο φανάρι παρόλο τις παγερές νύχτες του χειμώνα. Απλά δεν μας νοιάζει. Είμαστε αποκομμένοι, κατακερματισμένοι και δεν μας νοιάζει. Αρκεί εμείς να είμαστε καλά και να μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο για το αύριο, όσο δεν ανήκουμε και εμείς στην διαρκώς αυξανόμενη στατιστική της ανεργίας. Διότι αν μη τι άλλο, η οικονομική χρεωκοπία μας είναι μονάχα η επιβεβαίωση της της ηθικής μας χρεωκοπίας.


Ορίστε λοιπόν μια ερώτηση. Αξίζει καθόλου η προσπάθειά τους; Όχι. Γιατί απλά εμείς δεν την αξίζουμε. Μπορεί να την έχουμε ανάγκη, αλλά σίγουρα δεν την αξίζουμε. Άμα κάποιος από τους απεργούς πείνας πεθάνει, δυστυχώς δεν θα υπάρχει κανείς να κουβαλήσει το λεγόμενο 'βαρύ φορτίο' μιας τέτοιας απώλειας, διότι πολύ απλά δεν υπάρχει κανείς που να καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτή η φράση. Δεν μας αξίζει μια τέτοια θυσία, γιατί θα πάει χαμένη, θα αναλωθεί σε εφήμερες ενοχές και κουβέντες, θα την προσπεράσουμε και τελικά θα πάει χαμένη. Απλά δεν αξίζει.

Η Καθαρά Δευτέρα και το βρώμικο 89

Τα παιδιά του σοσιαλισμού μετράνε τις τσίμπλες από τα τηλεοπτικά μάτια τους. Κάποτε υπήρχαν τηλέφωνα που δούλευαν με κέρματα. Και υπήρχαν τρύπια κέρματα. Και πετονιές. Το μεγάλο ριφιφί ήταν μονάχα η αρχή, μα κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξει. Πρόσφατα ρεπορτάζ αποκαλύπτουν πως μεγάλες προτάσεις συνωμοτούν με το συντακτικό για να ανατρέψουν τη χούντα των bullet points.


Τόσα χρόνια οι σχεδιαστές μόδας εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους απέναντι στον αφρικανικό -γενικά- λαό χρησιμοποιώντας πεινασμένα μοντέλα. Πόσα λίγα ξέραμε. Τα μαρούλια τοκίσανε μα οι πληθωριστικές ακρίδες τσακίσανε τις ψυχικές μας αποταμιεύσεις. Η Γη αρχίζει και έχει μανία καταδίωξης από τις εκρήξεις του ηλίου, εξ ου και το απαράδεκτο κρύο.


Η Καθαρά Δευτέρα πέρασε, αλλά δεν θυμάμαι πως. Μόνο τον άστεγο αέρα να κοπανάει την τέντα μου. Σκάνδαλο. Α ρε Μένιο, ήσουνα πολύ καλός για δαύτους.

Χιονίζει και δε με νοιάζει καθόλου.

Friday, February 11, 2011

Τον κοίταξα με απάθεια

Μπήκα στο λουλουδάδικο και παρήγγειλα μισό κιλό αστεία. Μου λέει ο κάπελας, ξέχασε τα αυτά, οι καιροί είναι δύσκολοι και πουλάμε φίνα στις κηδείες. Πήγα λοιπόν κι εγώ από 'κει, όλο χάρη και σκέρτσο, Rayban γυαλί και τα σχετικά να κλέψω μερικά, πλακώθηκα φυσικά στις μπουνιές με δύο καταστηματάρχες νυχτερινών κέντρων και καμιά δεκαριά Μπαγκλαντεσιανούς, μα πρόλαβα και άρπαξα δύο τουλίπες, δέκα τριφύλλια, μια γαρδένια, τρεις αθερίνες, πέντε φάπες και μια γερή κλωτσιά στα αχαμνά.


Κουράστηκα όμως, έκατσα πάνω σε ένα από τα μάρμαρα και έφτιαξα ένα νες σκέτο με γάλα. Δεν είχα όμως καφέ, νερό, ούτε γάλα, ούτε ζεστό μάτι, μονάχα τα δύο παγερά τα οποία με τρόμο διαπίστωναν πως ο ιδιοκτήτης τους τα είχε φέρει σε ένα νεκροταφείο, και έτσι πήρα τηλέφωνο τον θεό. Περίμενα στην αναμονή για περίπου 15 λεπτά και αφού ο κώλος πάγωσε πάνω στο θλιβερό μνημείο του Σάκη Παρδελιάρη, τελικά μια κουρασμένη γυναικεία φωνή με ρώτησε άμα ήθελα να ανανεώσω το συμβόλαιό μου με την ζωή. Άρχισα να το παίζω έξυπνος και τις έκανα μερικές εξονυχιστικές τεχνικές ερωτήσεις για το συμβόλαιο, το πόσο διαρκεί, τι πλεονεκτήματα έχει στο κάτω κάτω αυτή η περίφημη 'ζωή\ και κάθε πότε πρέπει να ανανεώνω κι άλλα τέτοια. Όταν εξάντλησα όλες τις διαπραγματευτικές μου ικανότητες, την ρώτησα άμα θέλει να βγούμε αργότερα το βράδυ. Μου το 'κλεισε. Μια παγερή ανατριχίλα συντάραξε το κοριτσίστικο κορμί μου.


Γύρισα στο γραφείο μου να κάνω λίγη δουλειά. Όταν λέω γραφείο εννοώ τον καφενέ και όταν λέω δουλειά εννοώ ένα νες ζεστό με γάλα – επιτέλους! Μια γριά με πλησίασε και απαίτησε να γυρίσω σπίτι να μεγαλώσουμε μαζί τα παιδιά και πως με συγχωρεί και πως νοιώθει μόνη και τέλος πάντων ρε αδερφέ το κρεβάτι μας είναι κρύο χωρίς εμένα. Την κοίταξα στα υγρά αποβλακωμένα της μάτια ψάχνοντας να βρω το μέλλον μου στα απομεινάρια των αναμνήσεων της, της κράτησα τα ζαρωμένα γυάλινα χεράκια και άνοιξα το βρωμόστομά μου. Έχεις δίκιο μωρό μου, της είπα, θα γυρίσω κατά το βραδάκι γιατί έχω κάτι δουλειές. Έλαμψε, χαμογέλασε και φωτοβολίδες πετάχτηκαν από τα μωβ μαλλιά της.


Όταν έφτασα στη πέμπτη μου γουλιά με πλησίασε ένας γύφτος και με ρώτησε αν έφερα τα γαρύφαλλα που μου ζήτησε. Στην αρχή τον πέρασα για κάποιον παρεξηγημένο κεντρά κι αυτό τον εξόργισε ακόμη περισσότερο. Ε α γαμηθείτε όλοι σας, δε με αφήνετε να πιω τον καφέ μου πούστηδες! Αναπόφευκτα του απολογήθηκα πως τα μπράτσα μου έχουν ξεφουσκώσει και έτσι δεν μπόρεσα να εξασφαλίσω το πράμα, και πως χρειάζομαι ακόμη τρεις μέρες για να τα καταφέρω κι άλλα τέτοια. Μου 'τριξε τα δόντια και μου τσίμπησε τα μάγουλα και μ' άφησε ήσυχο. Εν τω μεταξύ ο σκέτος νες με γάλα είχε εξελιχθεί σε φραπέ, μονάχα από θερμοκρασιακής άποψης, και έτσι συμμαζεύοντας τα ελάχιστα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς μου σηκώθηκα να φύγω. Τάκη γράψ' τα στο λογαριασμό μου, είπα και έφυγα. Το όνομά μου είναι Κώστας και είναι ήδη γραμμένα στο λογαριασμό παλιομαλάκα, στο λογαριασμό που είναι στο τραπέζι ξεφτίλα.


Έκανα πως δε το άκουσα. Στα αλήθεια δεν το άκουσα, αλλά ο Τάκης πάντα μονολογεί κάτι όταν φεύγω από τη δουλειά, και έτσι μου είναι τελείως αδιάφορο άμα κάνω πως δεν τον ακούω ή όντως δεν τον ακούω. Εκτός φυσικά από το φοβερό αίσθημα ντροπής που νοιώθω όταν όντως τον ακούω αλλά κάνω πως δεν τον ακούω. Άρχισα να περπατάω γρήγορα, κυρίως για να φύγει η λίγδα από το μαλλί μου, αλλά αντί για αυτό έπεσα πάνω στις ανασφάλειες μου. Απολογήθηκα που πάτησα στα αδύνατα σημεία τους αν και την παρούσα στιγμή μου ήταν αδύνατο να αντιληφθώ το μέγεθος της ειρωνείας. Συνέχισαν να με κοροϊδεύουν για την έλλειψη φιλοδοξιών και το μικρό μου πέος, μα το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι πως καλύτερα μπορώ να αντιμετωπίσω τις ασυγκράτητες υπογλυκαιμίες μου. Η προσωπική μου πρόοδος μπορεί να πετύχει μονάχα με αργά σταδιακά βήματα, αν και δεν παρέλειψαν να μου υπενθυμίσουν πως στο πλαίσιο του ευρύτερου κοινωνικού ανταγωνισμού, μου 'χoυν αφήσει παραγγελιά ο Levi-Strauss και ο Δαρβίνος για χοντρούς καυγάδες. Έπρεπε να προπονηθώ.


Πήγα στο φαρμακείο και ζήτησα από τον μασέρ ένα νες ζεστό με μπόλικο γάλα. Με κοίταξε με απάθεια. Κατάλαβα πως ήμουνα σε φαρμακείο και υπό το βάρος του λάθους μου, έριξα τα μούτρα μου και του ζήτησα βιταμίνες, πρωτεΐνες, αμινοξέα, θάρρος και 376 φίλους στα facebookάκια. Με κοίταξε με απάθεια. Διαπίστωσα πως ήμουνα σε κινέζικο εστιατόριο χωρίς μπουφέ. Τον κοίταξα με απάθεια.

Monday, January 31, 2011

O περαματάρης

Φόρτωσα τα πτώματα στο κάρο και σφύριξα χρηματιστηριακά στον Προμηθέα να ξεκουβαληθεί για να συνεχίσουμε. Όσο προσπαθούσε να ξεπεράσει την τρίτη κρίση πανικού για σήμερα, εγώ έχωνα πέντε-έξι δονητές Yamaha με ειδικούς Casio χρονομετρητές ανάμεσα στα ψοφίμια -ο συνηθισμένος συφερτός, ποιητές που κατάπιαν τα μελανοδοχεία τους, σουβλατζήδες που κατάπιαν τον γύρο τους και σύζυγοι εφοπλιστών που κατάπιαν τον πλαστικό χειρούργο τους. Πλησίασα τον Προμηθέα και του 'ριξα ένα χαστούκι σαν εκείνα που έριχνε ο Παπαμιχαήλ στην Αλίκη στο παλιό μου σχολείο. Δεν συνήλθε, και έτσι του 'ριξα μερικά ακόμη, όχι με την κρυφή ελπίδα πως θα σταματούσε η αδερφίστικη του συμπεριφορά αλλά περνούσα τη φάση που εξερευνούσα την σαδιστική μου πλευρά.

Όταν επιτέλους βαρέθηκα, τον έχρισα καμουτσικοφορέα και αμαξά, και έκατσα δίπλα του. Έβγαλα το κουπόνι του στοιχήματος και έκατσα δίπλα του. Κάθε φορά που μαστίγωνε τα ζωντανά έκλαιγε η πουστάρα. Θάνατος – Ζωή το έπαιξα διπλό ημίχρονο, άσσο τελικό, Κυνισμός – Ρομαντισμός το έπαιξα Χ-Χ ενώ το Αυτοκτονία Σήμερα – Αυτοκτονία Αύριο δεν το ακούμπησα καν γιατί κάτι είχε πάρει το αυτί μου πως ήταν στημένο. Θα αργήσουμε μου είπε με τρεμάμενη φωνή ο Προμηθέας, μα συγκρατώντας τον θυμό μου του έριξα μια γερή σφαλιάρα και του είπα να σκάσει. Αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός μας.

Φτάσαμε είκοσι λεπτά μετά το προκαθορισμένο ραντεβού. Ο περαματάρης μας έριξε ένα βλέμμα όλο Robert De Niro με ολίγη Christopher Walken. Άντε γαμήσου ρε μαλάκα του είπα πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα, κερδίζοντας έτσι το πλεονέκτημα. Μύρισα λίγο την ατμόσφαιρα για να δω πόσο είχε κλάσει πάνω του, αλλά το μόνο που πλημμύριζε τους πόρους της μυξιάρικης μύτης μου ήταν το κάτουρο του Προμηθέα. Ξεφτίλα. Τι κοιτάς ρε μαλάκα, του είπα πάλι του περαματάρη, μα πλέον το είχα χάσει το παιχνίδι. Σκατά.
Αργήσατε είπε με εκείνη τη χαρακτηριστική φωνή που έχουν όλοι οι διευθυντές Γυμνασίου. Άρχισα αμέσως μια μηχανολογική μελέτη περί των εξόδων μεταφοράς και πως το καράβι του λίγο επιβαρύνεται από μια χοντρή μπάζα, μα το κάρο μου είναι κατασκευή ελαφριά και τα ζωντανά μου έχουν αυξημένη χοληστερίνη κι άλλα τέτοια φαιδρά, μα ήταν φανερό πως δεν το έπειθα περί του ανοργάνωτου της επιχείρησής μου.

Φορτώστε τα είπε με αυστηρό ύφος που θα έκανε και τον πιο στενόκωλο Συνταγματάρχη να κλάσει πάνω του σε ημέρα νεοσύλλεκτων. Μα εγώ τα περίμενα όλα αυτά – καλά ο Προμηθέας δεν το συζητώ, είχε λιποθυμήσει ώρα τώρα. Μισό του είπα, με ύφος ενός καρδιναλίου, και τα κέρματα; Εσύ πρέπει να τα έχεις ... αντιπρότεινε ο μεσόκοπος Χάρωνας, συνεχίζοντας με ένα 'γαμώ τους καθολικούς μου'. Χωρίς κέρματα, δεν περνάνε, και άμα δεν περνάνε, δεν παίρνεις μια σκατό-courier. Ο σκατό-courier είμαι εγώ.

Στη ζωή μας, ότι και να κάνουμε, πιστεύω πως δικαιούμαστε μερικές στιγμές μεγαλείου, ανάμεσα στις αναρίθμητες ξεφτίλες και αποτυχίες. Στιγμές που τις πανηγυρίζουμε όπως οι ποδοσφαιριστές της δεκαετίας του 60, που πηδούσαν και κλείνανε τα πόδια τους στον αέρα, ενώ ένα αναιμικό δεξί χέρι προσπαθούσε μάταια να σπρώξει μερικά μόρια σκόνης μακριά, όπως όταν μικρά δεν μας παίζανε, αλλά κατά λάθος από ένα σάπιο κόρνερ βάζαμε ένα σάπιο γκολ και τα γαμάτα παιδιά της τετάρτης δημοτικού μας κοιτάγανε στα μάτια με σεβασμό. Τέλος πάντων, τέτοιες στιγμές. Ε, λοιπόν, εκείνη η στιγμή παιζόταν στις λεπτομέρειες να είναι μια από εκείνες.

Κοίτα, του λέω με ύφος δύο καρδιναλίων (το υπόσχομαι δεν θα φτάσουμε στους χίλιους με αυστηρή αναλογία), δεν έχω ασήμι. Έχω όμως κασσίτερο και τον Προμηθέα. Για μια φορά μπορείς να κάτσεις επισκέπτης στο ίδιο σου το γκουβέρνο, και θα 'χεις το μαλάκα από 'δω να κάνει τη βόλτα. Κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά, και όλοι θα βγούμε κερδισμένοι. Άλλωστε, τι μπορώ να κάνω; Να αφήσω εδώ τα κουφάρια να σαπίζουν και να βρωμίζουν την υπέροχη αυτή ακτή; Εσύ θα τη λουστείς τη βρώμα, εγώ θα την κάνω λαϊκά, ότι και αν σημαίνει αυτό, γιατί συνήθως είναι το κεφάλαιο που την κοπανάει στα δύσκολα, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Κοιταχτήκαμε στα μάτια έντονα. Θύμιζε κάτι από spaghetti western αλλά και από αποτυχημένα ραντεβού που δεν έχω απολύτως τίποτα και το παίζω μυστήριος, και προσπάθησα να συγκρατήσω τα γέλια μου. Όταν ξεπεράσαμε το ψυχολογικό όριο των 34 δευτερολέπτων, ήξερα πως τον είχα στο χέρι. Στο κάτω-κάτω τόσα χρόνια η ίδια δουλειά καταντά λίγο μονότονη. Του χαμογέλασα και στράβωσε περισσότερο. Άμα πεις τίποτα στους άλλους σε γάμησα με απείλησα, και άμεσως η εικόνα του γερασμένου του πούτσου να ξεπαρθενιάζει την πολύτριχη κωλοτρυπίδα μου με αρρώστησε μα δεν πτοήθηκα. Μην γίνεσαι μαλάκας τώρα, του λέω καθησυχαστικά και με μια γερή αλα Τσάκωνας φάπα ξύπνησα τον μαλάκα τον Προμηθέα.

Μετά από λίγα λεπτά τα κουφάρια -ensemble με τους δονητές- ήταν φορτωμένα στο σαπιο-κάραβο του Χάρωνα με τον ίδιο στην πλώρη να τρώει σταφύλια όσο ο Προμηθέας προσπαθούσε να κουμαντάρει το GPS. Ρε μαλάκα, του φωνάζω, ίσα ευθεία θα πας! Με τα πολλά, το ξύλινο κουφάρι άρχισε να γλύφει το μαύρο νερό της λήθης, και αμέσως κοίταξα την ώρα. Τέλειως συγχρονισμός.

Οι δονητές ενεργοποιήθηκαν όλοι μαζί και άρχισαν σύσωμα τα πτώματα να τινάσσονται πετάγοντας τα ψεύτικα νομίσματα πέρα δώθε στο τρύπιο κατάστρωμα. Ο Χάρωνας μπορούσε μονάχα να κοιτά παραδομένος την πανωλεθρία του ενώ ο Προμηθέας εκτελούσε περίτεχνους ελιγμούς φοβούμενος επικείμενη περαιτέρω βύθιση του επιπέδου της εν λόγω ιστορίας. Εν τω μεταξύ, τα πτώματα πλέον χορεύανε ιπτάμενα και λεύτερα, λίγο θες από τους δονητές, λίγο από τις απότομες στροφές του πανικοβλημένου Προμηθέα του οποίου οι παλμοί είχαν κάνει limit-up. Όπως και να ΄χει, το θέαμα ήταν αρκετά γελοίο.

Έβγαλα τσιγάρο, φλασκί και Rayban γυαλιά και άρχισα να ουρλιάζω. Την πάτησες μαλάκα! Κουβαλάς ζωντανούς! Τα ζόμπι κατεβαίνουν στον Άδη! Αυτά δεν είναι πτώματα, ρε μαλακακαύλι, σόου του Broadway είναι! Τα κέρματά σου είναι πιο άχρηστα και από μετοχές της Citibank ρε παλιοξεφτίλα! Τέλειωσα το τσιγάρο μου και μέτρησα το ασήμι μου στις τσέπες μου. Παρήγγειλα φραπέ σκέτο και άνοιξα την Χρυσή Ευκαιρία. Για ένα μυστήριο λόγο πίστευα πως έπρεπε να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό

Sunday, January 30, 2011

Πιστοποιημένος Ανελκυστήρας

Κάλεσα το ασανσέρ και πάτησα αύριο. Λίγο πριν φτάσει, άλλαξα γνώμη και πάτησα STOP, μα δεν έγινε τίποτα. Μια ηλεκτρονική φωνή βάλθηκε να με κοροϊδεύει. No way pal, μου είπε και παραξενεύτηκα Κι εγώ που νόμιζα πως ήσουνα made in China δικέ μου, μα ήταν ήδη αργά. Ήταν αύριο. Έκλεισα τα μάτια και βγήκα έξω. Τα άνοιξα και βρέθηκα σε μια παραλία στο Μαλάουι. Μπορεί η κονσόλα να ήταν αμερικάνικη μα ο οροφο-επιλογέας ήταν σίγουρα κινέζικος. Βέβαια καθώς γέμιζα τις ελβιέλες μου με ψιλοκομμένη άμμο συνειδητοποίησα το βάθος του ρατσισμού μου. Λες και οι ελληνικοί οροφο-επιλογείς είναι καλύτεροι. Ποιος διάολο φοράει ελβιέλες;

Naturally έψαξα τις τσέπες μου για τσιγάρο και αναπτήρα μα το μόνο που βρήκα είναι ήταν ένα σύκο και μια μπατονέτα. Αμέσως κούνησα το ποντίκι εκεί που λέει 'MacGyver Complete Series' και έψαξα να βρω κάποια καλή ιδέα. Εις μάτην βέβαια, και έτσι έφαγα το σύκο και τραυμάτισα το τύμπανο του αυτιού μου με την μπατονέτα. Δύο γυμνόστηθα μουνάκια γέλασαν μαζί μου. Τις σκρόφες, αντί να κάτσουν να πούμε να με βοηθήσουν τόσο όσο αναφορά το χωροταξικό μου πρόβλημα όσο και το πληγωμένο τύμπανό μου, αντίθετα με τραυμάτισαν ψυχολογικά. Ευτυχώς όμως δεν έχω λεφτά για ψυχανάλυση και έτσι τη γλύτωσα. Νομίζω.

Προσπαθούσα να πλησιάσω την ακτή. Δεν έκαιγαν τα πόδια μου, μα το ένστικτο παραμένει ένστικτο. Βέβαια δεν έφτασα ποτέ γιατί σκόνταψα στο μαξιλάρι μου και χτύπησα το μάτι μου στη κουπαστή του βράχου. Ανασυγκροτήθηκα, σηκώθηκα, άκουσα τις γυμνόστηθες καριόλες να κατουριούνται στα γέλια και έκανα πως περπατάω σοβαρά, αντρίκια. Πέταξα το στέρνο μέσα, έθαψα το μπυροκοίλι πιο βαθιά και από τη συλλογή μου με πορνό υπέρβαρων υπέργηρων, και πέταξα το λυρί μου ανάποδα από τη φορά της χαίτης μου. Χλιμίντρησα.

Καθάρισα τις όπλες μου από το μαλακό γρασίδι φτηνών ασκήσεων ατάλαντων σπουδαστών ζωγραφικής της αυστριακής σχολής και ύστερα δακτυλογράφησα μια μαινόμενη επιστολή στο ιστορικό περιοδικό 'Παράγραφος' (πουλάει παραπάνω και από τους New York Times) καταδικάζοντας την αυτόματη γραφή ως ξεπερασμένη κενή μόδα των βαρεμένων καταδικασμένων στη λήθη. Η αρχισυνταξία μου απάντησε πως η έκδοσή της έχει σταματήσει από το 1993 και στο κάτω κάτω θα προτιμούσε να κόβει κρεμμύδια για την Αρχιεπισκοπή και να συσκευάζει τα δάκρυα της για μελλοντική χρήση παρά να απαντά σε παρανοϊκά γράμματα γραμμένα με ξεθωριασμένη μελάνη.

Παρόλο το σερί αποτυχιών μου, έψαξα να βρω μια ξαπλώστρα να αράξω, δεν βρήκα, έψαξα μια πετσέτα να αράξω, δεν βρήκα, έψαξα να βρω τενεκέ ξεγάνωτο να πετάξω την αξιοπρέπειά μου, δεν βρήκα, και έτσι πέταξα τον κώλο μου στην άμμο και παρήγγειλα μια Pina Colada. Ο σκαντζόχοιρος δίπλα μου διαμαρτυρήθηκε πως δεν ήταν σερβιτόρος, και του εξήγησα πως τα αγκάθια στη πλάτη του δεν είναι δικαιολογία για την τεμπελιά του, πως καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή και πως τέλος πάντων τι μέσο πρέπει να έχει κανείς για να έχει ένα γαμημένο κοκτέηλ σε αυτή την αλλοτριωμένη βρωμο-παραλία. Ο σκαντζόχοιρος κουλουριάστηκε και έβαλε τα κλάματα, μα ο πελαργός μου πρόσφερε μια Τεκίλα Ξημέρωμα, με την οποία και συμβιβάστηκα υπό την προϋπόθεση να καθαρίσω την παραλία μόλις τελειώσω. Δε με αρέσουν οι εκβιασμοί και έτσι το θεώρησα σαν μια δίκαια συναλλαγή. Κάτι σαν positive externalities που λένε και οι οικονομολόγοι

Φυσικά μου ήταν αδύνατο να προλάβω, διότι το δημόσιο έλλειμμα αποφάσισε να μπανιαριστεί προκαλώντας ένα τσουνάμι τηλεοπτικών διαστάσεων. Αρνήθηκα να υποχωρήσω όμως, και έτσι βυθίστηκα στο ηθικό μου χρέος, διατηρώντας φυσικά την περηφάνεια μου. Όταν κάπως ηρέμησαν τα πράματα, ο Μπομ ο Σφουγγαράκιας μου έφερε μια ακόμη Τεκίλα Ξενέρωμα κι όλα πήγαιναν υπέροχα, πραγματικά υπέροχα, μέχρι που ήρθε μια από τις γυμνόστηθες γκόμενες. Φυσικά εξακολουθούσε να γελάει με τα χάλια μου, αλλά παρόλο την υπαρξιακό παραλληλισμό μου με τη ζήτηση των τοξικών ομολόγων μου μίλησε. Είσαι αστείος μου λέει, και ο αυτόματος μεταφραστής μέσα μου λέει είσαι γελοίος, αλλά δεν πτοούμαι. Πόσο πιο χαμηλά μπορώ να πέσω σκέφτομαι καθώς αναπροσαρμόζω τη μάσκα οξυγόνου. Πως σε λένε τη ρωτάω, με πλησιάζει λάγνα και μου λέει Αγάπη, εσύ; Μου γίνεται τσιμεντοκολώνα, και της λέω με ύφος Bond, James Bond, γελάει και τρέχει να πλατσουρίσει στην ακρογιαλιά.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι τον Ζωρζ Πιλαλί να μου κοπανάει ένα theremin στο κεφάλι και να με απειλεί πως αν δεν αφήσω τον μεταμοντερνισμό κατά μέρος θα με πουλήσει στους γύφτους. Του απολογήθηκα πως δεν έχω τίποτα μέσα μου, πως όλα κάηκαν στη μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου του 1666 και έβαλα τα κλάματα (υποβρυχίως). Με αγκάλιασε, άρχισα να θηλάζω και εκείνος μου έλεγε για τότε που ήταν στο Las Vegas. Τότε ήταν η μαγική στιγμή που συνειδητοποίησα πως είχα καταφέρει να πέσω ακόμη πιο χαμηλά και σε μια στιγμή πανικού πήρα το πρώτο τρένο για Κατμαντού. Μπήκα στην τουαλέτα γιατί κατουριόμουνα από τις πολλές τεκίλες, πάτησα σπίτι και βγήκα σε ένα σουβλατζίδικο στην Κλεισθένους. Το τζατζίκι ήταν χάλια.

Monday, January 17, 2011

Έμαθα...

Έμαθα, λένε πως χτίζουνε φράχτη στον 'Εβρο να μην αφήνουν τους μετανάστες να περνάνε στην γλυκιά πατρίδα μου. 'Εμαθα πως από τα ξένα μας τάξανε πως οι νάρκες κατά προσωπικού δεν είναι σωστό πια να της χρησιμοποιούμε και πως καλύτερα με τον φράχτη, τα χαντάκια και τα σκυλιά που μυρίζουνε. Διάβασα ακόμη πως τοίχους και φράκτες, είχαν ή έχουν κι άλλες χώρες όπως το Ισραήλ ή το Ανατολικό Βερολίνο παλιά. Έμαθα, λέει πως αραπάδες κρύβονται στους τροχούς αεροπλάνων για να φτάσουν στην Ευρώπη και παγώνουν, πριν προλάβουν να δουν τις αδερφές τους να εκδίδονται στην Ευρυπίδου. Έμαθα πως άλλοι θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο, και πληρώνουν για αυτό. Έμαθα πως θα πάρουμε εγκατελειμένα στρατόπεδα και θα τα κάνουμε κέντρα υποδοχής μεταναστών μέχρι να απελαθούν αλλά δεν έμαθα τι σημαίνει αυτό. Ξέρω πως και αυτή την ιδέα την εισάγαμε από τα ξένα και από το παρελθόν επίσης. Άκουσα πως μένουν σε ένα δωμάτιο δεκαπέντε άτομα και για αυτό βρωμάνε. Έμαθα κιόλας πως για ένα κομμάτι ψωμί τους δίνουν να πουλάνε CD και τσάντες ψεύτικες. Άκουσα να λένε πως όσοι είναι παράνομοι θα τους απελάσουν και όσοι είναι νόμιμοι θα τους κρατήσουν, μα δεν έμαθα πως γίνεται κανείς νόμιμος. Διάβασα πως σε μια πλατεία κυνηγάνε κόσμο και απειλούν με πυρπολησμούς. Έμαθα πως το σπίτι μου το 'χτισε Αλβανός. Έμαθα πως δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά δεν αντέχουμε άλλους μετανάστες. Έμαθα πως συλλαμβάνουν ανθρώπους και τους δέρνουν στα κρατητήρια. Έμαθα πως στην πόλη στήνονται γκέτο και χαράζονται διαχωριστικές γραμμές. Έμαθα πως εκαντοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δουλεύουν χωρίς χαρτιά και χωρίς ασφάλιση. Έμαθα πως κάποτε οι παπούδες μου ήταν μετανάστες. Έμαθα πως κάποιοι έχουν ράψει το στόμα τους.


Τελικά δεν έμαθα και πολλά.

Monday, January 10, 2011

Κύκλοι

Αστραπές βροντάνε στην ερημιά γύρω μου. Πηγές αναβλύζουν μαύρο νερό, κι ένας γέρος γυμνός με γυαλιά ψάχνει να βρει ένα βιβλίο. Να διαβάσει, να γράψει, δεν ξέρω πια. Ψάχνω τους φίλους μου, μα τα γόνατά μου λυγίζουν. Νιώθω το έδαφος σκληρό στα πόδια μου. Κλείνω τα μάτια μου, μα το φως με πονάει, τα ανοίγω και το σκοτάδι με κουράζει. Άνεμοι χορεύουν με τη σκόνη, γυρνάνε γύρω γύρω, όλα σε ένα κύκλο, όλα γύρω γύρω, όλα σε μια σπείρα κλειστή.

Κύκλους θέλετε λοιπόν;

Σκαλίζω με τα χέρια μου το σκληρό χώμα, δεν ψάχνω κάτι να βρω, πονάω μα δεν έχω δάκρυα αρκετά λάσπη να φτιάξω.

Κύκλους θέλετε λοιπόν;

Σηκώνομαι, γυρνάω πίσω να φύγω από 'δω, μα τα μάτια μου στα ίδια πέφτουνε, παντού είναι όλα τα ίδια.

Κύκλους θέλετε λοιπόν; Και εγώ σε ένα κύκλο είμαι λοιπόν, στο κενό κέντρο του, και όπου κι αν γυρίσω τα ίδια θα αντικρίσω. Πέφτω λοιπόν κάτω, κυλιέμαι στο χώμα, το αναζητώ, το αφήνω να με ζυμώσει, το γεύομαι, το κάνω δικό μου.

Σηκώνομαι πάλι βαπτισμένος στο χώμα που θα με θάψει, και στροβιλίζομαι καταδικασμένος στη λήθη, γύρω- κι όλο γύρω, σαν παιδί μικρόο που κυνηγά τη ζάλη, ένα φθηνό παιχνίδι σε μια στιγμή ακριβή.

Κύκλους δεν θέλατε; Θα στροβιλίζομαι λοιπόν με τα μάτια ανοιχτά, με τα μάτια κλειστά, σηκώνοντας σκόνη, μή ψάχνοντας κάτι πια να βρω, θα γυρνώ γύρω, γύρω και γύρω στο πρωτόγονο καρουσέλ μου.

Μέχρι να πέσω, να σωριαστώ ημιλιπόθυμος και διψασμένος.

Saturday, November 06, 2010

Η μεταμοντέρνα ερμηνεία της τεμπελιάς και ο Θανάσης pt1

Ο Θανάσης. Για κάποιο λόγο κάθε ιστορία πρέπει να ξεκινάει με ένα όνομα, με ένα πρόσωπο. Εν προκειμένω ο Θανάσης, ένα τυπικό αξύριστο δείγμα αναξιοπρεπούς ανθρώπου. Ο Θανάσης λοιπόν, σηκώθηκε από τα βρώμικα σεντόνια του, έβαλε καφέ στη βρώμικη κούπα του, και έκατσε στη βρώμικη καρέκλα του και έβαλε να παίζει μια νέα αμερικάνικη σειρά στη βρώμικη οθόνη του βρώμικου από τους ιούς υπολογιστή του. Βασικά, το μόνο καθαρό πράμα στο σπίτι του ήταν ο πούτσος του -και αυτό αμφίβολο- αλλά σύμφωνα με τον Θανάση πίσω απο τη βρώμα και την ατημέλεια υπήρχε μια ασυνείδητη αντιδραστικότητα απέναντι στη κομφορμισμό και τον καλοπρεπισμό της μετριότητας που μαστίζει τη σύγχρονη κοινωνία. Ήταν ένας Δον Κιχώτης ανάμεσα στους ολιγάριθμους καταδρομείς της μποέμ φρουράς της ευσυνειδησίας και του απελευθερωμένου πνεύματος που με νύχια και ποιήματα αντιστεκόταν απέναντι στο σκοταδισμό της σύγχρονης ολιγαρχίας του αδυσώπητου καπιταλισμού και των ξενέρωτων. Ήδη σκεφτόταν τι θα έλεγε στα εγγόνια του -άμα ποτέ αποκτούσε από τις λεσβίες κόρες του τις οποίες και αυτές ήταν αμφίβολο άμα ποτέ τις αποκτούσε. 'Μπορεί να να μου έπεσαν τα δόντια στα σαράντα, αλλά τουλάχιστον κράτησα την αξιοπρέπεια μου και ποτέ μου δεν αγόρασα εφημερίδα που πρόσφερε και βιβλίο μαζί, όσο ωραίο και αν ήταν το εξώφυλλο.'

Όσο σκεφτόταν αυτές τις μαλακίες ο Θανάσης, είχε απλώσει στο βρώμικο του τραπέζι ένα φάκελο, μια λευκή κόλλα χαρτί, ένα μπουκαλάκι με αλάτι, ένα μπωλάκι με ζάχαρη, και τέλος πάντων μια πλαστική μαλακία που είχε μαύρο πιπέρι. Αποφάσισε να πάρει το πιπέρι. Έβαλε μπόλικο μέσα στο φάκελο. Έπιασε τη λευκή κόλλα χαρτί, αναλογίστηκε γιατί δεν είναι τρέντυ αστούλης που θα είχε χαρτί από ανακυκλώσιμο πολτό, έβρισε θεούς και δαίμονες που δεν έβρισκε ένα κατάλληλο στυλό, και εν τέλει κάνοντας χρήση ενός παλιού Bic το οποίο για πολύ καιρό αναρωτιόταν πως γίνεται η συγγραφική του δράση να περιορίζεται σε κουπόνια στοιχήματος και ημιτελή ποιήματα, ο Θανάσης έγραψε 'Μου 'χεις γαμήσει την ψυχή ρε Κατερίνα...' και έξυσε το βρώμικο κεφάλι του. Κοντοστάθηκε λίγο, και συνέχισε. 'ΥΓ: Επειδή ξέρω πως μέσα σου κουβαλάς την τριμμένη άμμο του μικροαστικού ψυχισμού παρά τις φλόγες μιας πυρωμένης καρδιάς, σε παρακαλώ μόλις βαρεθείς να με βρίζεις, ανακύκλωσε αυτό το γράμμα'.

Ο Θανάσης έξυσε για μια ακόμη φορά το βρώμικο σκάλπ του, φαντάστηκε πως θα μπορούσε να ήταν ήρωας ενός μυθιστορήματος του Gabriel Garcia Marquez, διάβασε το γράμμα του, και ικανοποιημένος από την εξυπνάδα του, τύλιξε το χαρτί και το έβαλε στο φάκελο -ο οποίος περιέργως δεν ήταν βρώμικος- μαζί με το πιπέρι. Μετά συνειδητοποίησε πως η Κατερίνα, όσο και αν την αγαπούσε, ήταν λίγο υστερική και το χιούμορ της δεν έφτανε μέχρι τα ανώτερα Gestahl που μονάχα αυτός και ελάχιστοι άλλοι εκτιμούσαν. Θυμήθηκε τις άπειρες φορές που είχαν βγει για ποτό για 'να τα πούνε' και ο ίδιος χαχάνιζε από μέσα του όσο η Κατερίνα τον κοίταγε με ένα ύφος περιέργειας και αποδοκιμασίας. Όμορφες εποχές. Ευτυχώς για τον ίδιο, μετά από πέντε λεπτά που αμφιταλευόνταν για το άμα θα έπρεπε να στείλει το γράμμα ή όχι, κατάλαβε πως δεν είχε βάλει υπογραφή και αυτό θα την τρόμαζε φοβερά, διότι ποιος ξέρει πόσων άλλων την ψυχή είχε γαμήσει η Κατερίνα. Έτσι έβγαλε το γράμμα -το οποίο πια είχε βρωμίσει χάρη στο μαύρο πιπέρι- και έβαλε την απαραίτητη υπογραφή: 'Θα σε αγαπώ για πάντα, Θανάσης'.

Έχοντας πετύχει έναν ακόμη συγγραφικό θρίαμβο, ο Θανάσης έκλεισε τον φάκελο, τον έγλυψε λίγο παραπάνω από ότι χρειαζόταν και τον σφράγισε. Διεύθυνση αποστολέα έβαλε εν τέλει την Γαλλική Πρεσβεία, θυμόμενος πως κάποτε η Κατερίνα είχε στείλει ένα βιογραφικό για μεραφράσεις, μεταγλωτίσεις κι άλλα τέτοια. Τον είχε ενθουσιάσει η ιδέα πως άμα ερχοταν ποτέ η Λίβερπουλ ή η Λυόν να παίξει, η Κατερίνα θα μπορούσε να του βρει τσάμπα εισητήρια όσο η ίδια θα μετέφραζε τις φτωχές δικαιολογίες του Ουγιέ για το ασύνδετο παιχνίδι της ομάδας του. Βέβαια ποτέ δεν πήρε την δουλειά η Κατερίνα -η οποία για να μην ξεχνιόμαστε, του 'χε γαμήσει την ψυχή αλλά όχι το κορμί όπως ο ίδιος θα ήθελε- και ο Ουγιέ ποτέ δεν τίμησε την χώρα των Γραικών, ίσως επειδή οι ενδεκάδες του προχωρούσαν σε διοργανώσεις στις οποίες πεισματικά οι ελληνικές ομάδες αρνιόντουσαν να προοδεύσουν, βλέπε Champions League. Όπως και να 'χει, πέρα της υπερτίμησης του ταλέντου του Νίνη, και το καταραμένο 4-5-1 με αργοκίνητους μπακ του Παναθηναϊκού, ο Θανάσης είχε αρκετά εμπόδια ακόμη στη σημερινή του μέρα.

Για αρχή, έπρεπε να βρει ένα βρώμικο τζην να φορέσει όπως και κάτι αρκετά ζεστό για το βυθισμένο στέρνο του, όπως ένα μπουζάκι και ένα πουλόβερ με λιγότερο από δύο τρύπες ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων ρε αδερφέ μου. Εν τω μεταξύ, στην βρώμικη οθόνη του υπολογιστή του, η αμερικάνικη σειρά αποδείκνυε για μια ακόμη φορά πως πως τα παιδιά της Coca-Cola και του Συνταγματάρχη Sanders ήξεραν να κάνουν καλές παραγωγές στο πλαίσιο της βιομηχανικής επανάστασης στο κόσμο της τέχνης και του θεάματος, χωρίς να υπάρχει λόγος αυτά τα δύο να εξισώνονται. Αυτή του η παρατήρηση, τον καθυστέρησε περίπου για κανά μισάωρο. Και ύστερα για μια ακόμη ωρίτσα. Εν τέλει αποφάσισε να συνεχίσει την καθημερινότητά του με το κλασικό προ-μεσημεριανό του χέσιμο, ευγενική χορηγία του σκέτου Nescafe και του χθεσινοβραδινού βρώμικου που έφαγε. Όμορφα.

Όσο η κωλοτρυπίδα του εξισορροπούσε την εσωτερική πίεση των εντέρων του -πάρα πολύ όμορφα- αναρωτιόταν αν θα ήταν το ίδιο γαμάτος θα ήταν ο Bukowski αν είχε υπολογιστή αντί για γραφομηχανή, και πόσους φίλους θα είχε ο Καρυωτάκης αν είχε Facebook και αν εν τέλει θα προλάβαινε την αυτοκτονία του η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Στη συνέχεια αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα μπορούσε να διατηρεί βρώμικο το βρώμικο μπάνιο του, και αφού έπεισε τον εαυτό του να αγοράσει νέα σφουγγαρίστρα, υπενθύμισε στο ανήσυχο πνεύμα του πως χάρη στις κακές του συνήθειες το ανοσοποιητικό του σύστημα έθριβε -έθριβε κυρίες και κύριοι!- από αντισώματα των οποίων τις ευεργετικές ιδιότητες θα χαρούν οι πιθανοί απόγονοί του. Ο Θανάσης περνούσε πολύ ώρα με τον εαυτό του. Από την τηλεόραση, τα σπρεντς εκτοξευόντουσαν στα ύψη, και στο πνεύμα των ημερών ο Θανάσης, σπρένταρε κι άλλο την κωλοχαράδρα του για να πέσει και η τελευταία κουραδίτσα. Μιλάμε για απερίγραπτη ομορφιά.

Σε μια χώρα που χρώσταγε πολλά και δεν παρήγαγε τίποτα, ο Θανάσης δε χρώσταγε τίποτα αλλά ήθελε πολλά. Τον έπιανε αηδία που η γενιά του αυτοχαρακτηριζόταν από τα πόσα έπαιρνε μισθό και του ερχόταν εμετός από τη παιδιάστικη εσωστρέφειά της η οποία αναλωνόταν σε ψαγμένα art-bar με εκθέσεις του κώλου. Ο Θανάσης ήταν ιδιαίτερα εγωπαθής που μισούσε την μετριότητά σου όσο και αυτή των υπολοίπων, και ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που η Κατερίνα δεν τον γούσταρε, αλλά ποιος ξέρει τι σκατά κουβαλούσε κι αυτή στο κεφάλι της. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν συμμετείχε σε συλλογικές συνειδητότητες των οποίων ηγείτο ο Θανάσης σε στιγμές μεγάλης έμπνευσης και μέθης, αφού είχε φαίνεται σημαντικότερα προβλήματα, όπως το με ποιόν να βγει το Σάββατο βράδυ και σε ποιό party -γούαου- θα πάει. Και να γαμήσει τη ψυχή του Θανάση φυσικά, για να μην ξεχνιόμαστε. Ο ατυχής και βρωμιάρης Θανάσης από την άλλη, χωρίς να κάνει διακρίσεις είχε διάφορες ασχολίες στο (βρώμικο εξυπακούεται) μυαλό του στη διάρκεια της ημέρας. Τι θα φάει, ποιά θα προσπαθήσει να μπαλαμουτιάσει, τη μαζική γενοκτονία του νου που διαπράττεται καθημερινά από τα ΜΜΕ, πως καλύτερα θα έσφαζε τον Θράσο Μπένη, γνωστό DJ και καθίκι με τον οποίο είχε μια αιώνια μουσική κόντρα (για την οποία φυσικά ο Μπένης δεν γνώριζε απολύτως τίποτα), την πιθανότητα πως στη πραγματικότητα το σύμπαν δεν έχει πεπερασμένο όγκο, αλλά πως στα όρια του έτεινε -ή ξέφτινε- προς μια μηδενική ακτινοβολία της οποίας η ασθενής πηγή έτεινε -αλλά δεν ξέφτινε- στο άπειρο, πως καλύτερα θα διατηρούσε τη μεταμοντέρνα στάση ζωής του χωρίς να εκφυλιστεί σε έναν από εκείνους τους μισητούς μηδενιστές, πως ο πουριτανισμός και η σεμνοτυφία των παιδικών του χρόνων ακόμα τον καταπιέζει κάθε φορά που τραβάει μαλακία, άμα ο ελιτισμός είναι εν τέλει η κατάρα ή η καρδιά της τέχνης, πως καταφέρνει η Σίσσυ Χρηστίδου και είναι τόσο μουνάρα, πόσο μαλάκες είναι οι άντρες που γουστάρει η Κατερίνα, και πότε επιτέλους θα φτιάξει τα υδραυλικά του σπιτιού του.

Γενικά, οι σπειροειδής διαδρομές του μυαλού του -κάτι σαν μια τηλεόραση που παίζει αποκλειστικά διαφημίσεις- ήταν πάντα μια βολική δικαιολογία για τη τεμπελιά του και τον πνευματικό του ναρκισσισμό. Στο σχολείο ήταν ο κλασσικός μαλάκας που δεν τελείωνε ποτέ την έκθεση του, αλλά ο καθηγητής του των είχε κουμπωμένο στο 17, γιατί είχε κάτι προχωρημένες για την ηλικία του ιδέες παρόλο το μούφα συντακτικό του. Τώρα φυσικά, οι ελεεινοί συμμαθητές του που μετά βίας συμπλήρωναν μια σκέψη κάνουν καριέρες, καθαρές ζάντες στα αμάξια τους (σημαντική λεπτομέρεια) και κάποιοι από αυτούς κατέβαιναν στις δημοτικές εκλογές με Photoshop δόντια ενώ ο Θανάσης ήταν ακόμα εκείνο το σπυριάρικο δεκαεξάχρονο με τις ίδιες μαλακισμένες ιδέες που δεν του καθόντουσαν οι γκόμενες που γούσταρε. Αυτός ήταν ο Θανάσης λοιπόν που είχε κάνει την άρνηση στάση ζωής και την αδιαφορία σιωπηρή συνενοχή.

Ο Θανάσης προχώρησε γρήγορα στο γνωστό πλαν Μπι -φόρεσε δηλαδή ακριβώς ότι φορούσε το προηγούμενο βράδυ- και με αποφασιστικότητα βγήκε από το σπίτι και κάλεσε το ασανσέρ.

Βέβαια ο Θανάσης είναι μαλάκας από τους λίγους, και ξέχασε να πάρει τον φάκελο. Άμα θέλεις να αποχωρήσει ο Θανάσης από την ιστορία στείλε SMS με το μήνυμα 'ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ' στο 090-696969 τρεις και πάρε τα αρχίδια μου. Βρίζοντας, άνοιξε την πόρτα, μπήκε στη βρώμικη γκαρσονιέρα του, και σε έκπληξη του σύμπαντος πήρε τον φάκελο και ξαναβγήκε, λιγότερο αποφασιστικά αυτή τη φορά. Αυτές οι μικρές ήττες στο απαράμιλλο στυλ του τον τσακίζανε.

Στον έξω κόσμο, ο Θανάσης έκανε τα συνηθισμένα. Έψαξε φαρμακείο για να πάρει βασιλικό πολτό, διαπίστωσε πως είχε βγει πολύ αργά και όλα ήταν κλειστά, διάβασε λάθος τα εφημερεύοντα, κατευθύνθηκε προς ένα προς το Μουσείο, βαρέθηκε, γύρισε προς τα πίσω και κατέληξε στο στέκι του να πιεί ένα διπλό espresso αναβάλλοντας την αγορά σφουγγαρίστρας αφού στο κάτω κάτω είχε τέσσερα σφουγγαράκια, εκ των οποίων το ένα θα μπορούσε να αναλάβει τη βρωμοδουλειά καθαριότητας των πιο τρανταχτών σημείων -εκείνων δηλαδή που ένα γκομενάκι παρόλο την κατάσταση μέθης που θα την είχε φέρει ο Θανάσης θα έβλεπε και θα ξεκαύλωνε. Όσα βλέπει η πεθερά δηλαδή που λέει και ο λαός, μια συνήθεια που είχε αποκτήσει ο Θανάσης όταν ήταν καψιμιτζής στο στρατό. Πέραν αυτής της σοφής απόφασης, όσο τριγυρνούσε στους δρόμους της γειτονιάς του δεν έχανε ευκαιρία να μπανίζει γκομενάκια και πρωτοσέλιδα εφημερίδων πρακτική η οποία τον συνέτριβε, ενώ όταν πήγε να πάρει φαγητό από το αγαπημένο του ταχυφαγείο, η ποικιλία τον απογοήτευσε και έτσι αποφάσισε να φάει 2 αυγουλάκια και κανά γιαούρτι, γιατί πάνω από όλα ήταν θιασώτης της υγιεινής διατροφής και θιασάρχης μιας μίζερης ζωής. Όταν τέλειωσε την αγοραφοβική του εκδρομή, και βγήκε από το ασανσέρ, συνειδητοποίησε πως δεν είχε αγοράσει μπαταρίες και δεν είχε βάλει πλυντήριο. Φυσικά δεν είχε στείλει το γράμμα, περισσότερο γιατί δεν ήξερε τι αντίτιμο σε γραμματόσημα χρειαζόταν παρά γιατί δεν ήταν σίγουρος. Όχι πως ήταν σίγουρος, κάθε άλλο. Μιλάμε για χοντρό μαλάκα, όχι αστεία.

Ο Θανάσης δεν ήταν ξεχωριστός, ούτε ιδιαίτερα έξυπνος ή προικισμένος με κάποιο ταλέντο, τουεναντίον είχε διάφορες νευρώσεις, ένα κάρο αδυναμίες τις οποίες αποκαλούσε πάθη του μοιραίου χαρακτήρα του κι άλλα τέτοια χαριτωμένα, ούτε τέλος πάντων είχε κανένα σούπερ ατού στο παιχνίδι του alpha male της σύγχρονης μαϊμουδένιας κοινωνίας. Είχε συμβιβαστεί με τις ιδεές του και αναγνώριζε πως περνούσε μια ακόμη φάση βαρεμάρας και ανούσιας ύπαρξης, χωρίς δημιουργία, ουσία ή περιπέτειες, η οποία πλημμύριζε το τσι του με αρνητική ενέργεια με προφανή θύματα τους φίλους του, την κοινωνία εν γένει, και όποιον μαλάκα έτυχε να θαυμάζει εκείνη τη περίοδο η Κατερίνα. Δεν ήταν πως είχε αλλάξει τις ερμηνείες του και τις σοφιστείες του περί λειτουργίας του κόσμου, του ανθρώπου, της ψυχής και της μηχανής του espresso, απλά τώρα ήταν αρνητικά προκατειλημμένος απέναντί της (της γενικότερης συμπαντικής λειτουργίας, όχι της μηχανής), αντί να την χαρεί όπως έκανε άλλες -σπανιότερες- εποχές. Ήταν μίζερος ρε αδερφέ, πως το λένε;

Αναγνωρίζοντας όμως πως το ποσοστό επιτυχίας του στις συμβατικές ανάγκες της καθημερινότητάς του ήταν ίδιαίτερα χαμηλές, έβαλε πλυντήριο και σκότωσε λίγη ώρα με ένα σαρανταπεντάρι Magnum και σβήνοντας άχρηστα, αδιάφορα και γενικά οτιδήποτε με το στερητικό 'α' μπροστά e-mail. Η ώρα έπιασε την πληγή της με φρίκη και είδε τον χρόνο να κυλάει νεράκι πριν σωριαστεί στο βρώμικο πάτωμα του Θανάση -οι καθαριότητες αναβλήθηκαν για την επόμενη όπως ήταν φυσιολογικό- ο οποίος άφησε την τηλεόραση να παίζει ένα μεταγλωτισμένο περιμένοντας τον Ανδρέα αναλογιζόμενος πόσο πολύ μπορούσε να ξεφτιλιστεί και απόψε στα μπαρ της ακολασίας. Ευτυχώς ο υπέρβαρος αλλά λιγότερο βρώμικος Ανδρέας ήρθε σχετικά νωρίς και διέκοψε τις μαλακισμένες σκέψεις του Θανάση, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν να μολύνουν τον αιθέρα της παγκόσμιας σκέψης με ακόμα πιο γελοίες θεωρίες και θεωρητικές εξερευνήσεις με ομαδική αυτή τη φορά διάθεση. Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, ο Ανδρέας έπρεπε να κάνει χρήση Clarke για να βρει λίγο χώρο να κάτσει στον καναπέ παύλα γκαρνταρόμπα.

Ο Ανδρέας ήταν το ίδιο τεμπέλης με τον Θανάση, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο ένας ανεχόταν την παρέα του άλλου, πέρα από το γεγονός πως με τα κεράσματά του ο Θανάσης συντηρούσε που και που την μπάκα του Ανδρέα. Άλλωστε δύο καλοί φίλοι (ως γνωστόν υπάρχουν και οι κακοί φίλοι, βεβαίως βεβαίως) μπορούν και ταιριάζουν όταν μοιράζονται τις ίδιες ενοχές που ποτέ των ποτών και των αναψυκτικών δεν θα αποκάλυπταν σε μια πιθανή ή απίθανη γκόμενα. Κατά τα άλλα, ο εξίσου βαρεμένος από τις συμβατικότητες της πραγματικότητας και της ανικανότητας του να τις σπάσει, ο Ανδρέας δεν ήταν το alter ego του Ανδρέα, κάθε άλλο αφού τέτοιους μπανάλ ρόλους τους άφηνε για το Ρουβά. Απλά άμα ασπαστούμε τη θρησκεία του Cosmopolitan, ο Ανδρέας και ο Θανάσης ήταν δύο νησιά που ανάμεσα τους υπήρχε ένα έλος δια μέσω του οποίου μπορούσαν να επικοινωνήσουν.

Το λίγο μεγαλύτερο νησί του Πελάγους της Ανεμελειάς άρχισε το γνωστό γαϊτανάκι της καζούρας του για την Κατερίνα μπερδεύοντας τα χοντροκομμένα χέρια του στη φτωχή συλλογή ποτών του Θανάση, όσο ο έτερος ρέμπελος απέκρουε τις επιθέσεις του φίλου με ανάποδα φάλτσα και βρισιές.

Τι γίνεται με την Κατερίνα;
Τα ίδια, ξέρεις τώρα.
Είσαι βλάκας, τελείως βλάκας, το ξέρεις ε; (γέλια)
Σκάσε βλάκα. Πούστη. Τελειωμένε.
Εσύ είσαι βλάκας. (περισσότερα γέλια)
Εκεί που είμαι, ήσουνα, αλλά εκεί που είσαι δεν νομίζω να βρεθώ.
Καλά, καλά. Ποιά είναι η γνώμη σου για την acid jazz.
Την ακούνε κάτι πούστηδες σαν κι εσένα.

Κάπως έτσι προχωρούσε η κουβεντούλα των δύο φίλων με μισό μπουκάλι Jameson και ένα ολόκληρο Haig, τρία καραφάκια ούζο, λίγη βότκα, ένα ανοιχτό λικέρ μαστίχα, και ένας απροσδιόριστος αριθμός από Amstel γιατί έτσι γουστάρανε. Για παρέα είχαν τους Deftones, την Κάλλας -όχι εκείνη με το αλάτι- τους Mono, την Μπέλου, τους Motorhead, τους The National, τον Stravinsky, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους Stone Roses μεταξύ άλλων και για αναπνοή άπειρα καλοστριμμένα τσιγάρα και ορφανούς στίχους αθάνατων ποιητών. Τι έγραψα πάλι ο πούστης. Όταν κάποια στιγμή τους τέλειωσε το αλκόολ, με φοβερό επαγγελματισμό κάνανε ένα διάλλειμα δέκα λεπτών μέχρι να πεταχτούνε στην κάβα και να επανέλθουν τάχυστα στους δικούς τους μουσικούς ρυθμούς.

Clash, Τσιτσάνης, Rachmaninoff, Leonard Cohen, Frank Zappa, Polly Jean Harvey, Γιάννης Χρήστου.

Εννοείται πως δεν επέτρεπαν στους εαυτούς του να απολαύσουν τις ψαγμένες μουσικές επιλογές τους.

Άμα τα μυρμήγκια κάνανε επανάσταση το σίγουρο είναι πως θα διαλυόταν ο κόσμος.
Γιατί;
Αναπόφευκτα η οποιαδήποτε συγκρότηση μιας δημοκρατικής λειτουργίας των οικοσυστημάτων τους θα κατέληγε σε αφανισμό των πληθυσμών τους αφού η υπάρχουσα μιλιταριστική δομή τους είναι η μόνη που μπορεί και εξυπηρετεί τον μηχανισμό αναπραγωγή τους λόγο της βασίλισσας και τα λοιπά. Ακόμη και άμα υπήρχε μια εκ βάθρων φεμινιστική ανατροπή των σημερινών δεδομένων, δε νομίζω να τα καταφέρνανε.
Οπότε όσο αναφορά τα μυρμήγκια, τασσόμαστε αλληλέγγυοι στην ιδιότυπη σεξουαλική τους χούντα;
Ακριβώς.
Μα η ιδεολογία;
Στα αρχίδια μας η ιδεολογία. Πιάσε τον πάγο.

Δεν έχει σημασία ποιός έλεγε τι, και στο κάτω κάτω και το τι έλεγαν. Κάποιοι στιγμή φόρεσαν τα μαύρα Rayban γυαλιά τους -του Θανάση του έλειπε ο ένας φακός- και κάποια άλλη στιγμή τα έβγαλαν. Στο ενδιάμεσο τα έβλεπαν όλα λίγο πιο σκοτεινά (ο Θανάσης και λίγο πιο στραβά) αλλά σίγουρα με πολύ γαμάτο στυλάκι γιατί δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν. Κάπου μεταξύ συνειδητού και υποσυνείδητου είχαν στήσει μια επική σάτιρα ενάντια στο εγώ τους η οποία όμως όπως κι αυτό, δεν οδηγούσε απολύτως πουθενά. Τους είχε σκάσει το λάστιχο πριν καν βγουν από το γκαράζ των ανασφαλειών τους.

The Last Drive, God Speed You Black Emperor, Sonic Youth, Thelonious Monk, Johnny Cash, Patti Smith, Joy Division.

Όταν επιτέλους δεν μπορούσαν να αποφύγουν άλλο τα τηλέφωνα φίλων και γνωστών, και φυσικά είχαν αδειάσει ότι μπουκάλια υπήρχαν στη βρώμικη γκαρσονιέρα του Θανάση, οι δύο φίλοι μάζεψαν το τζούφιο στυλάκι τους και αποχώρησαν για το invivo, το βρώμικο, φτηνό και σύμφωνα με τις νουάρ επιταγές στέκι τους όπου όλο και κάποιον γνωστό θα έβρισκαν. Όπως και έγινε. Μετά από δύο ποτάκια, ένα άτσαλο κομπλιμέντο του Ανδρέα σε μια παλιά γνωστή -κάτι το οποίο συνήθως θα επιχειρούσε ο Θανάσης- και μερικά ακόμη εκατομμύρια πεθαμένα εγκεφαλικά κύτταρα ξύπνησαν πίσω στο σπίτι του Θανάση φορώντας ακόμη τα ρούχα τους προσπαθώντας να κρατηθούν ζεστοί. Το γεγονός πως ο Θανάσης είχε ξεχάσει την μπαλκονόπορτα ανοιχτή δεν βοηθούσε ιδιαίτερα.

Ήταν Σάββατο πρωί και τα ταχυδρομεία, όπως και τα φαρμακεία ήταν κλειστά. Κατάρα.

Wednesday, October 20, 2010

Ιδρυματοποίηση

Όταν παλαιότερα ψιλάφιζα βιβλία εισαγωγικής ψυχολογίας -αρνούμενος ίσως να συμβιβαστώ με την θετική μου κατεύθυνση- μου πάντα έκανε εντύπωση η σημαντικότητα με την οποία αναφερόντουσαν στο σκυλί του Pavlov. Η αγκίστρωση συμπεριφορών σε συγκεκριμένα ζευγαρώματα ερεθισμάτων-αποτελεσμάτων μου φαινόταν προφανής ειδικά στο πρωτογενές επίπεδο βιολογικών αναγκών και ενστίκτων, πόσο μάλλον όταν επιδεικνύεται από ένα σχεδόν cartoon παράδειγμα. Και είναι. Όμως αυτό από την άλλη δεν αναιρεί τη σημασία μιας τόσο απλής και θεμελιώδους παρατήρησης.

Δεν είναι λίγο άλλωστε να επαναπροσδιοριζεις τις βασικές διαδρομές ουδέτερων ερεθισμάτων και απαντήσεων σε συνειρμικές εξαρτήσεις, αφού μια τέτοια δυνατότητα -και οι συνέπειες της φυσικά- θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία όχι μόνο προσωπικών αλλά και κοινωνικών ασυνείδητων εξαρτήσεων και κατ' επέκταση χειραγωγήσεων. Βέβαια, το σκυλί του Pavlov ήταν μονάχα ένα σκυλί -δυστυχισμένο ίσως- αλλά σίγουρα μονάχα ένα σκυλί. Από την άλλη όμως, πόσο στα αλήθεια διαφέρουμε από τα σκυλία, τα γνωστά μας πειθήνια και υπάκουα σκυλιά;

Πάλι από τον τομέα της ψυχολογίας υπάρχουν τρεία συγγενικά παραδείγματα τα οποία μάλλον υποδεικνύουν το ευάλωτο και εύπλαστο του ανθρώπινου νου. Το πρώτο είναι το σύνδρομο της Στοκχόλμης, το οποίο -βασισμένο σε αλήθινα γεγονότα- περιγράφει την τάση θυματοποιημένων προσώπων να νοιώθουν οικεία και φιλικά απέναντι στους θύτες τους (απαγωγείς τόσο με τη φυσική όσο και με την ψυχική έννοια) με την πάροδο του χρόνου, δικαιολογώντας τις βιαιότητες τους. Οι ακριβείς μηχανισμοί δεν είναι γνωστοί φυσικά, αφού για ευνοήτους λόγους δεν είναι εύκολο να στηθούν τέτοια είδους πειράματα, πόσο μάλλον να υπάρχει η κατάλληλη κοινωνική υποδομή για τη σωστή ερμηνεία τους. Κι όμως, φαίνεται πως άμα υπάρχει αρκετό θράσσος και θάρρος, ακόμη και πειράματα τέτοιου επίπεδου είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν, όπως θα φανεί παρακάτω.

Το δεύτερο παράδειγμα λοιπόν -αντίστοιχο στα πλαίσια των σχέσεων εξαρτήσεων- είναι το γνωστό πείραμα του Stanford (μυθοποιημένο στη μεγάλη οθόνη όπως και το προηγούμενο) κατά τη διάρκεια του οποίου 24 εθελοντές χωριστήκανε σε δύο ομάδες. Η μια ήταν οι φυλακισμένοι και από την άλλη ήταν οι δεσμώτες τους, διαχωρισμοί οι οποίοι πολύ γρήγορα έκαναν το πείραμα να ξεφύγει από κάθε έλεγχο με τους συμμετέχοντες να έχουν ταυτιστεί ολοκληρωτικά με τους χαρακτήρες τους. Οι μεν φρουροί επέδειξαν μια σαδιστική και απάνθρωπη συμπεριφορά προς τους φυλακισμένους οι οποία με τη σειρά τους αρχικά αντέδρασαν και ξεσηκώθηκαν -μια υγιής αντίδραση- μα έπειτα συμβιβάστηκαν με τις εξευτελιστικές συνθήκες και ιδρυματοποιήθηκαν μέσα σε αυτές. Ή αλλιώς, σε διάστημα ελαχίστων ημερών (μόλις έξι) απώλεσαν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία της προσωπικότητας τους υποδουλωμένοι όχι μονάχα στους φύλακές τους μα χειρότερα στο περιβάλλον και το χαρακτήρα που αυτό τους αποδίδει, δηλαδή στις περιβάλλουσες συνθήκες και περιστάσεις. Το εκπληκτικό φυσικά είναι πως επρόκειτο μονάχα για ένα πείραμα και όχι για πραγματικές συνθήκες.

Το τρίτο και τελευταίο παράδειγμα, προγενέστερο αυτό του Stanford, είναι το πείραμα του Milgram το οποίο κατά σχεδόν ειρωνικό τρόπο εκμεταλλευόμενο το ίδιο το ακαδημαϊκό και ερευνητικό περιβάλλον εκθέτει την ευκολία με την οποία μπορούμε να υποταχθούμε σε κάποιο πρόσωπο εξουσίας και να εκτελέσουμε εντολές του, παρόλο τους όποιους ηθικούς ενδοιασμούς που μπορεί να έχουμε. Το πείραμα ξεκινάει με δύο εθελοντές οι οποίοι κληρώνονται για το ποιός θα είναι ο 'δάσκαλος' και ποιός ο 'μαθητής', αν και στη πραγματικότητα ο 'μαθητής' είναι πάντα κάποιος ηθοποιός μέρος του πειράματος και ο ΄δάσκαλος' είναι ο συμμετέχων στο πείραμα. Ο 'δάσκαλος' πηγαίνει σε ένα δωμάτιο μαζί με έναν ερευνητή και ο 'μαθητής' υποτίθεται στο ακριβώς διπλανό δωμάτιο. Ο 'δάσκαλος' καλείται να διαβάσει μια ακολουθία αριθμών στον 'μαθητή' ο οποίος με τη σειρά του την επαναλαμβάνει, αλλά στην περίπτωση που αποτύχει, υποτίθεται πως είναι συνδεδεμένος με ηλεκτρόδια των οποίων το ηλεκτρικό φορτίο ελέγχεται από τον 'δάσκαλο' στο άλλο δωμάτιο. Όσο αποτυγχάνει ο 'μαθητής' να 'συμμορφωθεί', τόσο καλείται ο 'δάσκαλος' από τον ερευνητή να αυξήσει το φορτίο του ηλεκτρικού σοκ. Η συνήθης κατάληξη του πειράματος (σε ποσοστό που κυμαίνεται στο 60% με 65%) είναι ο 'δάσκαλος', παρόλο που ακούει (προκατασκευασμένες) κραυγές και παρακαλητά από το διπλανό δωμάτιο, υπό τη καθοδήγηση και παραίνεση του ερευνητή (με κατάλληλες φράσεις), να φθάνει το μέγιστο (και στην πραγματικότητα θανατηφόρο) όριο των 450 Volt. Μάλιστα οι συμμετέχοντες δείχνουν πιο διατεθειμένοι να συνεχίσουν το πείραμα, αφού ο 'μαθητής' έχει σταματήσει τις διαμαρτυρίες και τις κραυγές πόνου, ενώ με το πέρας του πειράματος ουδόλως ενδιαφέρονται για την κατάσταση του 'μαθητή' αν και σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν, θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στη θέση του. Το επακόλουθο των αποτελεσμάτων του πειράματος, δεν είναι τόσο η κατάδειξη της ταυτοποίησης του ρόλου του 'δασκάλου' από τους συμμετέχοντες, όσο η υπερβολικά εύκολη αναστολή των βασικότερων των ανθρώπινων αξιών μπροστά σε ένα πολιτισμικό σύμβολο εξουσίας (τον ερευνητή του οποίου η αυθεντία δεν ερευνάται ούτε δοκιμάζεται ποτέ από τους συμμετέχοντες), πίσω από την οποία μάλιστα μπορούν να κρύψουν τους όποιους δισταγμούς τους, μεταφέροντας ουσιαστικά οποιαδήποτε ευθύνη και συνέπεια. Οι πολιτικές προεκτάσεις είναι προφανείς, μερικών εκ των οποίων (το Ολοκαύτωμα και η συμμετοχή των Γερμανών σε αυτό) αποτέλεσαν και την αφορμή διεξαγωγή του πειράματος.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δμπορούν να εκμαιευθούν και από άλλα πολύ πιο καθημερινά παραδείγματα όπως η γενικότερη κατάταξη συμπεριφορών ατόμων που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία επειδή ακριβώς ανήκουν σε αυτή τη κατηγορία και αντίστοιχα η οικειοποίηση κοινωνικών ρόλων και η αλλοτροίωση της προσωπικότητας υπέρ αυτών, η ψυχολογία του όχλου και ο χουλιγκανισμός, οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες και η καταναλωτική πίστη, οι εργασιακές σχέσεις, η κατάχρηση και ο φετιχισμός της εξουσίας, ο αμοραλισμός των φυλακών και του στρατού, η ταυτοποίηση με το σύνολο εις βάρος του εγώ κι άλλα. Όμως όλα αυτά δεν είναι μονάχα ακαδημαϊκές ασκήσεις που φωτίζουν απόκρυφες πτυχές της ανθρώπινης ψυχολογίας, αλλά ανακριβείς στην ανάγνωσή τους μηχανισμοί οι οποίοι μας κινούν και μας ελέγχουν αφήνοντάς μας σε πελάγη άγνοιας και αφέλειας. Είναι η απόδειξη πως η ακατέργαστη λογική μας είναι εν τέλει μονάχα ένας πύργος από άμμο σαθρή μπροστά στα κύματα της ψυχολογικής βίας και στη μαζική χειραγώγηση την οποία αδιαμαρτύτητα δεχόμαστε.

Άμα είναι τόσο απλό να προσαρμοστούμε και να ταυτιστούμε με ένα κοινωνικό ρόλο όπως κι αν αυτός επιβάλλεται, άραγε πόσους ρόλους έχουμε αποδεχτεί τους οποίους στα αλήθεια ποτέ μας δεν θέλαμε και δεν μας ανήκουν; Μαθητής, πατέρας, σύζυγος, δάσκαλος, αστυνομικός, υπάλληλος, πολιτικός, κριτής, διευθυντής,γιατρός, επιχειρηματίας, τρελός, φίλος, θύμα, θύτης, κλέφτης, αθώος, δήμιος, καλός, κακός. Πόσοι από αυτούς τους ρόλους τους έχουμε αδικήσει στις διαχρονικές μας κρίσεις τους με μέτρο ηθικές άγνωστες στη πραγματική μας φύση; Από πόσους θεσμούς – ιδρύματα έχουμε περάσει; Γίνεται μονάχα να φοράμε ένα κουστούμι ή μια στολή και να γινόμαστε ένας ρόλος, μια συνταγή από προδιαγραφές, αρμοδιότητες και ευθύνες, πως γίνεται μερικές απλές συμβάσεις να εξουδετερώνουν τον εαυτό μας και τον βαθύτερο ψυχισμό μας; Είμαστε άραγε ένας σωρός από ψυχολογικές μαριονέτες που παρά μόνο επιδέξιους χειριστές χρειαζόμαστε για να πορευθούνε κοινωνικά υγιείς στη ζωή μας; Κι αν είναι έτσι, τότε τι στα αλήθεια έχουμε πραγματικά επιλέξει για τους εαυτούς μας στις σύγχρονες κοινωνίες μας;

Από την γέννησή του, ο άνθρωπος υπάρχει και συνυπάρχει εντός εγκαθεδρυμένων θεσμών -οικογένεια, νηπιαγωγείο, σχολείο, πανεπιστήμιο, στρατός, εργασία, οικογένεια, κόμα, αθλητική ομάδα, θρησκεία- μέσα στους οποίους μπορεί (;) να διαπραγματεύεται τη θέση του, δηλαδή τον ορισμό του τόσο ως άτομο όσο και ως λειτουργία σύμφωνα με τα εργαλεία που έχει (γλώσσα, σχέσεις, γνώσεις, εξουσία) ως προς τις ανάγκες του. Στην πραγματικότητα όμως, τίποτα δεν είναι πραγματικά δικό του να το αξιοποιήσει, παρά δύναται να ενισχύσει ήδη χορηγημένες από το περιβάλλον του ευκαιρίες και να τις μετουσιώσει σε ικανότητες. Εν δυνάμει δηλαδή όλα μπορούν να οριστούν εξωτερικά από το άτομο και όχι σαν να προέρχονται από αυτό κι ας φαίνονται πως το εξυπηρετούν. Για παράδειγμα πόσο επιλογή του ενός αποτελούν οι ανώτερες σπουδές όταν γίνονται για την εξασφάλιση καλύτερης θέσης εργασίας, ή πως οι καταναλωτικές συνήθειες των πολλών αποτελούν πραγματικά ένα άθροισμα των επιθυμιών τους και όχι το προϊόν χειραγώγησης της βιομηχανίας του marketing και της διαφήμισης; Ίσως θα ήταν προτιμότερο λοιπόν, να μην θεωρούμε το συνολικό μας κοινωνικό κατασκεύασμα ως ξένο ή ψεύτικο, μα ως παραγνωρισμένο και παρεξηγημένο από εμάς, από εμάς τους ιδίους που προτιμούμε την απενεχοποιητική αφέλεια του ευφημισμού και των ευφυολογημάτων αναβαφτίζοντας το κατά το δοκούν των εφήμερων αναγκών – κυρίως τρίτων και ισχυροτέρων ημών.

Δεν είναι φυσικά πως ο σύγχρονος πολιτισμός μας είναι αυστηρά ένα επιβαλλόμενο κατασκεύασμα το οποίο καταπιέζει ένστικτα και αδάμαστες ορέξεις. Απλά μεταξύ άλλων, το κάνει και αυτό για να νοιώθουμε εμείς καλύτερα. Υπάρχει μια λεπτή διαφορά στο να αποδέχεσαι την ιδρυματοποίησή σου σε όλη της την τραγικότητα εντός ενός πλαισίου ανεκπλήρωτης ευτυχίας και ελευθερίας, και στο να γεννιέσαι σε αυτή χωρίς ποτέ να την αναγνωρίζεις. Ακόμη και στον ευνουχισμό η επιλογή είναι ανώτερη της άγνοιας, διότι τότε τουλάχιστον υπάρχει η ελάχιστη ελπίδα πως θα υπάρξουν οι 'παράλογες' εκείνες φωνές οι οποίες θα αντισταθούνε και θα εξεγερθούν, οι οποίες ενάντια σε κάθε λογική και πιθανότητα θα παλέψουν με θάρρος και θα ηττηθούν στη μοναξιά τους, όσο κι αν παρεξηγιούνται και απομονώνονται από τους υπολοίπους, όλους εμάς δηλαδή.

Sunday, August 15, 2010

Βάρη

Φορτώνεσαι με βάρη που δε σου ανήκουν, με βάρη που δεν σου αξίζουν, με βάρη τεχνητά, κατασκευασμένα, προσποιητά, διαφημισμένα και πουλημένα. Τα βάρη σε κρατούν, σε συγκρατούν, κάνουν την κίνηση σου πιο αργή, πιο προβλέψιμη, πιο βαρετή, ένα φορτίο εύκολη λεία. Κουβαλάς ένα φορτίο δίχως να ξέρεις τι είναι, μήτε που να το αφήσεις. Μα εκεί που θα έπρεπε να τραβάς τα μαλλιά σου και να χτυπάς τις ήδη ματωμένες σου γροθιές στους τοίχους και στα πατώματα για να ξυπνήσεις, εκεί που οι κραυγές σου θα 'πρεπε να πνίγουν το λαρρύγι σου με απελπισία, είναι όταν με τα ίδια σου τα χέρια μαζεύεις λάσπη και πλάθεις νέα βαρίδια, όταν τα χτίζεις και τα κάνεις δικά σου. Όταν νομίζεις πως είναι δικά σου.

Πότε αλήθεια θα καταλάβεις πως κανένα βάρος δεν σου αξίζει, πως ακόμα και η φράση 'περιττό βάρος' είναι μίζερα περιττή από μόνη της γιατί όλα αυτά, όλα αυτά που σκέφτεσαι, όλα αυτά που κουβαλάς, όλα αυτά που σε κάνουν και φοβάσαι, όλα αυτά που στέκουν από πάνω σαν κακοσήμαντες σκιές, όλα αυτά που δε σε αφήνουν να αναπνεύσεις, όλα αυτά λοιπόν είναι δεν παιδιά δικά σου, μα δώρα άδωρα της φιλόξενης καρδιάς σου. Τι είναι αυτά που λέω θα μου πεις, γιατί τόσο χαζά να προσπαθώ να πυκνώσω τις προτάσεις. Μα δεν γίνεται κι αλλιώς, γιατί τους εχθρούς σου τους έχεις κάνει φίλους, και τους φίλους ξένους, διότι δεν έχουμε το χρόνο να παγώσουμε και να αφήσουμε τον χρόνο και τον χώρο να ξετυλιχθούν γύρω μας σαν αιθέρας, και λίγο να προλάβουμε να παρατηρήσουμε την γελοιότητα αυτών που μας περιστοιχίζουνε. Τόσος καπνός, απέραντη η σκόνη, ένα κίτρινο πέπλο ομίχλης. Και τότε να ξέρεις, είναι που πρώτα οι λέξεις κι όλα αυτά τα λόγια -καταραμένα λόγια- θα ανεμοδέρνονται σαν στάχτη όπου κι αν σταθεί η ματιά μας.

Μην κοιτάς πίσω σου, δεν είναι εκεί, προς τα κάτω πας, όχι προς τα πίσω κι ας νοιώθεις πως αργείς. Τι δεσμά είναι τούτα τυλιγμένα γύρω σου, σάβανα δανεικά, τι βρώμικος αέρας είναι αυτός που πνίγει τα σωθικά σου; Μα τάχα μου τι είναι αυτά που λέω, πως μπορώ εγώ να γνωρίζω, ποιός το δικαιώμα μου δίνει πως εγώ το παίρνω; Δεν είναι τελικά ο κόσμος από γυαλί να των σπάσω και τα είδωλά του να γκρεμίσω, αλλά μήπως εγώ είμαι εκείνος που δεν έχει τη δύναμη το χέρι να σηκώσει; Κι ας είναι από πέτρα, καλύτερα τα δάκτυλα μου να σπάσω μάταια πάνω του παρά απαλά να τον εδείχνω με αυτά. Δεν ξέρω από που έρχονται όλα αυτά ούστε που πηγαίνουν, μονάχα τη δυσωδία, εκείνη την καθημερινή μας αρρώστια ξέρω δίχως από κάπου να μπορώ να την πιάσω, μήτε να πιαστώ. Δεν είναι δικά μας όλα αυτά, αλήθεια σου λέω, είναι ξένα και ανυπόφορα, είναι όλα εκείνα στα οποία επαναστατούσαμε σαν ήμαστε μικρά, αθώα και χαζά..

Θέλω να πάμε κάπου που να 'χει ψηλά πεζούλια, και να ανέβουμε και τα δέντρα να 'χουμε αγκαλιά. Μη με ρωτάς τι θέλω να πω, το πως και το γιατί. Δεν έχω τρόπους και ο κήπος των γραμμάτων μου έχει μαραθεί. Άμα λιγάκι σου θυμίζω κάτι, τότε λυπάμαι που σε στεναχώρησα.

Thursday, August 12, 2010

Παγονησίδα

Σαν μικρό παιδί έιχα την τάση να καταστρέφω τα πάντα, από χρωματιστά playmobil ορφανά από το αρχικό τους σετ και καμικάζι αυτοκινητάκια με φλεγόμενα μυρμήγκια για πλοηγούς μέχρι σχέδια του πατέρα μου και καφετιέρες. Τις καφετιέρες ακόμα τις καταστρέφω, σε αντίποινα των επιθέσεών τους στα νεφρά μου. Όσο μεγάλωνα όμως και γίνομουνα πιο φλούφλης, όχι μόνο ανακάλυπτα πως η καταστροφή σαν ενέργεια είναι ύπουλα εύκολη και ζημιογόνα, αλλά και μια διαρκής υπενθύμιση της ανικανότητας μου για σύνθεση και δημιουργία. Ούτε μουσική, ούτε ζωγραφική, ούτε συντακτικό, ούτε τίποτα. Τα ταλέντα μου αγνοούνται δεκαετίες τώρα και ανάθεμα την καταραμένη κατάρα, ακόμη παραμένουν πολύ χαμηλά στη λίστα της Νικολούλη.




Όμως να που όλα υπόκεινται στην στρέβλωση και την παραμόρφωση ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ρότες ενός σκεπτικού ελαστικού. Η καταστροφή μπορεί να μην και τόσο κακή και ανεπιθύμητη όσο κανείς νομίζει. Δεν είναι ανάγκη να τρομάζει και να φοβίζει τόσο, δεν είναι απαραίτητο αυτόματα να την καταδικάσεις χωρίς πρώτα να την νοιώσεις στα χέρια σου. Δεν είναι μονάχα που στα απόνερα της καταστροφής φυτρώνει με απελπισμένο αγώνα ο σπόρος της ζωής, της συνέχειας και της ανάγκης, δεν είναι που στο διάβα της πάντα ακουλουθεί ένας δαιμονισμένος αρχιτέκτονας κτίρια και κοινωνίες να φτιάξει, αλλά είναι και στιγμές που λειτουργεί και ως αποδέσμευση, σαν αφετηρία χωρίς πισωγύρισμα, σαν άμυνα. Είναι στιγμές που την επιθυμείς και την προσμένεις, στιγμές που την ευχαριστιέσαι κρυφά, γιατί αυτό που θέλεις να φτιάξεις, απλά δε φτιάχνεται. Είναι στιγμές που η καταστροφή έρχεται σαν τεράστιο κύμα και γεμίζει κακοφτιαγμένα κενά. Είναι τόσες φορές που η καταστροφή γίνεται ο καλύτερος κριτής του ψεύτικου και του μάταιου.




Σκέψου μια γέφυρα. Μάλλον είναι από τις παλιές, αυτές που πια βλέπουμε σε καρτ ποστάλ, είναι από πέτρες λαξευμένες από μαστόρους ξεχασμένους, και με καμάρα -καμαρωτή- αλλά ούτε πολύ μεγάλη μήτε μικρή. Από κάτω της τρέχει ένα πάντα δροσερό ρυάκι, που το χειμώνα φουντώνει τα νερά του, μα και το καλοκαίρι αντέχει και προσκαλεί ερωτευμένους να χαρούν τη δροσιά του. Από δω κι από 'κει, κυρίως όμως στις παρυφές του, ξεχωρίζουν κομμάτια βράχων, αιώνια γλυπτά της ασταμάτητης ροής, την οποία ανώφελα παλεύουν να σταματήσουν. Σε αυτό το γεφύρι έρχομαι λοιπόν εγώ, σαν άλλος Βελουχιώτης μα δίχως πυρομαχικά και ύλες να την γκρεμίσω. Έχω μαζί μου όμως εργαλεία σκληρά και δύσκολα -αξίνες, τσαπιά, σφήνες και βαριοπούλες. Δεν ξεκινώ απότομα, μα πίνω δυνατό κρασί και αναζητώντας έμπνευση ιχνηλατώ τους αρμούς της το πιο αδύνατο σημείο να βρω. Εκεί που μια δύσκολη μέρα ο χτίστης έλαμπε με ιδρώτα και άφησε τη σκέψη του να ξεγλιστρήσει στα νερά που λίγα μέτρα πιο κάτω τον καλούσαν σε ξεκούραση και αναψυχή. Ξύλινα πια τα χέρια, αποκαμωμένα, σε εκείνη εκεί την πέτρα, δεν έδωσε τόση σημασία και βιαστικά την τελείωσε, εκείνη ψάχνω και εγώ λοιπόν. Μόλις τη βρίσκω όμως, χαίρομαι με την διαστροφική μου ικανότητα και με σιγουριά ξεκινώ το καταστροφικό μου έργο, με δυσκολία μα και με ευχαρίστηση με την ταχύτατη πρόοδο. Θέλω να τη διαλύσω αυτή τη γέφυρα. Η διαχρονικότητά και σεβάσμια αντοχή της με χλευάζει, όσο οι όχθες που ενώνει σφύζουν και χαμογελούν με το τεχνητό πάντρεμα που σκέφθηκε ο άνθρωπος. Μα στα αλήθεια δεν είναι για αυτό που θέλω να τη γκρεμίσω, είναι μονάχα που η καίρια σύνδεση, ο καταλυτικός κρίκος, το σημείο εστίασης πολλών άλλων που δύσκολα διακρίνονται στον ορίζοντα γύρω μου, για κάποιο λόγο στεφανώνουν την γέφυρα τούτη, σαν τα πουλιά που στέκουνται στις κουπαστές της και ξεκουράζονται. Δεν ξέρω καν σε ποια πλευρά θα βρεθώ, ή μάλλον σε ποια πλευρά θέλω να βρεθώ, ούτε πως από το ρέμα θα γλυτώσω. Σου το 'πα πως ούτε από συντακτικό σκαμπάζω.




Μαθαίνω πως αποκολλήθηκε μια τεράστια παγονησίδα από τη Γροιλανδία και έβαλε μονάχη της πλώρη για το Στενό Ναρές, χίλια λέει χιλιόμετρα νότια του Βόρειου Πόλου μεταξύ της Γροιλανδίας και του Καναδά. Είναι στιγμές τέτοιες, που θέλω να ξεχάσω την αιτιοκρατία του κόσμου μας, και να αρχίσω να πιστεύω σε παραδοξοπιστίες φθηνού ρομαντισμού. Τάχα μου πως ψάχνει η παγονησίδα να έβρει ένα χαμένο ποίημα του Καββαδία φυλαγμένο σε ένα μπουκάλι φθηνού ουίσκι ή πως αποκήρυξε τον μαζικό ιμπεριαλισμό της παγωμένης νήσου του Ατλαντικού και αυτομόλησε διαμαρτυρόμενη για την περιβαλλοντική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού. Μα ακόμη καλύτερα πως ποτέ δεν θα καταλάβουμε γιατί έσπασε η παγονησίδα και κίνησε για τα μέρη τα μακρινά, πως για πάντα ένα μυστήριο θα μείνει. Μα δεν είναι έτσι. Άπλα.




Θέλω στα σκοτάδια μας να ρίχνω άστρα μικρά μα και ζωηρά, ελπιδοφόρες αντανακλάσεις σε κρυστάλλινα νερά σαν των χαζών τουριστών τα κέρματα σε βρώμικα συντριβάνια που ταΐζουν λεπρούς και από την αγάπη ξεχασμένους. Περίεργη λέξη η παγονησίδα. Παγονησίδα.

Monday, July 26, 2010

Λόχος Λοβοτομής


Άλλοτε η εκ μακρόθεν παρατήρηση προσφέρει την ψυχραιμία της αντικειμενικότητα και της ολιστικής προσέγγισης παρόλο την όποια αφέλεια της απειρίας και της λειψής συναισθησίας, κι άλλοτε η προσωπική ματιά υποχρεώνει μια βαθιά και έντονη εντύπωση. Σπάνια αυτές οι προοπτικές συμφωνούν, μα στην αναφώνηση 'ο στρατός είναι χάσιμο χρόνου' σίγουρα πλευρίζουν και αλληλοσυμπληρώνουν η μια την άλλη σε βαθμό που αν δεν τρομάζει, τουλάχιστον εντυπωσιάζει.


Ένας από τους θεμέλιους λίθους της στρατιωτικής θητείας δεν είναι ούτε η εκπαίδευση η οποία ως επί το πλείστον μετράται σαν αγγαρεία από τους αξιωματικούς σου, ούτε από η ετοιμοπόλεμη λειτουργικότητα η οποία συναγωνίζεται σε επίπεδα στρουθοκαμηλισμού τον συνηθισμένο πια σε εμάς δημόσιο τομέα, αλλά η συστηματική αποβλάκωση και αποδόμηση του μυαλού του οπλίτη -αλλά και των στελεχών. Χωρίς να απαιτείται σοβαρή σωματική κούραση ή έντονη στρατιωτική πειθαρχία, σταδιακά ο στρατιώτης αποσυντίθεται πνευματικά σε ελάχιστες απλές ανάγκες και υποχρεώσεις: φαγητό, ύπνος, σκοπιά, λούφα, έξοδος, αγγαρεία, άδεια. Ικανότητες όπως δημιουργία, συμμετοχή, πρωτοβουλία, αλληλεγγύη είναι άχρηστες μπροστά στο κυκλικό ωράριο των υπηρεσιών και των πάντα απαραίτητων -για να έχουν κάτι να απασχολούνται τα παιδιά- αγγαρειών, εκ των οποίων οι περισσότερες συνιστούν μικρά οικονομικά σκάνδαλα. Η ακούραστη κούραση είναι παιδαριώδης μα και ασύλληπτη στη φύση της.


Αυτός ο ντροπιαστικός περιορισμός του νου δεν είναι τυχαίος και προκύπτων από ετερογενείς ανάγκες, αλλά απαραίτητο συνθετικό μιας ιδεατής από το παρελθόν πολεμικής μηχανής, η οποία εν μέσω της κρατικής παρωδίας έχει πλέον εκφυλιστεί σε μια μηδενικού κόστος εργατικό δυναμικό προς όφελος άλλων, καλοθελητών, πάντα καλοθελητών. Άρα η σπατάλη δεν περιορίζεται μονάχα σε χρήματα και υλικό αλλά και στο σημαντικότερο στοιχείο, το προσωπικό, το οποίο κάλλιστα μπορεί πολλές φορές αφελώς να θέλει να προσφέρει αποτελώντας το τέλειο θύμα. Είναι λοιπόν κάπου σε αυτό το σημείο όπου αρχίζεις αφελώς να αναρωτιέσαι τα αίτια και τις πιθανές αλληλουχίες δεδομένων που ορίζουν μια τέτοια βλακώδη κατάσταση, όμως γρήγορα απομυθοποιείς την όποια οριζόμενη αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων και το αξιόμαχό τους και συνειδητοποιείς το εξής απλό: Πέρα από τις αναμφισβήτητες ιδεολογικές αναστολές περί της θητείας, η αξία σου μέσα στο στράτευμα κινείται μεταξύ αχρηστίας και ωμής εκμετάλλευσης χωρίς φυσικά να προσφέρεις απολύτως τίποτα στην κοινωνία ή στο κράτος, και χωρίς να κερδίζεις και τίποτα. Είσαι ένα παράσιτο στην μουλιασμένη ρουτίνα των μόνιμων, το ζωύφιο που προσβάλλει την αποτυχία τους και καθαρίζει τις τουαλέτες τους.


Μηδέν εις το πηλίκο λοιπόν το συμπέρασμα, όπου μονάχα μια ψευδής ίσως εικόνα συντηρεί τον μαζικό παραλογισμό της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας όχι μονάχα σαν έννοια αλλά και σαν λειτουργία, τόσο ατομική όσο και συλλογική. Και όσο στίβεις το νου σου να βγάλεις λογική και δίκαιο τόσο περισσότερο κουράζεσαι και εγκλωβίζεσαι σε αυτή την ηλίθια πραγματικότητα, στις μονοδιάστατες σκέψεις και τον κύκλο των ωχαδερφιστικών δικαιολογιών Μια από τις ελάχιστες επιλογές -πέρα από το να βαρέσεις τρέλα φυσικά- είναι να προσπαθήσεις να βρεις λίγες διεξόδους, ασκήσεις επί χάρτου ή εκγύμναση του νου άμα θες. Ένα βιβλίο, μια σοβαρή κουβέντα, ένα τραγουδάκι, λίγο γράψιμο, λίγη γυμναστική, λίγη κοροϊδία, λίγο πλάκα, οτιδήποτε χρειάζεται όχι μόνο για να σπάσεις τη ρουτίνα και την σπειροειδής νεύρωση του στρατού, αλλά κυριότερα για καταπολεμήσεις την αποβλάκωση και την πώρωση με ανοησίες που σου προκαλεί η υπηρεσία. Πόσο μάλλον όταν αυτή η αποκαλούμενη 'υπηρεσία' έχει την τρομακτική δυνατότητα να προκαλέσει ακόμη σοβαρότερα προβλήματα, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Αναμφίβολα η οκνηρότητα λοιπόν που καλλιεργείς μονάχος σου, σε οδηγεί στο ίδιο ασφαλές συμπέρασμα: ΄χάσιμο χρόνου'.


Σημείωση: Το παρών χρειάστηκε υπερβολικά πολύ χρόνο ελέω της σχετικής αποβλάκωσης.